Αν και οι περισσότεροι θεωρούν ότι ανήκει στους Ιμπρεσιονιστές, αυτό δεν είναι αλήθεια – για ένα διάστημα συμμετείχε μαζί τους στις εκθέσεις, περισσότερο όμως για να δηλώσει την αντίθεσή του στις στείρες ακαδημαϊκές συμβάσεις της εποχής ενώ σύντομα ακολούθησε τον εντελώς ξεχωριστό καλλιτεχνικό του δρόμο. Ο ίδιος χαρακτήριζε τον εαυτό του ρεαλιστή ζωγράφο και πράγματι μπορεί να θεωρηθεί ο πρώτος που έστρεψε το βλέμμα του στο περιβάλλον του βιομηχανικού ανθρώπου του 19ου αιώνα, στους δρόμους και το αστικό τοπίο εν γένει, στους τόπους διασκέδασης και εργασίας όλων των κοινωνικών τάξεων: η συμπεριφορά του άντρα και της γυναίκας μέσα σε αυτό περιβάλλον παρατηρείται και καταγράφεται αναλυτικά από τον Ντεγκά αλλά αποδίδεται ζωγραφικά με αποστασιοποίηση, κριτικό πνεύμα και μια μοναδική ικανότητα να αναδεικνύει τα πιο χαρακτηριστικά και »εύγλωττα» στοιχεία μιας σκηνής. Χρησιμοποιώντας τη φωτογραφία και τα προπλάσματα από κερί ή πηλό (μετά το θάνατό του πολλές από τις σπουδές του χυτεύτηκαν σε μπρούντζο και έτσι διατηρήθηκαν ως σήμερα), ο Ντεγκά δημιουργεί πίνακες που φυλακίζουν τη στιγμή ακριβώς όπως μια φωτογραφία, αλλά κατορθώνουν ταυτόχρονα μέσα από τη φευγαλέα πραγματικότητα, να αναδείξουν την αιώνια αλήθεια.
Το παστέλ με τίτλο »Η Αναμονή» (L’Attente-1882, Μουσείο Getty) ανήκει θεματολογικά στο είδος εκείνο που έκανε διάσημο τον Ντεγκά: στις σκηνές χορού με τις μπαλαρίνες άλλοτε επί σκηνής, άλλοτε στα παρασκήνια και άλλοτε την ώρα της άσκησης, να πρωταγωνιστούν. Αλλά αυτή η σύνθεση δεν αποτελεί μια κλασική σκηνή χορού: την περιβάλλει μια αινιγματική ασάφεια, πιο σωστά μια αύρα μυστηρίου… Ας επιχειρήσουμε να τη »διαβάσουμε»: βρισκόμαστε μέσα στο εντελώς αφαιρετικό σκηνικό μιας αίθουσας αναμονής, ο χρόνος και ο τόπος δεν ορίζονται. Ο τοίχος σε σκούρο πορτοκαλί και το δάπεδο με τις γυμνές ξύλινες σανίδες- όλο φωτοσκιάσεις από μια πηγή φωτός που δεν βλέπουμε, λειτουργούν ως διπλό φόντο (πάνω και κάτω), που πλαισιώνει τις δύο τόσο διαφορετικές γυναικείες μορφές, καθισμένες σε ένα λιτό ξύλινο πάγκο δίπλα-δίπλα, σχηματίζοντας μια ανεστραμμένη πυραμίδα, με τις πλάτες τους στη βάση της και την μύτη της ομπρέλας στην κορυφή της.
Η αντίθεση λευκού-μαύρου κυριαρχεί: το λευκό, αέρινο φόρεμα της νεαρής μπαλαρίνας και το συμπαγές μαύρο της μεγαλύτερης γυναίκας. Το κορίτσι μοιάζει κουρασμένο, με μια εξαιρετικά φυσική κίνηση που δείχνει το υψηλό επιπέδο τεχνικής του Ντεγκά, τρίβει τον αστράγαλό της, πιθανώς έχει μόλις χορέψει και προσπαθεί να χαλαρώσει από την ένταση της προσπάθειας. Αντίθετα η γυναίκα δίπλα της, στέκει εντελώς ακίνητη, γεμάτη ένταση, προσηλωμένη σχεδόν στο πάτωμα και χαμένη στις σκέψεις της. Αλλά παρά τις διαφορές τους, έχουν ορισμένα κοινά στοιχεία: τα πρόσωπά τους δεν φαίνονται παρά ελάχιστα, ενώ είναι προφανές ότι και οι δύο κάτι περιμένουν. Τι όμως; Αν πρόκειται για πρόσωπα που έχουν σχέση μεταξύ τους π.χ., μητέρα-κόρη ή το πιο πιθανό δασκάλα-μαθήτρια, μοιάζει λογικό συμπέρασμα να περιμένουν την κρίση μιας επιτροπής χορού μπροστά στην οποία η νεαρή μόλις έχει χορέψει προκειμένου να εισαχθεί σε μια σχολή ή να πάρει ένα ρόλο σε μια παράσταση μπαλέτου. Το μυστήριο λοιπόν λύθηκε. Ή όχι;
Υπάρχουν δύο στοιχεία, πιο σωστά λεπτομέρειες, που ίσως να ξεκλειδώνουν μια άλλη πραγματικότητα και όχι απλά μια τυχαία σκηνή από την καθημερινότητα μιας μπαλαρίνας: παρατηρώντας πολύ προσεκτικά, θα δούμε ότι φορούν τα ίδια ακριβώς βραχιόλα και στους δύο καρπούς. Ρισκάροντας μια ερμηνεία, θα προτείνω ότι πρόκειται για την ίδια γυναίκα σε διαφορετική ηλικία και σε διαφορετική φάση ζωής: νεαρό κορίτσι αφιερωμένο στην τέχνη του χορού και έπειτα στην ηλικία πια της ωριμότητας, απορροφημένη από τις έννοιες και τα προβλήματα της πραγματικής ζωής. Το »πριν και το μετά» ενός ανθρώπινου βίου, συνυπάρχουν για λίγο, μέσα από την τέχνη του Ντεγκά. Κι αν έχω δίκιο, μόνο ένας τόσο μεγάλος δημιουργός θα μπορούσε να συλλάβει και να αποδώσει με τέτοια τελειότητα και χωρίς τίποτα το πομπώδες, αυτή τη στιγμή…
πηγή:diavasame.gr






