και οι σχετικές ελλείψεις στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο
Του Στέφανου Καπέλλα
Από την χρονιά που ξέσπασε η κοινωνικό-οικονομική κρίση και σε συνδυασμό με την άνοδο της Χρυσής Αυγής και την συστηματική εμφάνιση των ταγμάτων εφόδου, άρχισαν να πληθαίνουν σημαντικά τα κρούσματα βίας. Τα θύματα είναι κυρίως μετανάστες, άνθρωποι της αριστεράς και των κινημάτων. Το τελευταίο διάστημα όμως, έχουν αυξηθεί ανησυχητικά και οι επιθέσεις σε άτομα που ανήκουν στον LGBTQ (Λεσβίες, Γκεϊ, Τρανς Αμφι) χώρο στην Ελλάδα. Οι επιθέσεις έχουν πραγματοποιηθεί σε γειτονιές της Αθήνας από ομάδες ακροδεξιών, με ξεκάθαρα ρατσιστικά κίνητρα, επειδή τα συγκεκριμένα άτομα που βλέπουν εκείνη τη στιγμή μπροστά τους είναι ομοφυλόφιλα. Η τελευταία ομοφοβική επίθεση έγινε στο Παγκράτι, με θύματα δυο άνδρες νεαρής ηλικίας. Γύρω στα 10 άτομα τους επιτέθηκαν λεκτικά αλλά και σωματικά, σπάζοντας στον ένα το πόδι. Μέχρι στιγμής οι ένοχοι είναι ατιμώρητοι, όμως η ψυχική υγεία των παιδιών είναι σοβαρά κλονισμένη από το σοκ που υπέστησαν.
Το 2010 ανακοινώθηκε από την τότε κυβέρνηση η σύνταξη ενός αντιρατσιστικού νομοσχεδίου που δεν ψηφίστηκε ποτέ έως τώρα. Λίγο πριν το καλοκαίρι, το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο επανήλθε ακόμη μια φορά προς ψήφιση στην Βουλή, όμως, ύστερα από τους χειρισμούς “Μπαλτάκου”, μπήκε στο συρτάρι.
Η ακριβής διατύπωση του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου όσον αφορά στην πάταξη της ρατσιστικής βίας ήταν η ακόλουθη: Όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά ή διά του τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, παροτρύνει, προκαλεί ή διεγείρει σε βιαιοπραγίες ή μίσος, κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, τον γενετήσιο προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή πέντε έως είκοσι χιλιάδων (5.000 – 20.000) ευρώ. Σύμφωνα με αυτήν την διατύπωση, στην ουσία, αντί να καταδικάζεται (και) ο θύτης της ρατσιστικής πράξης, καταδικάζεται μόνο ο υποκινητής. Αυτή μάλιστα είναι μια από τις (πολλές και σοβαρές) ελλείψεις που έχει αυτό το -ψηφισμένο πλέον- αντιρατσιστικό νομοσχέδιο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ κατέθεσε μια σειρά προτάσεων για το νομοσχέδιο, που σκοπό είχαν ουσιαστικά την πάταξη και τιμωρία αυτών που συμμετέχουν με οποιονδήποτε τρόπο σε επιθέσεις ρατσιστικής βίας και φυσικά την υπαγωγή αυτής της νομοθεσίας στον Ποινικό Κώδικα. Όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε δεκτό. Όπως δεν έγινε δεκτή και η τροπολογία για την επέκταση του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια. Φυσικά για το δεύτερο “έβαλαν το χέρι τους” εκπρόσωποι του κλήρου, επεμβαίνοντας για ακόμη μια φορά σε ζητήματα της πολιτείας που δεν την αφορούν.
Η αριστερά μέσα από τις συλλογικότητες, δίνει καθημερινά τους δικούς της αγώνες ενάντια στα κρούσματα ρατσιστικής βίας σε μετανάστες, ομοφυλόφιλους κ.α. Πραγματοποιεί συγκεντρώσεις ενάντια στη Χρυσή Αυγή, όπου είναι η κύρια υπεύθυνη για τις επιθέσεις αυτές, καλέσματα συμπαράστασης στα θύματα των ρατσιστικών επιθέσεων και καλεί τον κόσμο να αποδοκιμάσει τέτοιες πρακτικές που μας γυρίζουν δεκαετίες πίσω.
Πέρα όμως από την κινητοποίηση της κοινωνίας κατά του ρατσισμού, που αποτελεί έναν από τους ουσιαστικούς στόχους του αντιρατσιστικού και αντιφασιστικού κινήματος, μια αυστηρή νομοθεσία, τόσο για τους θύτες όσο και για τους υποκινητές ρατσιστικής βίας, πρέπει να αποτελεί έναν από τους ενδιάμεσους στόχους του. Ξεκαθαρίζουμε όμως, πως όλα αυτά πρέπει να τα μεταφέρουμε και στους χώρους δουλειάς, στα σχολεία και οπουδήποτε αλλού καθώς δεν πρέπει (και δεν έχουμε την “πολυτέλεια”) να αφήσουμε κι άλλα περιστατικά ρατσιστικής βίας και να μείνουν ατιμώρητα.
Εχθρός μας είναι η μνημονιακή κυβέρνηση και οι απάνθρωποι νόμοι που εφαρμόζει εις βάρος μας. Ο μετανάστης και ο ομοφυλόφιλος, όπως και όλοι οι υπόλοιποι πολίτες, είναι το ίδιο θύματα μιας καταστροφικής και απάνθρωπης πολιτικής. Ας ενώσουμε όλοι μαζί τις γροθιές και τις δυνάμεις μας και ας προστατέψουμε τους γύρω μας.







