Aφιέρωμα στον Κώστα Τριπολίτη

Aφιέρωμα στον Κώστα Τριπολίτη

Screen Shot 2014-09-16 at 6.15.45 AMΟ Κώστας Τριπολίτης είναι ποιητής και ένας από τους καλύτερους εν ζωή Έλληνες στιχουργούς.
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 16 Σεπτεμβρίου 1953. Σπούδασε κινηματογράφο και στη συνέχεια Νευροψυχολογία και Γλωσσολογία στη Γερμανία. Γνωστός από τα έργα του Συγγνώμη για την άμυνα, Δε λες κουβέντα, Ανεμολόγιο, Φράγμα, Νταλίκα, Ερηνούλα μου (με τίτλο Delenda est), Επεμβαίνεις, Συχνότητα, Όργανο Εκτελεστικό, Όλα από χέρι καμένα, Ραντάρ, Επιβάτης, Σχήμα Λόγου, Ένα μπλούζ, Μπούμ, Αγάπη κ.α. και τις συνεργασίες του με συνθέτες -τραγουδοποιούς (Μίκη Θεοδωράκη, Δήμο Μούτση,
href=»http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%9C%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82″ target=»_blank» rel=»nofollow»>Θάνο Μικρούτσικο, Αντώνη Βαρδή, Σταμάτη Κραουνάκη, Γιώργο Χατζηνάσιο, Μίμη Πλέσσα, Λίνο Κόκοτο,Διονύση Τσακνή, Γιώργο Κριμιζάκη, Νίκο Ιγνατιάδη, Λάκη Παπαδόπουλο, Νίκο Ζιώγαλα, Μάρθα Μεναχέμ).
Διατελεί επί σειρά ετών συνεργάτης εφημερίδων και εντύπων ως αρθρογράφος και σχολιαστής, παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών (είναι παραγωγός στο κρατικό ραδιόφωνο) και υπήρξε σεναριογράφος τηλεοπτικών εκπομπών και σκηνοθέτης ταινιών μικρού μήκους. Έχει εκδώσει ποιήματα και πεζογραφήματα και είναι μέλος της ΑΕΠΙ από το 1972.Τα τελευταία χρόνια παρουσίαζε την εκπομπή «Εδώ Μεσάνυχτα» στο Δεύτερο Πρόγραμμα (103.7 FM), κάθε Τρίτη βράδυ στις 12, όπου σχολίαζε την επικαιρότητα και διάβαζε ποιήματα Ελλήνων ποιητών, παρεμβάλλοντας τραγούδια -διαμάντια της ελληνικής και όχι μόνο μουσικής.

