Στις 28 Μαρτίου 1868 Γεννιέται ο Μαξίμ Γκόρκι (πραγματικό όνομα Αλεξέι Μαξίμοβιτς Πεσκόφ)

Στις 28 Μαρτίου 1868 Γεννιέται ο Μαξίμ Γκόρκι (πραγματικό όνομα Αλεξέι Μαξίμοβιτς Πεσκόφ)

Screenshot_8Ο Γκόρκι, προλετάριος και ο ίδιος, πάλεψε για την επιβίωσή του και μετέτρεψε αυτή τη μάχη του σε πραγματικό
«σχολείο» που τον δίδαξε: «Την «ηθική των αφεντικών» τηναντιπάθησα όσο και την «ηθική των δούλων».

Μια τρίτη ηθική έβλεπα να διαμορφώνεται μέσα μου: Δίνε το χέρι σου σε όποιον σηκώνεται». Η αντίληψη που διαμόρφωσε στο «πεζοδρόμιο» του βίου τον οδήγησε στο μαρξισμό, τον οποίο υπηρέτησε ως το θάνατό του τόσο μέσα από το έργο του όσο και μέσα από την ίδια του τη ζωή.

Ο γραπτός λόγος για τον Γκόρκι ήταν το όπλο που αποκάλυπτε την άγρια εικόνα των προλετάριων της εποχής του – μέσω των αισθητικών κανόνων του συγγραφικού ρεαλισμού – αλλά και την αναγκαιότητα του συνειδητού ξεσηκωμού των σκλάβων για την ανατροπή του εφιάλτη που βίωναν. Μια συνειδητότητα που χαράζονταν και σφυρηλατούνταν στον καπιταλισμό στο δρόμο για την τελική έφοδο και την οικοδόμηση μιας κοινωνίας απαλλαγμένης από αφέντες και δούλους.

Το όνομά του συνδέθηκε άρρηκτα με τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, τον διδακτισμό και τον μανιχαϊσμό του: ακόμη και σύγχρονες μελέτες αναφέρονται στο κλασικό του μυθιστόρημα «Η μάνα» ως το έργο που εισηγείται τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, από κοινού με κάποια λενινιστικά κείμενα. Οποιος λέει Γκόρκι, λέει επίσης φίλος του Λένιν, αλλά και Ενωση Σοβιετικών Συγγραφέων, της οποίας υπήρξε πρόεδρος και με την ιδιότητά του αυτή υποδέχθηκε τις αντιπροσωπείες των προοδευτικών συγγραφέων στο Α΄ Συνέδριο της Ενωσης το 1934, μέσα στον σταλινικό τρόμο. Οταν πέθανε -αιφνιδίως και σύμφωνα με ορισμένους με σταλινική παρέμβαση- το 1936, ο Στάλιν και ο Μολότωφ ήταν μεταξύ αυτών που σήκωσαν το φέρετρό του. Σήκωσαν στα χέρια το ορφανό φτωχόπαιδο, τον Αλιόσα Πεσκόφ, που έκανε όλες τις δουλειές του κόσμου από τα εννιά του χρόνια για να ζήσει και έγινε συγγραφέας παγκόσμιας εμβέλειας· που δεν έβγαλε το σχολείο αλλά ήταν από τους πλέον ευρυμαθείς λογοτέχνες του καιρού του· τον αποτυχημένο αυτόχειρα και αδιαπραγμάτευτα ηθικό πρόσωπο, που θεωρεί μέτρο του ανθρώπου την αντίστασή του στο περιβάλλον.

Σχηματοποιήσεις

Είκοσι χρόνια μετά την κατάρρευση του σοσιαλισμού και ενώ ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός ήταν ήδη κλινικά νεκρός πολύ πριν από την εξαφάνιση της Ενωσης Συγγραφέων με τη διάλυση της ΕΣΣΔ, είναι εντυπωσιακό πώς, στο όνομα της πολύπλοκης οπτικής, παραμένουν σε επίπεδο αξιολόγησης του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και των μεγάλων, τουλάχιστον, συγγραφέων του οι σχηματοποιήσεις. Δεν μελετάται δηλαδή επαρκώς η διαδικασία μέσα από την οποία η λογοκρισία κατέστη στον σταλινισμό περιττή, επειδή ακριβώς εσωτερικεύτηκε, πώς οι Ρώσοι συγγραφείς μεταλλάχθηκαν σε άκριτους υποστηρικτές του καθεστώτος, αλλά και πώς οι πραγματικά μεγάλοι συγγραφείς, όπως και ο Γκόρκι ή ο Ερενμπουργκ για παράδειγμα, πραγματώνουν την ιδιαίτερη αισθητική τους αντίληψη μέσα στο κυρίαρχο πλαίσιο.

Για να μείνουμε λοιπόν στον Γκόρκι (1868-1936), τον μεγάλο αυτό θεατρικό συγγραφέα και μυθιστοριογράφο με την περιπετειώδη ζωή, δύσκολα αντιλαμβάνεται κανείς γιατί η «Μάνα», αυτό το γνήσιο πολιτικό μυθιστόρημα που τοποθετείται μετά την επανάσταση του 1905 και την ήττα της και περιγράφει το σπέρμα του πυρός, της επαναστατικής φωτιάς, που παραμένει ζωντανό και κυριεύει τον νου και την ψυχή των απλών ανθρώπων, είναι το πρότυπο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

