Τον Μάρτη του 2001, 100 χρόνια μετά τον αφορισμό του Τολστόι, η ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία απέρριψε την έκκληση του τρισέγγονού του Βλαδίμηρου, διευθυντή του ομώνυμου Μουσείου, να αποσύρει το ανάθεμα. Ο ίδιος ο αγιότατος πατριάρχης Αλέξιος (μεγαλολαθρέμπορος τσιγάρων και πρώην πράκτορας της Κα Γκε Μπε) δεν απάντησε στο γράμμα του Β. Τολστόι, αλλά σε συνέντευξη Τύπου (4.3) είπε πως αν και ο νεκρός ήταν μια συγγραφική μεγαλοφυϊα, η Εκκλησία δεν μπορεί να τον επαναφέρει στους κόλπους της αφού ο νεκρός την είχε απορρίψει… Ταυτόχρονα ο πρωτοπρεσβύτερος Βζέβολοντ Τσάπλιν, ένας φιλόδοξος και πολυπράγμων ιερωμένος, εκπρόσωπος του πατριαρχείου διευκρίνησε πως μόνο αν υπήρχαν ενδείξεις μετάνοιας του Τολστόι θα μπορούσε η Εκκλησία να αναθεωρήσει τη στάση της. Αυτή είναι η πάγια σκληρή θέση της αμετακίνητης Ορθόδοξης Εκκλησίας η οποία δεν δίστασε να απειλήσει με αφορισμό ακόμη και κληρικούς όπως ο Βενιαμίν ο Λέσβιος (1823), που τόλμησαν να ισχυριστούν πως η Γη κινείται, και ότι υπάρχουν και άλλοι πλανήτες κατοικημένοι από νοήμονα όντα. Η στάση αυτή δεν άλλαξε μέχρι σήμερα, παρ’όλο που το ίδιο το Βατικανό αναγκάστηκε να δεχτεί πως η Γη κινείται και πως ενδέχεται να υπάρχει λογική ζωή και αλλού.Αυτή η άρνηση της Εκλησίας να δεχθεί στους κόλπους της έναν καλής προαίρεσης άνθρωπο που στο τέλος της ζωής του προσπάθησε χωρίς μεγάλη επιτυχία να συμβαδίσει με τις ευαγγελικές αρχές της δίκαιης μοιρασιάς του πλούτου και που σε όλη του τη ζωή αναζητοιύσε με πάθος την αλήθεια, δείχνει και την υφή της. Χωρίς κανένα πρόβλημα να ανακηρύξει αγίους δολοφόνους τσάρους και αποκτηνωμένους πατριάρχες η Ορθοδοξία κλείνει (ευτυχώς) κατάμουτρα την πόρτα της στο νεκρό Τολστόϊ πράγμα που σίγουρα κι αυτός θα το ήθελε. Οι πιστοί ας προβληματιστούν κι ας αποφσίσουν με ποιά μεριά θα πάνε. Η περίπτωση πάντως του κόμη Τολστόι, διχάζει τις συνειδήσεις των συντηρητικών Ρώσων πιστών, αφού από τη μια μεριά επαίρονται για το συγγραφέα τους που τον θεωρούν έναν δικό τους άνθρωπο, έναν μύστη της ρωσικής ψυχής, από την άλλη ενοχλούνται από το γεγονός πως ήταν ένας αιρετικός.