Κώστας Τριπολίτης, ένας σύγχρονος στιχουργικός καταπέλτης

Σε πολύ υψηλές συνθήκες καλλιτεχνικής θερμοκρασίας και με έντονο ρίσκο επεκτατικών διαστάσεων δύναται να δημιουργηθεί ένα μείγμα ισχυρής ανασταλτικής δράσης του αποστήματος μιας χρόνιας κοινωνικής δυσλειτουργίας. Από την άχαρη δεκαετία της μεταπολίτευσης ο λόγος του Κώστα Τριπολίτη είναι η πιο μεγάλη ανατροπή της ελληνικής στιχουργικής που σκοπό έχει να συνταράξει το κοινό αίσθημα τοποθετώντας την έννοια της αξίας εκεί που πρέπει κάθε φορά. Η επιτύμβια στήλη στον τάφο της Σωτηρίας Μπέλλου, μετά από απαίτηση της ίδιας, γράφει το αποτύπωμα της σκέψης του, αυτό με το οποίο ταυτίστηκε η μεγάλη ρεμπέτισσα, «Δε λες κουβέντα». Με μια λυρική διάθεση που κρύβει όμως μια αγριάδα μας δίνει ένα ζαχαρωτό σκληρό που μας γλυκαίνει στην αρχή μα υπάρχει αυτός κίνδυνος να σπάσουμε τα δόντια. Είναι μια φαινομενική αβρότητα μπλεγμένη πολύ επιμελώς μ’ ένα ατίθασο πέταγμα πάνω από γκρεμό.
Από το χώμα στο τσιμέντο
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 16 Σεπτεμβρίου 1953. Μεγάλωσε περπατώντας σε αλάνες και χωματόδρομους  προσπερνώντας τους μανάβηδες με τις σούστες. Πρόλαβε τα νεοκλασικά που αργότερα έδωσαν τη θέση τους σε πολυκατοικίες. Πήγε στο γερμανικό δημοτικό και συνέχισε στο Οικονομικό Γυμνάσιο. Τα τανκς της δικτατορίας τον έπιασαν στα πράσα στα 14 του χρόνια. Αναγκάστηκε να βιώσει όλη την παράλογη σκληρότητα μιας καταναγκαστικής εξουσίας που τη συνόδευαν άθλια σχολεία και κακοί καθηγητές. Επιδίδονταν σε χειροδικίες, όταν οι μαθητές είχαν μακρυά μαλλιά ή σε αποβολές για όσους φορούσαν το απαγορευμένο τζιν. Από μικρό παιδί μαθαίνει να μιλά λιγότερο και να παρατηρεί περισσότερο κάθε λεπτομέρεια του κόσμου, μέχρι τη στιγμή που θα είναι έτοιμος να μιλήσει για καθεμία από αυτές.

Η Φιλοσοφική είναι η πρώτη φοιτητική στάση που κάνει, την οποία όμως γρήγορα εγκαταλείπει, για να μεταπηδήσει στον κινηματογράφο και την ιατρική. Οι ικανότητές του είναι διακριτές και πολλές. Κονταροχτυπιούνται να δουν ποια θα υπερισχύσει. Γίνεται ερασιτέχνης ψυχίατρος. Περνά λίγο από τη διαφήμιση ενώ για πολλά χρόνια ασκεί το επάγγελμα του φωτογράφου τηρώντας έτσι και τη οικογενειακή παράδοση. Η ενασχόλησή του με τη φωτογραφία είναι η βασικότερη πηγή επιβίωσής του. Η γλώσσα, όμως είναι αυτή που θα τον παρασύρει για τα καλά στο πέρασμά της. Γράφει διηγήματα, θεατρικά έργα ενώ αρθρογραφεί και σε κάποιες εφημερίδες. Καταπιάνεται και με την ποίηση. Κάποια στιγμή με αφορμή τη δημοσίευση κάποιων ποιημάτων του σε λογοτεχνικό περιοδικό, κάποιος βάλθηκε να τα μελοποιήσει. Έτσι  αθόρυβα και ξαφνικά μπήκε το τραγούδι στη ζωή του. Το κάλεσμα ήταν δυνατό κι εκείνος ανταποκρίθηκε με σκοπό μέσα από την ευθύτητα και τη μαζικότητα των τραγουδιών το μήνυμά του να βρει κατευθείαν το στόχο του.
Κόντρα στη γλυκιά, ακίνητη θολή νιρβάνα
Η πρώτη δισκογραφική του εμφάνιση καταγράφεται το 1979 με το δίσκο «Ζω» σε μουσική του Γιώργου Χατζηνάσιου και με την ερμηνεία της Δήμητρας Γαλάνη. Μέχρι σήμερα μετρά 13 ακόμα παρουσίες σε δίσκους. Ξεχωρίζουν σε περίοπτη θέση το «Ραντάρ» και το «Συγγνώμη για την άμυνα» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και Θάνου Μικρούτσικου αντίστοιχα και με τη φωνή του Γιώργου Νταλάρα και στα δυο. Στο «Φράγμα» ο Τριπολίτης γράφει μαργαριτάρια, σπρώχνοντας το Δήμο Μούτση να αλλάξει συνθετικό ύφος και να μας αποκαλύψει μια άλλη πτυχή του ταλέντου του. Ταυτόχρονα, κατορθώνει να πείσει τη Σωτηρία Μπέλλου να απλώσει τις νότες που ξεπηδούσαν από το λαρύγγι της απάνω σε ένα εντελώς διαφορετικό είδος τραγουδιού, χαρίζοντάς μας ανατριχιαστικές ερμηνείες. Έχει συνεργαστεί με μεγάλους συνθέτες όπως Σταμάτης Κραουνάκης, Διονύσης Τσακνής, Αντώνης Βαρδής και άλλοι. Τις παράξενες κουβέντες του μας έχουν μεταφέρει οι Χάρις Αλεξίου, Βίκυ Μοσχολιού, Βασίλης Παπακωνσταντίνου και άλλοι.
Αρνείται τις τάσεις της χαζοκουλτούρας της μουσικής τσιχλόφουσκας που σκάει γρήγορα στα πρόσωπα όσων τη μασούν. Κρατά τις αποστάσεις του από τα εύπεπτα σλογκανάκια της εποχής και επιχειρεί την αναβάθμιση της στιχουργικής με ένα εργαλείο, τη γλώσσα. Δε διστάζει να βάλει τις σκέψεις του σε σειρά χρησιμοποιώντας προκλητικές και ακραίες λέξεις κυρίως στα πολιτικά τραγούδια κάνοντας ευθεία επίθεση στην κρατούσα πολιτική ασυνειδησία αυτού που έχει την εξουσία μα κι αυτού που επιλέγει και δίνει την εξουσία ως ψηφοφόρος. Τολμάει να μιλήσει χωρίς φόβο και με πολύ πάθος λειτουργώντας συχνά σαν ένας οδοστρωτήρας, όπως «…και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε… Ξέσκισε η πόρνη η ιστορία αρχαία οράματα/ τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνει και για χαμόμηλο..» και «Τα μανιφέστα του καιρού σου μίλα/ κίτρινα λόγια με σινέ ξεφτίλα/ πουλάει η μοναξιά χιλιάδες φύλλα, όταν ποζάρει στο φακό..». Με μια αμεσότητα φτιάχνει με το λόγο του εικόνες που γλυκαίνουν κάπως το σκληρό αποτέλεσμα μιας οξείας κριτικής που κάνει στον μικροαστισμό, όπως «Τώρα απόχτησες καβούκι και αμάξι σπορ μοντέλο…η μαγκιά σου ναφθαλίνη με κασμίρι και λουστρίνι..».

