Πριν κάμποσα χρόνια είχα πάει στην πατρίδα των προγόνων μου, μια μικρή πόλη λίγο έξω από τη Σμύρνη. Στα Βουρλά της γιαγιάς και του παππού. Ήταν προσκύνημα στην αλησμόνητη πατρίδα που γνώρισα μέσα από τις λίγες αλλά ανεξίτηλες διηγήσεις της γιαγιάς.
Ιστορίες ειρηνικές μες τα καπνοχώραφα και τ’ αμπέλια. Χαράματα μες τα καπνά και τα σπαρτά. Μες το λιοπύρι τα σταφύλια, οι σταφίδες και τα σύκα. Μα πιο πολύ ήθελα να μου λέει για τα άλογα και τις καμήλες. Και της ζητούσα να μου τα περιγράψει ξανά και ξανά. Δεν είχα δει ποτέ καμήλα από κοντά και έβλεπα με δέος τη γιαγιά που είχε τέτοια τύχη. Και τα άλογα! Τι δεν θα ‘δινα να τρέχω με το άλογο στις απέραντες εκτάσεις…
Οι σκηνές του πολέμου και της καταστροφής και του διωγμού με φόβιζαν. Κι αυτή δεν ήθελε να τα θυμάται. Όμως όλο και κάτι της ξέφευγε κάθε φορά. Και έμειναν στη μνήμη μου καπνοί και φωνές και ουρλιαχτά και μια κοπέλα »σαν τα κρύα τα νερά» να κρέμεται στα κάγκελα, να της κόβει το χέρι ο εχθρός και να της πέφτει κάτω. Και η ανεμόσκαλα του πλοίου η στενή, και η γυναίκα με τον μπόγο στο ένα χέρι και το μωρό της στο άλλο, να’χει φρακάρει και να της φωνάζουν οι άλλοι που βιάζονταν να ανεβούν ξωπίσω της, κι αυτή μες τον πανικό της αντί να πετάξει τον μπόγο πέταξε το μωρό της στη θάλασσα και τρελάθηκε σε μια στιγμή…
Και πως το σπίτι μας είναι εκεί και πως πρέπει πριν πεθάνει να την πάμε να μας το δείξει. Γελούσαν με την αφέλεια της τα παιδιά της. Κι εγώ θύμωνα μέσα μου κρυφά γιατί χαλούσαν και το δικό μου όνειρο.
Πέρασαν τα χρόνια, έφυγε η γιαγιά -ο παππούς είχε φύγει τόσο νωρίς που δεν είχα προλάβει να τον γνωρίσω- πέρασαν σχεδόν 35 χρόνια από τότε που όλοι πίστευαν ότι δεν έχει μείνει ελληνικό σπίτι όρθιο στα Βουρλά.
Ήταν το καλοκαίρι του 2007. Τότε πήγα. Και τα βρήκα εκεί. Τα »ελληνικά σπίτια». Όρθια, κλειδωμένα, σιωπηλά, απείραχτα, αφημένα στο χρόνο. Πάρα πολλά αντέχουν και πολλά υποχωρούν. Πέφτουν οι στέγες, βουλιάζουν και σιγά σιγά χάνονται. Το παιδικό μου όνειρο βγήκε αληθινό, μόνο που η γιαγιά δεν πρόλαβε να το ζήσει. Ούτε πρόλαβε να μου δείξει το σπίτι μας.
Καθώς φωτογράφιζα την πόρτα ενός σπιτιού βγαίνει από απέναντι μια ηλικιωμένη και με ρωτά με βαριά κρητικά: -δικό σου ‘ναι τουτονά κοπελιά;
-δεν κατέχω, της απάντησα. -Κρητικιά ‘σαι; -Ναι. Κάνει πίσω τη μαντήλα και μ’αγκαλιάζει με δάκρυα στα μάτια λέγοντας μου πως ποκρατεί απ’ τσι Καμάρες. Η κόρη της και η εγγονή της κοίταζαν με απορία. Αυτές δεν έχουν μάθει τα κρητικά…
Πήγα στη βρύση του χωριού. Ήταν τόσο παλιά, που σίγουρα ερχόταν εδώ η γιαγιά να πάρει νερό. Ίδια πως έψαχνα τα ζάλα της, τα ίχνη τους.
Κανείς τους δεν ήθελε να φύγει από το σπίτι που μεγάλωσε, κανείς τους δεν ήθελε να φύγει από τον τόπο του και ν’αφήσει πίσω την καρδιά του. Δεν έχει σημασία ποιο είναι το αίτιο της προσφυγιάς ή της μετανάστευσης. Αν είναι ο πόλεμος και ο διωγμός ή μια άλλη χείριστη μορφή βίας όπως η πείνα. Σημασία έχει ότι κανείς δεν αφήνει το σπίτι του με χαρά για να πάει σε ξένο τόπο. Φοβάται το άγνωστο ο άνθρωπος. Την άγνωστη χώρα, τους ξένους ανθρώπους, την ξένη γλώσσα, τα ξένα ήθη και έθιμα. Κι όποτε αναγκάζεται να ξεπατρίζεται πάντα μέσα του κρατά μια σπίθα ελπίδας ότι θα επιστρέψει. Ακόμα θυμάμαι τους ηλικιωμένους Μικρασιάτες των παιδικών μου χρόνων να τσουγκρίζουν τα ποτήρια ευχόμενοι »καλή Πατρίδα»…
Γιατί τα θυμήθηκα απόψε όλ’ αυτά και γιατί τα μοιράζομαι μαζί σας;
Γιατί είναι δύσκολο πράμα πριν κρίνουμε τον άλλο να βαδίσουμε για δυο φεγγάρια με τα παπούτσια του, όπως πολύ ωραία περιγράφουν την ενσυναίσθηση οι ινδιάνοι.