Στην ουσία ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας ήταν ένας αντιφατικός άνθρωπος που σε όλη του τη ζωή πάλευε με την ορθόδοξη πίστη του, τον έντονο μυστικισμό του, την ειλικρινή του συμπόνοια για τους μουζίκους και με την αριστοκρατική του κοινωνική θέση και τον πλούτο του. Στα 1870 ο συγγραφέας πέρασε μια μεγάλη κρίση αναζητώντας το νόημα της ζωής. Το 1884 δημοσίευσε μια “Εξομολόγηση” όπου ομολογεί πως δεν βρήκε την απάντηση στην Επιστήμη, τη Φιλοσοφία ή τη Θεολογία, αλλά στους Ρώσους χωρικούς που του αποκάλυψαν πως άξιζε να ζει για τον Θεό και όχι για τον εαυτό του. Η κατάληξη του Τολστόϊ περιγράφεται από πολλούς ως χριστιανικός αναρχισμός, εμπνεόμενος μεν από το Ευαγγέλιο, χωρίς όμως πίστη για την αθανασία της ψυχής ή για τη θεότητα του Χριστού. Ταυτόχρονα ο συγγραφέας απέρριψε οριστικά την αυθεντία της Εκκλησίας και την εξουσία του Τσάρου. Τα δυο τελευταία καθώς και η δημοσίευση το 1899 της “Ανάστασης”, ήταν παραπάνω από αρκετά για να οδηγήσουν το 1901 τη Σύνοδο να τον αφορίσει, ενοχλημένη παράλληλα και από το γεγονός πως ο Τολστόϊ είχε αρχίσει να γίνεται επικίνδυνος ως ηγέτης ενός ετερόκλητου ρεύματος δυστυχισμένων μουζίκων και ανήσυχων νέων, ενώ τόλμησε να εκδηλώσει τη συμπόνοια του στους αιρετικούς Δουχοβόρζιους, ένα μαζικό κίνημα χριστιανών ειρηνιστών που γεννήθηκε στα τέλη του 16ου αι., αποσχίστηκε από τη ρωσική Ορθοδοξία και διώχτηκε αμείλικτα με την πιό ωμή βια. Mη μπορώντας οι πεινασμένοι Ρώσοι χωρικοί να αντέξουν την τυραννία της Ορθοδοξίας και του ηγέτη της του τσάρου, κατέφευγαν στην “αίρεση” αφού τα πολιτικά απελευθερωτικά κηρύγματα ήταν πολύ δύσκολο να φτάσουν στις αχανείς εκτάσεις του βασιλείου ή ακόμη και να γίνουν αντιληπτά. Από τους σεξομανείς Χλίστι που οργίαζαν στα δάση της Σιβηρίας μέχρι τους ειρηνιστές συγγενείς των Δουχοβόρζιων, τους Μολοκανούς, πολυάριθμες αιρέσεις ξεφύτρωσαν στη ρωσική γη, ως εστίες αντίδρασης στην Κόλαση που ζούσε ο απλός άνθρωπος. Η Εκκλησία των χρυσών τρούλων και των εξαθλιωμένων χωρικών που τους ήθελε δεσμώτες του δόγματός της και δούλους στα τσιφλίκια της, αντέδρασε μετατρέποντας τα παγωμένα μοναστήρια του Βορρά σε κολασμένους τόπους εξορίας και ανοίγοντας βαθιές τρύπες μέσα στη γη για να φυλακίσει αλυσσοδεμένους τους αιρετικούς που τόλμησαν να αμφισβητήσουν την αυθεντία της. Δεν δίστασε συνεπικουρούμενη από το κνούτο του τσάρου να ανάψει και φωτιές για να κάψει τους αιρετικούς όπως τον πρωτοπρεσβύτερο Αββακούμ, αρχηγό των Ρασκόλνικων. Όσοι Δουχοβόρζιοι μπόρεσαν το έσκασαν στην Κύπρο κι από εκεί στις ΗΠΑ στον Καναδά στο Μεξικό, όπου υπάρχουν κοινότητές τους μέχρι σήμερα. Σε εγκύκλιό που δημοσιεύτηκε στις 7.1. 1899 στην Αγία Πετρούπολη ο βασιλικός επίτροπος που επέβλεπε την Ιερή Σύνοδο ανακοινώνει την πρόθεσή της να αποκόψει από την Εκκλησία τον Τολστόι επειδή βοηθούσε τη σέχτα των Δουχοβόρζιων.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει να καταλογίσει η ανθρωπότητα πως η Ρωσία ήταν η τελευταία χώρα στην Ευρώπη που κατήργησε τη δουλεία, όπως ακριβώς και η ορθόδοξη Αιθιοπία στην Αφρική. Η Ορθόδοξη Εκκλησία υποστήριξε μέχρι τέλους την περιουσία της και τις αυστηρές εντολές του απ.