Ντάλτον Τράμπο (Dalton Trumbo 9/12/1905 – 10/9/1976)

Ντάλτον Τράμπο (Dalton Trumbo 9/12/1905 – 10/9/1976)

10636453_631665333597286_742250765409947539_oτης Σαφαρίκα Μαρίας

Γεννήθηκε το 1905 στη Montrose του Κολοράντο των ΗΠΑ και έγραψε σενάρια για περισσότερες από πενήντα ταινίες. Στις αρχές της δεκαετίας του ’40 ήταν ένας από τους πιο ακριβοπληρωμένους σεναριογράφους του Χόλυγουντ.
Δεν έμεινε στην ιστορία μόνο για τις ταινίες του. Υπήρξε ένας από τους «Δέκα του Χόλιγουντ», μιας ομάδας συγγραφέων, παραγωγών και σκηνοθετών οι οποίοι αντιμετώπισαν με γενναιότητα τη διαβόητη Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών του γερουσιαστή Μακάρθι το 1947, αρνήθηκαν να δηλώσουν αν ήταν ή αν ποτέ υπήρξαν μέλη του Αμερικάνικου Κομμουνιστικού Κόμματος, χαρακτηρίστηκαν φιλοκομμουνιστές και μπήκαν στη μαύρη λίστα του Χόλυγουντ.
Ο Τράμπο απολύθηκε από την MGM και φυλακίστηκε για έναν χρόνο. Μετά την αποφυλάκισή του, αφού δεν μπορούσε να βρει δουλειά στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτοεξορίστηκε στο Μεξικό όπου έγραφε σενάρια με διάφορα ψευδώνυμα.
Το 1953 κερδίζει το Όσκαρ σεναρίου για την ταινία «Roman Holiday» με το ψευδώνυμο Ίαν ΜακΛέναν Χάντερ, ενώ το 1956 με το ψευδώνυμο Ρόμπερτ Ριτς κερδίζει ξανά το χρυσό αγαλματάκι για το σενάριο της ταινίας «Ο γενναίος».
Το όνομα του ξαναεμφανίζεται σε τίτλους ταινίας το 1960 με το «Σπάρτακο» του Στάνλεϋ Κιούμπρικ (χάρη στις πιέσεις του Κερκ Ντάγκλας).
Το 1970 το αντιπολεμικό του μυθιστόρημα «Ο Τζώνυ πήρε το όπλο του» επανεκδίδεται (το βιβλίο είχε αποσυρθεί από την κυκλοφορία κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου) με τρομερή απήχηση στη γενιά του πολέμου του Βιετνάμ. Την επόμενη χρονιά σκηνοθετεί την ομώνυμη ταινία (η μοναδική ταινία που σκηνοθέτησε ποτέ).
Εργαζόταν τις νύχτες, μέσα στην μπανιέρα του, έχοντας μπροστά του την γραφομηχανή του και ένα τσιγάρο στο στόμα του (κάπνιζε έξι πακέτα την ημέρα). Στον ώμο του συχνά καθόταν ένας παπαγάλος που του είχε χαρίσει ο ηθοποιός Κερκ Ντάγκλας.
Πέθανε στις 10 Σεπτεμβρίου του 1976 στο Λος Άντζελες από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 71 ετών.

Η επέτειος του θανάτου του Ντάλτον Τράμπο αποτελεί αφορμή να δούμε καλύτερα το τι επικρατούσε εκείνη την εποχή στο Χόλυγουντ.

Ο «Μακαρθισμός», μπορεί να αναγνωρίζεται ως το αντικομμουνιστικό «παραλήρημα» ενός συνωμοσιολόγου γερουσιαστή, ωστόσο αποτελεί και το επιστέγασμα μίας ψυχροπολεμικής νοοτροπίας, που όχι μόνο προϋπήρχε της δράσης του Μακάρθι αλλά συνέχισε να υπάρχει και μετά από αυτόν.
Μακαρθισμός = κάθε πρακτική πολιτικών διώξεων εις βάρος πολιτών και συγκεκριμένων πεποιθήσεων με την καλλιέργεια κλίματος εκφοβισμού και με την κατασυκοφάντησή τους (Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη).