Διαθέτει φαντασία και δύναται να παίξει με τις λέξεις και τις ιστορίες φτιάχνοντας περιπαιχτικά αλλά αιχμηρά τραγούδια όπως στο «Βεελζεβούλ», «..δε με φοβούνται ούτε οι θρήσκοι και με νομίζουν μπόμπα ουίσκι/ δεν είναι να εμπιστεύεσαι της αγοράς τα ήθη/ έτσι που ξεφτιλίσανε και το παραμύθι..». Ξεχωρίζει και στα ερωτικά κομμάτια για το μοναδικό του στιχουργικό «θράσος» να τοποθετεί την ιστορία που λέει κάθε φορά στη διάσταση που επιθυμεί ο ίδιος παραβλέποντας τις επιθυμίες του ακροατηρίου. Ασχολείται το εγωιστικό μικρόβιο που μπαίνει στο αίμα του ανθρώπου και τον κάνει να θέλει να κατέχει αγαπώντας αρρωστημένα και καταπιέζοντας, «..επεμβαίνεις με πυρά κατευθυνόμενα / στο σπίτι μου, στους φίλους και το γκόμενο/ μ’ εντάλματα και σπαστικά..» και άλλες φορές του υψώνει βουνά και χάνει τον έρωτα, τη ζωή , «συγγνώμη που σε πάγωνα σ’ αρνιόμουν και σε πλήγωνα.. συγγνώμη για την άμυνα και για όσα δε σου πρότεινα..». Δειλά δειλά καμιά φορά δείχνει την κρυμμένη του την τρυφερότητα λέγοντας «..κι η νύχτα αυτή που κράτησες δική σου…κι αυτά που απόψε κέρδισες δικά σου..». 
Ένας παρατηρητής στην άκρη της αποβάθρας
Πρόκειται για έναν άνθρωπο πολύ κλειστό που όμως αναζητά μανιωδώς την επικοινωνία με τους άλλους μέσω της γραφής του. Επιδιώκει τις μεγάλες βόλτες  κυρίως στο κέντρο της Αθήνας και αρέσκεται να κινείται σε όλους τους χώρους, όπου παράγεται η γλώσσα καθημερινά και πλάθεται σαν ζυμάρι από τους ανθρώπους. Αντιπαθεί τα μεγάλα σαλόνια και τις απόπειρες εντυπωσιασμού των πάσης φύσεως φαντασμένων. Είναι ο γνωστός μας άγνωστος στιχουργός, όπως τον είχε χαρακτηρίσει η δημοσιογράφος Εύη Κυριακοπούλου, ο οποίος απομακρύνει κάθε είδους προβολή και δημοσιότητα άνευ λόγου στο πρόσωπό του, επιλέγοντας να δουλεύει απερίσπαστος και καταγράφοντας τα πάντα. Ακούει προσεκτικά το καθετί, κάνει τη σκέψη του να σωπάσει για λίγο, αφήνοντας χώρο στα γεγονότα γύρω του να ξεδιπλωθούν μόνα τους μπροστά του. Αρπάζει τον καθημερινό τρέχοντα λόγο μπερδεύοντάς τον μοναδικά με τις δικές του γνώσεις του και εμπειρίες ως απόκτημα πολλών ετών. Τότε, η σκέψη και το μολύβι του παίρνουν φωτιά.