Είναι δύσκολο πράμα να έρθουμε στη θέση του άλλου. Πώς να έρθουμε στη θέση του πρόσφυγα, στη θέση του φοβισμένου που αμύνεται, στη θέση του φοβισμένου που επιτίθεται, στη θέση του πεινασμένου, στη θέση του χορτασμένου, στη θέση του απελπισμένου, στη θέση του βολεμένου, στη θέση του θύτη, στη θέση του θύματος, στη θέση του λαμόγιου, στη θέση του αδικημένου, όταν αυτή η θέση θεωρούμε ότι μάς είναι ξένη;
Ενώ μάς είναι πολύ εύκολο απ’ότι φαίνεται να κρίνουμε και να κατακρίνουμε οτιδήποτε πιστεύουμε ότι δεν θα κάναμε ποτέ εμείς… Πώς το ξέρουμε όμως ότι ποτέ δεν θα το κάναμε »εμείς», τη στιγμή που δεν είμαστε »αυτοί»;
Μάλλον το μόνο που κάνουμε όταν κρίνουμε, είναι να κρινόμαστε εμείς.
Η Αγάπη δεν κρίνει. Η Αγάπη δεν σκέφτεται. Η Αγάπη κατανοεί. Η Αγάπη αισθάνεται και δίνει. Δίνει εκεί που υπάρχει ανάγκη και που ποτέ δεν θα λάβει αντάλλαγμα. Η Αγάπη δεν δίνει ελεημοσύνες. Η Αγάπη δίνει τον εαυτό της ολόκληρο. Και την φέρουμε όλοι. Μπορεί να τη σκεπάζει ο φόβος, οι ψευδαισθήσεις και οι σκέψεις μας, όμως είναι εκεί βαθιά μέσα μας και περιμένει σαν την Πηνελόπη τον ταλαίπωρο εαυτό μας να την ξανα-βρει.
Να ξανα-βρει την μόνη Α-λήθεια του, να τη βιώσει και να ελευθερωθεί.
Άλλο σκοπό η ύπαρξή μας δεν έχει. Μόνο η κατάσταση της Αγάπης συγχωρεί, αγκαλιάζει τις αντιθέσεις κι αναπαύει την ψυχή.
Αυτό έμαθα από το τελευταίο μου ολιγοήμερο ταξίδι στην Χίο.
Απέναντι έβλεπα τα βουνά και πίσω τους τα άλογα που κάλπαζαν στις ιστορίες της γιαγιάς μου. Ένιωσα νοσταλγία. Σαν πως μεταβιβάζεται κι αυτή μέσω του DNA. Δίπλα μου εθελοντές. Στην πόλη, στις παραλίες, στη θάλασσα, στα παρατηρητήρια, στο πλυντήριο, στη διαλογή των ρούχων, στους καταυλισμούς, στα νοσοκομεία. Οι περισσότεροι από μακρινές χώρες. Ισπανία, Νορβηγία, Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδάς, Γερμανία.
Από το Ηράκλειο οι φίλοι εθελοντές διασώστες του ιστιοφόρου »Ωκεανός», και τέλος η μεγαλύτερη δύναμη, οι ντόπιοι, χωρίς τους οποίους τίποτα δεν θα μπορούσε να στηθεί. Αυτοί μού έδειξαν ότι η Αγάπη είναι η πιο φυσική, η πιο απλή και ανεπιτήδευτη κατάσταση. Που δεν ρωτά το γιατί, που δεν ψάχνει απαντήσεις, που απλά δίνει το χέρι χωρίς δεύτερη σκέψη στον »άλλο» που έρχεται από απέναντι ξεριζωμένος, φοβισμένος, βουτηγμένος στην απόγνωση με τα παιδιά του αγκαλιά να τουρτουρίζουν μες τη σκοτεινιά, την αλμύρα, την παγωνιά, ελπίζοντας να πατήσουν όλοι τους ζωντανοί τη στεριά ενός τόπου ξένου, μακρινού και άγνωστου. Μου έδειξαν ότι στο πρόσωπο του »άλλου» η Αγάπη φανερώνει τον ίδιο μας τον εαυτό, αυτόν τον ξένο, τον άγνωστο, τον διαφορετικό που δεν γνωρίζουμε, που μπορεί να είναι και εχθρός· αλλά και ποιος δεν μπορεί να είναι;
Δεν υπάρχουν ιδέες, έλεγε ο Καζαντζάκης. Υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει. Σε εσάς άνθρωποι ένα μεγάλο ευχαριστώ θα ήταν λίγο. Η σκέψη μου είναι μαζί σας με όλη μου την αγάπη. Babis Simeonidis Ilias Skipper Αντωνης Βορριας Μιχαηλ Βορριας Pothiti Kitromilidi Jay Gillen Watson Ted Watson Kai, Silke Bekel, Angelika, Steven, Chris, »Barefoot», καλή σας δύναμη για όσο ακόμα χρειαστεί.
fb Μαρίνα Μουράτη