Όταν το 1946 ο άσημος τότε πολιτικός, Τζόζεφ Μακάρθι, εκλεγόταν γερουσιαστής, έχοντας αρχικά εξασφαλίσει το χρίσμα του υποψηφίου των Ρεπουμπλικανών, παραγκωνίζοντας τον Ρόμπερτ Μ. Λα Φολέτ, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι άνοιγε ένα κεφάλαιο που θα σημάδευε για πάντα την παγκόσμια ιστορία, βαφτίζοντας παράλληλα την πρακτική των πολιτικών διώξεων εις βάρος πολιτών.
Άλλωστε τα πρώτα χρόνια της πολιτικής του δράσης – είχε προηγηθεί η ενασχόληση του με τη δικηγορία και η εθελοντική του συμμετοχή στους πεζοναύτες κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου – ο Τζόζεφ Μακάρθι κινείται στην αφάνεια. Το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, ουσιαστικά σηματοδοτεί και την έναρξη του ψυχροπολεμικού κλίματος. Έτσι στα τέλη της δεκαετίας του ’40, ο Μακάρθι εμφανίζεται σταδιακά στο προσκήνιο, προσωποποιώντας την πιο ακραία ψυχροπολεμική νοοτροπία στο εσωτερικό της αμερικανικής κοινωνίας.
Ως αρχή του αντικομουνιστικού παραληρήματος του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή αναγνωρίζεται η 9η Φεβρουαρίου του 1950, όταν ο Μακάρθι κατηγορεί χωρίς στοιχεία, ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσία, 205 υπαλλήλους του υπουργείου των Εξωτερικών ως κομμουνιστές, χρεώνοντάς τους τις αποτυχίες του Υπουργείου. Η κατηγορία του Μακάρθι, αν και ήταν αβάσιμη, βρήκε πρόσφορο έδαφος στην τρομαγμένη, από τον «κόκκινο εφιάλτη», αμερικανική κοινωνία.
Η εποχή του «Great Red Scare», είχε μόλις αρχίσει. Το δημόσιο αντικομμουνιστικό αίσθημα εξέφραζε η διαβόητη Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων, η οποία είχε συσταθεί από το 1938 και στην οποία σύντομα ο Μακάρθι βρίσκεται στην προεδρία της, που ερευνούσε τη «διάβρωση» της αμερικανικής πολιτιστικής παραγωγής, με ερωτήματα όπως «Είστε ή υπήρξατε στο παρελθόν μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος», «Γνωρίζετε κάποιον που είναι ή υπήρξε μέλος στο παρελθόν» και άλλα παρόμοια – μια πρακτική που αποτελούσε συνταγματική εκτροπή, αφού το Κ.Κ. ΗΠΑ ουδέποτε υπήρξε παράνομο και η συμμετοχή σε αυτό αποτελούσε νόμιμο δικαίωμα.
Από αυτή τη θέση o Μακάρθι θα θέσει σε λειτουργία τους απαραίτητους μηχανισμούς, κρατικούς και όχι μόνο, για να εξαπολύσει ένα ανελέητο αντικομουνιστικό κυνηγητό.
Σε αυτό το περίγραμμα, η σκοπιμότητα της συγκυρίας καθιστούσε κοινωνικά αποδεκτές ακόμα τις πιο ακραίες παραβιάσεις δικαιωμάτων
Ο Μακάρθι αναγνωρίζει παντού κομμουνιστές, ενώ η αντικομμουνιστική του μανία σαρώνει και τον χώρο της τέχνης, καθώς εκεί πίστευε ότι ο κομμουνισμός ανθίζει. Η λογοκρισία, οι ανακρίσεις και οι αυτοεξορίες αποτελούν γνωρίσματα της εποχής του μακαρθισμού. Ηθοποιοί, σκηνοθέτες, παραγωγοί αλλά και επιστήμονες, συνθέτες, πολιτικοί, στρατιωτικοί και πολίτες κάθε τάξης καλούνται να καταθέσουν τα αντικομμουνιστικά φρονήματά τους. Ορισμένοι από αυτούς «συμμορφώνονται», άλλοι αρνούνται και διαφεύγουν στο εξωτερικό όπως ο Τσάρλι Τσάπλιν και άλλοι συνεργάζονται καταδίδοντάς τους «κομουνιστές» συναδέλφους τους.
Το κυνήγι μαγισσών συνεχίζεται για μία τετραετία, όμως σταδιακά η αμερικανική κοινωνία αρχίζει να αγανακτεί από την υπερβολική συνωμοσιολογία του Μακάρθι. Έγγραφα που είδαν το φως της δημοσιότητας, εμφανίζουν τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, «ενοχλημένο» από επίθεση που εξαπέλυσε ο Μακάρθι προς τον στρατηγό Ραλφ Ζουίκερ, έναν παρασημοφορημένο ήρωα του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.
Σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς το συγκεκριμένο περιστατικό το 1954 αποτέλεσε και την αρχή του τέλους για το Γερουσιαστή των Ρεπουμπλικανών. Με την απώλεια της Ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Γερουσία, ο Μακάρθι περιθωριοποιείται. Δικάζεται από τη Γερουσία τον Δεκέμβρη του ‘54 και αντικαθίσταται από την προεδρία της HUAC.
Τρία χρόνια αργότερα, στις 2 Μαΐου του 1957 αφήνει την τελευταία του πνοή σε ηλικία μόλις 48 ετών.

Η Μαύρη Λίστα του Χόλυγουντ ήταν ένας άτυπος κατάλογος που κυκλοφορούσε μυστικά στις ΗΠΑ κατά τα μέσα του 20ού αιώνα, προγράφοντας καλλιτέχνες που θεωρούνταν μέλη ή δέχονταν επιρροές του Κομμουνιστικού Κόμματος. Όσοι συμπεριλαμβάνονταν στον κατάλογο αποκλείονταν από κάθε εργασία στον κινηματογράφο και από τα περισσότερα θέατρα, οδηγούμενοι στην επαγγελματική και προσωπική εξόντωση.
Η αρχή της Μαύρης Λίστας έγινε στις 25 Νοεμβρίου 1947 με την απόλυση των Δέκα. Πρόκειται για δέκα σεναριογράφους και σκηνοθέτες που την προηγουμένη είχαν κατηγορηθεί για περιφρόνηση προς το Κογκρέσο, αρνούμενοι να καταθέσουν ενώπιον της Επιτροπής με το επιχείρημα ότι δεν έχουν να δώσουν εξηγήσεις για τις προσωπικές πολιτικές επιλογές τους. Η ομάδα περιελάμβανε αρχικά και ενδέκατο, τον συγγραφέα και ποιητή Μπέρτολτ Μπρεχτ, ο οποίος όμως είχε παρουσιαστεί στην Επιτροπή στις 30 Οκτωβρίου και την επομένη επέστρεψε για πάντα στην Ευρώπη (μία απόφαση που είχε λάβει πριν καταθέσει).
Μία εβδομάδα αφού απέλυσαν τους Δέκα, οι εκπρόσωποι όλων των κινηματογραφικών εταιρειών εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση (Δήλωση Γουώλντορφ) σύμφωνα με την οποία δεν αμφισβητούνται τα νόμιμα δικαιώματα των Δέκα, όμως η πράξη τους ήταν επιζήμια για τους εργοδότες τους και τους κατέστησε άχρηστους για την κινηματογραφική βιομηχανία. Δεσμεύονταν επίσης να μην ξαναπροσλάβουν τους Δέκα, εκτός εάν ορκίζονταν ότι δεν είναι κομμουνιστές, καθώς και να μην προσλαμβάνουν κανέναν κομμουνιστή στο εξής.
Είχε προηγηθεί, λίγες μέρες νωρίτερα, το συνδικαλιστικό όργανο των ηθοποιών, στο οποίο Πρόεδρος ήταν ο πρωταγωνιστής γουέστερν Ρόναλντ Ρέηγκαν, και είχε αναγκάσει τα στελέχη του σωματείου να δώσουν παρόμοιο όρκο.
Μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’50 η λίστα εμπλουτιζόταν διαρκώς με ονόματα σεναριογράφων, σκηνοθετών, ηθοποιών, μουσικών, συγγραφέων, ακόμα και τεχνικών, των οποίων τα πολιτικά φρονήματα θεωρούνταν επικίνδυνα ή αμφισβητούμενα. Το Counterattack (Αντεπίθεση), ένα δεξιό περιοδικό που είχε αναλάβει εργολαβικά να δημοσιοποιεί στοιχεία για την πολιτική δράση των ανθρώπων του κινηματογράφου, είχε μεταβληθεί σε φόβο και τρόμο του καλλιτεχνικού χώρου.
Μερικά ονόματα της λίστας ήταν πράγματι αριστεροί, ενώ άλλοι μπήκαν βάσει υποψιών και φημών – επειδή για παράδειγμα προπολεμικά συμμετείχαν σε μια διαδήλωση, είχαν ερωτική σχέση με κομμουνιστή στα φοιτητικά χρόνια, είχαν δωρίσει παλιά ρούχα για ορφανά των ανατολικών χωρών κλπ. Μέχρι και ιδιωτικοί ντετέκτιβ επιστρατεύονταν συστηματικά από τις εταιρείες, ώστε να ερευνάται η δραστηριότητα των συνεργατών τους πριν υπογράψουν συμβόλαιο.