Πολύ προσεκτικός, δίνει το παρόν στα δισκογραφικά τεκταινόμενα μόνο, όταν υπάρχει κάτι για να πει. Λίγες είναι φορές που αναγκάστηκε να γράψει τραγούδια αδιάφορα ή ίσως όχι και τόσο σημαντικά κατά παραγγελία των δισκογραφικών εταιρειών ή των ερμηνευτών. Έχοντας αποβάλει εντελώς από πάνω του οποιοδήποτε στοιχείο υπερβολής και υποκριτικής δραματικότητας συμμετέχει ενεργά σε μια διαρκή πάλη για την ανθρώπινη επιβίωση, όντας πάντα αμετανόητος εραστής της ελευθερίας. Με πολύ διάβασμα και σκληρή δουλειά επεξεργάζεται όλες τις προσλαμβάνουσες που εισπράττει καθημερινά διαμορφώνοντας το δικό του γραπτό στίγμα, το οποίο τον κάνει άμεσα αναγνωρίσιμο.

Ο Κώστας Τριπολίτης γράφει τραγούδια που ξυπνάνε τη συνείδηση και εμποδίζουν τη λήθη που καραδοκεί στη γωνία, προκαλώντας τη σκέψη μας. Με ξεχωριστό ήθος και ύφος βρήκε το κλειδί και άνοιξε την πόρτα της ψυχής μας, με την ελπίδα να αγγίξει τις πιο ευαίσθητες χορδές μας, αυτές που θα μας κινήσουν, για να κάνουμε την υπέρβαση που θα φέρει την αλλαγή σ’ αυτό τον κόσμο. Κάποτε πολύ εύστοχα είχε πει : « Ο κόσμος δεν αλλάζει, αλλά αν αλλάξει, θέλω να είμαι μέσα.». Μέσα στα παρατράγουδα της εποχής εκείνος γράφει ωραία άσματα που ελπίζουν σε όνειρα με ταυτότητα και όχι με αριθμό. Ευθύβολος και αιχμηρός μας δείχνει το δύσκολο μονοπάτι. Όμως, ο κόσμος ξημερώνει και εμείς θα είμαστε εκεί, για να απολαύσουμε το χάραμα…
Πηγές: http://www.flowmagazine.gr/article/view/Kwstas_tripoliths_enas_sugxronos_stixourgikos_katapelths/category/culture
http://el.wikipedia.org

281