1780818_837658906251147_1626226243_n

Ρωσικός κλασικισμός

Οι σχέσεις του Γκόρκι με τον Τολστόι, αλλά και τον Ντοστογιέφσκι, τους δύο μεγάλους ρεαλιστές του 19ου αιώνα, είναι ιδιαίτερες: ενώ επικρίνει τον Τολστόι για τον πασιφισμό του, επηρεάζεται στη «Μάνα» ήδη ιδιαιτέρως από την «Ανάσταση» και μετριάζει τις κρίσεις του για τον συγγραφέα της. Με τον Ντοστογιέφσκι, αντίθετα, διατηρεί μονίμως μια σχέση αγάπης και μίσους. Αυτόν τον κλασικό ρεαλισμό πάντως, τον οποίο περιγράφει θεωρητικά, διαβάζουμε και στη «Μάνα», που επανεκδόθηκε πρόσφατα: θα ήταν πραγματικά ευχής έργο τα περισσότερα κείμενα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού να διέθεταν τη δύναμη του Γκόρκι, τη ζωντάνια των περιγραφών, τον βαθύ ανθρωπισμό τον οποίο διακήρυξε και ως αισθητική κατηγορία, τη γλώσσα που τόσο εύστοχα αποδίδει ο Αλεξάνδρου στον πλούτο και την αμεσότητά της, την κοφτερή ματιά που παρουσιάζει μια ανατομία του κόσμου και, ειδικότερα, των νέων δυνάμεων που γεννιούνται στη Ρωσία.

Αν όμως υπάρχει ένα έργο όπου το ταλέντο του Γκόρκι ξεδιπλώνεται στο ακέραιο και αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη, αυτή είναι η αυτοβιογραφική του τριλογία, με κεντρικό άξονα τον β΄ τόμο της εφηβείας, «Στα ξένα χέρια», ο οποίος επίσης επανεκδόθηκε πρόσφατα. Οι περιπέτειες του νεαρού αγοριού, που ξενοδουλεύει και υποφέρει από ανάλγητους εργοδότες, ειδικά στους συγγενείς του, ώς τη στιγμή που πικραμένος (εξού και τον Γκόρκι-Πικρός προφανώς) και εξουθενωμένος ανακαλύπτει τη λογοτεχνία, ξετυλίγονται με μια φυσικότητα, μια παραστατικότητα και έναν μετρημένο λυρισμό που συγκινούν και συνεπαίρνουν. Τα βιβλία πήραν για μένα τη θέση της μητέρας μου, έλεγε ο Γκόρκι, ο οποίος ξεκίνησε να διαβάζει φυλλάδες και λαϊκά έργα μαζί με Φλωμπέρ και Μπαλζάκ. Οι σελίδες της ανακάλυψης αυτής που του αλλάζει τη ζωή είναι από τις πιο θερμές συνηγορίες της λογοτεχνίας όλων των εποχών.

Ο Γκόρκι υπήρξε φτωχός και ό,τι κέρδισε το κέρδισε με πολύ κόπο και εξίσου πολλή δουλειά. Υπήρξε υποστηρικτής της επανάστασης και το πλήρωσε ποικιλοτρόπως, χάνοντας πόστα (όταν εκλέχτηκε στην Ακαδημία και ο τσάρος προσωπικώς ακύρωσε την εκλογή του για πολιτικούς λόγους, ο Τσέχωφ και ο Κορολένκο παραιτήθηκαν), χάνοντας την υγεία του, χάνοντας την πατρίδα του στις εξορίες, χάνοντας φίλους, αλλά και σώζοντας πολύ περισσότερους από τον λενινιστικό αρχικά και τον σταλινικό στη συνέχεια πέλεκυ. Εξού και οι αυτοεξορίες για «λόγους υγείας», άλλωστε. Την πραγματικά μυθιστορηματική ζωή του έχει ιστορήσει ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος στο βιβλίο «Το ψωμί και το βιβλίο. Ο Γκόρκι» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα), χωρίς ωραιοποιήσεις και συγκαλύψεις, αλλά και με αγάπη για το πρόσωπο και τον συγγραφέα.

Επειδή όμως τα έργα όντως λένε περισσότερα από οποιαδήποτε βιογραφία, αξίζει κανείς να διαβάσει σήμερα, στο κατώφλι ενός νέου αιώνα και μιας νέας βαρβαρότητας, τόσο τη «Μάνα» όσο και το «Στα ξένα χέρια», για να σκεφτεί πάνω στην εποχή του και τη δική μας, πάνω την αισθητική του ρεαλισμού τότε και σήμερα, στην καθόλου μονοσήμαντη τελικά σχέση του πολιτικού με το ρεαλισμό, όπως αποδείχτηκε στον 20ό αιώνα, και άλλα πολλά. Ή αλλιώς, αξίζει να διαβάσει και να απολαύσει δύο σημαντικά μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, δύο κλασικά ρεαλιστικά αριστουργήματα.

Πρωτοεμφανίστηκε στο λογοτεχνικό χώρο με τη νουβέλα «Μακάρ Τσουντρά» το 1892. Ακολούθησαν τα έργα του «Η γριά Ιζεργκίλ», «Τσελκάς», «Είκοσι έξι και μία», «Βάριενκα Ολέσοβα», «Φομά Γκαρντέγιεφ», «Τα παιδικά μου χρόνια», «Τα πανεπιστήμιά μου» κ.ά. Μεταξύ των ετών 1907-1908 εκδόθηκε το μυθιστόρημά του «Η μάνα», που αποτέλεσε και τη βάση για το σενάριο της ομώνυμης κλασικής ταινίας του σοβιετικού κινηματογράφου. Η διεθνής απήχησή του επιβεβαιώθηκε και με τα θεατρικά έργα του που ακολούθησαν. Πασίγνωστα είναι τα έργα «Οι μικροαστοί», «Οι εχθροί», «Στο βυθό», «Οι παραμεριστές» κ.ά.

πηγές: fb Καισαριανή, kathimerini.gr, biblionet.gr

670