Η περίοδος του «Μακαρθισμού» ήταν χρόνια παράνοιας. Ήταν ένα «κυνήγι μαγισσών» όπου «ξεσκαρτάρισαν» το Χόλιγουντ από όλους τους πιθανούς κομμουνιστές. Η ρουφιανιά έγινε πατριωτική πράξη. Συνεργάτες κατέδιδαν ο ένας τον άλλο, σύζυγοι τις γυναίκες τους και πολλά μεγάλα ονόματα της εποχής αποστασιοποιήθηκαν από στενούς φίλους για να μην στιγματιστούν ως εχθροί της αμερικανικής κυβέρνησης.
Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν ο Χάμφρι Μπόγκαρτ και η Λόρεν Μπακόλ. Ένα από τα δημοφιλέστερα ζευγάρια της εποχής και γνωστοί για τη φιλελεύθερη, αριστερή στάση τους. Τον 1947 όταν ξεκίνησαν οι εγγραφές των φιλο-κομμουνιστών στη «Μαύρη Λίστα» του Χόλυγουντ, οι δυο τους μαζί με πολλά άλλα μεγάλα ονόματα του κινηματογράφου, οργάνωσαν διαμαρτυρίες εναντίον της δράσης του Μακάρθι. Ο Φρανκ Σινάτρα δήλωσε: «Αν υποστηρίζεις τη δίκαιη μεταχείριση του κατηγορούμενου, γίνεσαι αυτομάτως κομμουνιστής;» Η στάση τους άρχισε να αλλάζει όταν είδαν ότι δεν πέτυχαν τα αποτελέσματα που περίμεναν. Οι δέκα κομμουνιστές σεναριογράφοι που βρίσκονταν στην κορυφή της λίστας των «ανεπιθύμητων», έχασαν τη δικαστική μάχη και τα μεγάλα στούντιο έπαψαν να τους στηρίζουν. Από το 1950 και μετά, όταν η κατάσταση άρχισε να αγριεύει, ο Μπόγκαρτ και η Μπακόλ κράτησαν σταθερή απόσταση ασφαλείας από φίλους και γνωστούς που κατηγορήθηκαν για τα αριστερά τους φρονήματα. Σε συνεντεύξεις, έδιναν ένα ξεκάθαρο μήνυμα: «Υποστηρίζουμε τον κομμουνισμό όσο ο Τζον Έντγκαρ Χούβερ», ο διευθυντής του FBI….
Το Χόλιγουντ σοκαρίστηκε όταν ο Έλληνας σκηνοθέτης, Ηλίας Καζάν, κατέδωσε με μεγάλη ευκολία πολλούς απ’ τους συνεργάτες του, το 1952. Ο Καζάν είχε υπάρξει μέλος του αμερικάνικου κομμουνιστικού κόμματος για ενάμισι χρόνο, το 1934. Ρωτήθηκε για τους συντρόφους του την περίοδο εκείνη και αρχικά δεν απάντησε, αλλά αργότερα έδωσε οχτώ ονόματα στενών φίλων και συνεργατών του ανάμεσά τους και ο Ζυλ Ντασέν που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα. Ο Καζάν στιγματίστηκε ως καταδότης και έχασε μακροχρόνιες φιλίες. Όταν παρέλαβε τιμητικό Όσκαρ το 1999 για τη συνεισφορά του στον κινηματογράφο, πολλοί παρευρισκόμενοι αποχώρησαν από την τελετή υπενθυμίζοντας το ρόλο του ως καταδότη 47 χρόνια νωρίτερα. Στα απομνημονεύματά του, ο Καζάν έγραψε αναφερόμενος στον εαυτό του, ότι εξαιτίας της κατάθεσής του, «το μεγάλο όνομα έγινε αουτσάιντερ».