Παύλου προς τους δούλους να υποτάσσονται με προθυμία στα αφεντικά τους.. Στις 24.2.1901 η Σύνοδος (το πατριαρχικό αξίωμα είχε καταργηθεί από τον Μεγάλο Πέτρο που δεν ήθελε κάποιον πατριάρχη στα πόδια του) θυροκολεί σε κάθε ναό το έδικτο του Αφορισμού υπογραμμένο από τους επισκόπους. Η ορολογία είναι η κλασσική παπαδίστικη. Ένας ψευδοδιδάσκαλος, που θέλει να καταστρέψει την αληθή πίστη, να αμφισβητήσει τα ορθόδοξα δόγματα, την Αγία Τριάδα, τη θεία Ευχαριστία, όλα τα μυστήρια και την παρθενία της Θεοτόκου. Η Εκκλησία τον αποκόπτει μέχρι να μετανοήσει και να της ζητήσει Άφεση. Ο αφορισμός ήλθε σε μια κακή συγκυρία για την κυβέρνηση που η Δύση την παρακολουθούσε να φιμώνει κάθε αντίθετη φωνή. Ο Τολστόι βρίσκεται μπροστά σε παγκόσμιες και τοπικές αντιδράσεις που τον ικανοποιούν αλλά και τον πανικοβάλλουν. Εργάτες διαδηλώνουν σε συμπαράστασή του, πολλοί σπεύδουν στο σπίτι του να τον στηρίξουν αλλά η κυβέρνηση λογοκρίνει τον Τύπο.Ένα μήνα μετά απαντά στην Εκκλησία κατηγορώντας την πως αγνοεί το κήρυγμα του Χριστού. Αργότερα, πολλοί εκκλησιαστικοί με κυριότερο τον επίσκοπο της Τούλας (1909) θορυβημένοι από την κατακραυγή προσπάθησαν να τον νουθετήσουν ώστε να ανακληθεί το ανάθεμα χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Ο Τολστόι δεν ήταν σιοσιαλιστής. Αν και διέθετε πανεπιστημιακή μόρφωση (Νομικά) και καταγόταν από οικογένεια ευγενών γαιοκτημόνων, η πολιτική του σκέψη ήταν απλοϊκή. Η δικιά του πρόταση μάλλον αφελής με δόση χριστιανικής ουτοπίας, είχε δυο σκέλη. Τη χειρωνακτική εργασία και την ηθική τελειοποίηση του ατόμου. Το πρώτο σήμαινε την αποφυγή κάθε πολυτέλειας και το δεύτερο απαιτούσε από τον άνθρωπο να κατανοεί τους γύρω του και να μιλάει με τους κατώτερούς του με φιλικό και καλόπιστο τρόπο. Σίγουρα λιγότερο χριστιανός ορθόδοξος από το Ντοστογιέφσκυ, πιό πολύ μυστικιστής, αλλά όχι αποκομμένος από τη χριστιανική φιλοσοφία που τον εμπόδιζε να υιοθετήσει υλιστικότερες και επιστημονικότερες κοινωνικές απόψεις. Τρομαγμένος από τη διαπίστωση πως ιστορικά η οργανωμένη Εκκλησία στη χώρα του ήταν ταυτισμένη με βαρύτατα εγκλήματα, διαχώρισε τη συνείδησή του από το ορθόδοξο δόγμα και κατέληξε σε μια ηθική που ήταν κράμα χριστιανικών και βουδιστικών αντιλήψεων, όπως αυτή της μη άσκησης βίας στα ζώα και της χορτοφαγίας.
Δεν πρέπει όμως να δούμε τον Τολστόϊ σαν έναν ξεμωραμένο γέρο που καταλαμβάνεται από επιθανάτιο άγχος, τρομαγμένος από το διωγμό της Εκκλησίας του η οποία πράγματι τον ανάγκασε να αποσυρθεί στο κτήμα του, φοβούμενος την κατακραυγή των φανατικών.. Η περίπτωση του Τολστόϊ απασχόλησε τον ίδιο τον Λένιν. Στο γνωστό του άρθρο «Ο Λέων Τολστόι σαν καθρέπτης της ρωσικής επανάστασης» συγκαταλέγει το συγγραφέα -στην κατηγορία των λογοτεχνών που έδωσαν μια ακριβή εικόνα των κοινωνικών συνθηκών της εποχής τους και ανέδειξαν από την οπτική τους το κοινωνικό πρόβλημα εμπνέοντας κι αυτοί με τον τρόπο τους τους αγώνες για δικαιοσύνη. Ο Τολστόι, πρόβαλλε το αίτημα της κατάργησης της δουλοπαροικίας, που αν και πρώτος την αποπειράθηκε στα 1861 ο τσάρος Αλέξανδρος Β΄, κατακτήθηκε ουσιαστικά το 1917! Παρά τη μεταφυσικότητα των απόψεών του, η σύζυγος του Λένιν η Κρούπσκιαγια στο βιβλίο της «Για την διαπαιδαγώγηση και αναμόρφωση» αναγνωρίζει τη θετική επιρροή του Τολστόϊ στους διανοούμενους, αλλά του έκανε κριτική πως ήταν εγκλωβισμένος στην υπερβολική τη φοβία για την αγριότητα των μηδενιστών που δολοφόνησαν τον ίδιο τον τσάρο και γι΄αυτό πρότεινε ως λύση την ουτοπική μη βία.
Πηγη:http://roides.wordpress.com