Το 1956 ήρθε η σειρά του σεναριογράφου και συζύγου της Μέριλιν Μονρό, Άρθουρ Μίλερ, να σταθεί μπροστά στην επιτροπή. Μαζί του, καθ’ όλη τη διάρκεια της εξέτασης, ήταν και η Μέριλιν Μονρό, η οποία συνοδεύοντας έναν φιλο-κομμουνιστή, ρίσκαρε να καταστρέψει τη δική της καριέρα. Η ηθοποιός κατέθεσε υπέρ του συζύγου της και εκμεταλλεύτηκε τη διασημότητα και τη δημοτικότητά της για να μεταπείσει τα μέλη της επιτροπής. Δεν κατάφερε να γλιτώσει το σύζυγό της, αλλά σίγουρα η υποστήριξή της σήμαινε πολλά για εκείνον. Ο Μίλερ αρνήθηκε να δώσει ονόματα, κρίθηκε ένοχος και μπήκε στη μαύρη λίστα.
Ο Ρίτσαρντ Κόλινς ήταν πετυχημένος σεναριογράφος του Χόλυγουντ και αφοσιωμένος κομμουνιστής τη δεκαετία του ’30. Ήταν απ’ τα πρώτα ονόματα στη «Μαύρη Λίστα». Πολύ γρήγορα όμως, κατέδωσε φίλους, συνεργάτες, ακόμα και τη γυναίκα του. Ήταν η ηθοποιός Ντόροθι Κόμινγκορ, γνωστή για το ρόλο της στον «Πολίτη Κέιν» του Όρσον Γουέλς. Η Κόμινγκορ αρνήθηκε πεισματικά να δώσει ονόματα και ο «καλός Αμερικάνος», Ρίτσαρντ Κόλινς, της ζήτησε διαζύγιο. Και το πήρε. Ο Κόλινς έκτοτε έμεινε γνωστός στο Χόλυγουντ όχι για το συγγραφικό του ταλέντο, αλλά ως ένας απ’ τους μεγαλύτερους δοσίλογους του Μακαρθισμού.
Ο Ουώλτ Ντίσνεϋ προειδοποιούσε για τη «σοβαρή απειλή» και κατέδιδε ως κομμουνιστές όλους τους συνδικαλιστές των εταιρειών του.
Πιο ανάγλυφα ο ηθοποιός Αντόλφ Μενζού δήλωνε στην Επιτροπή: «Είμαι κυνηγός μαγισσών, εάν οι μάγισσες είναι κομμουνίστριες. Είμαι ψαράς κόκκινων. Θέλω να τους στείλω όλους στη Ρωσία».
Εκτός από το να μην προσλαμβάνουν τους υπόπτους, οι κινηματογραφικές εταιρείες επιδίδονταν σε μία προσπάθεια να πείσουν για την προσήλωσή τους στις εθνικές αξίες κυκλοφορώντας σωρηδόν ταινίες όπως:
Κόκκινη απειλή: Ένας Αμερικανός γίνεται κομμουνιστής για χάρη του έρωτά του. Όταν ανακαλύπτει το αδιέξοδο της ιδεολογίας του και προσπαθεί να ξεμπλέξει από το Κόμμα, γίνεται στόχος κατασκόπων.
Κόκκινος πλανήτης Άρης: Ένας Σοβιετικός κι ένας ναζί επιστήμονας ξεγελούν ένα έντιμο μα αφελές ζευγάρι Αμερικανών επιστημόνων και μαζί τους όλη την ανθρωπότητα, υποκρινόμενοι ότι είναι η φωνή του Θεού που μιλά από τον Άρη.
Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή: Ένας ηθικός ναυτιλιακός πράκτορας, που στα νιάτα του ήταν λιμενεργάτης και αριστερός, απειλείται από τον κομμουνιστή Βάνινγκ πως θα αποκαλύψει το παρελθόν του, εκτός εάν ανατινάξει το ναυπηγείο του Σαν Φρανσίσκο.
Έγινα κομμουνιστής για το FBI: Ένας νεαρός παρεισφρύει για εννιά χρόνια σε μια κομμουνιστική ομάδα και στέλνει αναφορές στο FBI για τη δράση της (αν και ταινία μυθοπλασίας, το ψυχροπολεμικό κλίμα ήταν τόσο έντονο που προτάθηκε για Όσκαρ Ντοκιμαντέρ το 1951).
Ο μεγάλος Τζιμ Μακ Λέιν: Ο Τζον Γουέην είναι ο Τζιμ Μακ Λέιν, ένας πράκτορας που ξετρυπώνει κομμουνιστές στα εργατικά συνδικάτα της Χαβάης.
Το πρώτο ρήγμα στον δεκαετή αποκλεισμό των καλλιτεχνών της Μαύρης Λίστας ήλθε από τον Άλφρεντ Χίτσκοκ το φθινόπωρο του 1957, όταν προσέλαβε προγραμμένο ηθοποιό για τον τρίτο κύκλο της τηλεοπτικής σειράς «Ο Χίτσκοκ παρουσιάζει».
Η αλλαγή στον κινηματογράφο άργησε δυόμισι ακόμη χρόνια. Το 1960 δύο εταιρείες ανακοίνωσαν ότι ετοίμαζαν ταινίες σε σενάρια του Ντάλτον Τράμπο. Έτσι στις 6 Οκτωβρίου, όταν ο «Σπάρτακος» του Κιούμπρικ έκανε πρεμιέρα, ήταν η πρώτη φορά μετά το Νοέμβριο του 1947 που ένας καλλιτέχνης της λίστας έβλεπε το όνομά του στους συντελεστές μιας ταινίας χωρίς να κάνει δήλωση μετανοίας ή να καταδώσει συναδέλφους του.
Το οριστικό τέλος της Μαύρης Λίστας ήλθε το 1962 με αφορμή την καταδίκη ενός πρακτορείου ερευνών που τροφοδοτούσε τις εταιρείες με στοιχεία, καθώς και των εντολέων του. Με την απόφασή του, το δικαστήριο τούς χαρακτήριζε ως νομικά υπαίτιους για την προσωπική και οικονομική βλάβη που υπέστησαν τα θύματά τους. Έκτοτε η πρακτική εγκαταλείφθηκε, αλλά πολλές καριέρες είχαν ήδη καταστραφεί. Υπολογίζεται ότι μόλις το ένα δέκατο κατάφερε να επανενταχθεί στην κινηματογραφική παραγωγή.
Δεν αποτελεί υπερβολή ότι η περίοδος της Μαύρης Λίστας άλλαξε το χαρακτήρα του Χόλυγουντ για πάντα, μεταβάλλοντάς το από πεδίο σύνθεσης δημιουργικότητας και εμπορικότητας σε στυγνή βιομηχανία.
Από κινηματογραφική σκοπιά, χαμήλωσε ο μέσος ποιοτικός όρος της παραγωγής. Προ λίστας η αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία παρήγε τα πάντα – από «ταινίες τέχνης» μέχρι εύπεπτες ταινίες μαζικής κατανάλωσης. Η εκδίωξη των πιο φωτισμένων και διανοούμενων μυαλών από τα στούντιο οδήγησε σε σχεδόν πλήρη εξαφάνιση της πρώτης κατηγορίας. Θρύλοι της έβδομης τέχνης όπως οι Τσάρλι Τσάπλιν, Όρσον Γουέλς, Τζον Χιούστον, και δεκάδες άλλοι αυτοεξορίσθηκαν στην Ευρώπη για να μπορέσουν να κάνουν ταινίες.
Ακόμα χειρότερα ήταν τα πράγματα για τους σεναριογράφους που απολύονταν μαζικά, διότι τα σενάριά τους αναψηλαφίζονταν και βρίσκονταν αμφιλεγόμενα. Ακόμα και οι μη προγραμμένοι φοβούνταν να περιλάβουν ανθρωπιστικά και οικουμενικά μηνύματα, υπό τη δαμόκλειο σπάθη ότι κάποιος θα τα χαρακτήριζε κομμουνιστική προπαγάνδα και θα έμεναν άνεργοι. Η θεματολογία των ταινιών στράφηκε σε πατριωτικά (όπως τα κατασκοπευτικά και τα γουέστερν) ή ουδέτερα θέματα (αισθηματικές κομεντί ή υπερπαραγωγές χλαμύδας τύπου Μπεν Χουρ). Ο αμερικανικός κινηματογράφος μπορεί να υπερηφανευόταν για την τεχνική αρτιότητά του, αλλά είχε χάσει κομμάτι της ψυχής του – νέα πατρίδα του «κινηματογράφου τέχνης» γινόταν πια η Ευρώπη.
Το χειρότερο όμως αποτέλεσμα ήταν η διάρρηξη της εσωτερικής ενότητας του καλλιτεχνικού κόσμου, η κυριαρχία ενός κλίματος καχυποψίας και φόβου πως όλοι μπορούν να σταμπαριστούν ως κόκκινοι, εκτός από όσους αποδεικνύουν τον πατριωτισμό τους καταδίδοντας συναδέλφους στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων.

Πηγές:
klg.gr
tvxs.gr
mixanitouxronou.gr
el.wikipedia.org

263