Η Νίκη είναι ένα κορίτσι που προσπαθεί να σηκωθεί πιο ψηλά από τη μοίρα της

Η Νίκη είναι ένα κορίτσι που προσπαθεί να σηκωθεί πιο ψηλά από τη μοίρα της

1Έρχεται και με βρίσκει κάθε τόσο στην Καλλονή η μικρή Νίκη. Τι μικρή δηλαδή, μικρή την γνώρισα τώρα πλέον έχει μπει στην πρώτη εφηβεία. Είναι παιδί Ρομά, δουλεύει στους δρόμους από τα εννιά της. Ανήκει σε μια οικογένεια που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με αξιοπρέπεια δίχως πάντοτε να τα καταφέρνει. Έχουμε έναν άτυπο ρυθμό συνάντησης. Κάθε δεκαπέντε περίπου μέρες.

Προσπαθεί να μου πουλήσει ένα σωρό άχρηστα πράγματα για παράδειγμα, σήμερα ήταν «η έξυπνη λάμπα». Βοηθάμε εδώ την Νίκη σταθερά όλα αυτά τα χρόνια και τολμώ να πω πως έχουμε γίνει φίλοι. Από τη Νίκη έμαθα βασικά τη διαφορά μεταξύ ελεημοσύνης και αλληλεγγύης. Γιατί αυτό το κορίτσι από τότε που το γνώρισα δεν αρκείται στο να του δώσεις κάποια χρήματα. Θέλει να αγοράσεις κάτι. Από εννιά χρονώ σου έλεγε ξεκάθαρα : «δουλεύω». Σε αυτή τη βάση μόνο δέχεται βοήθεια. Δεύτερον, ήταν εκείνη που μου άνοιξε τα μάτια πως όταν βοηθάς κάποιον μην αφήσεις σαν σκυλί ένα πιάτο φαγητό μπροστά του και φύγεις, μη του δώσεις κάτι και απομακρυνθείς. Αν μπορείς πες του δυο λέξεις. Και οι δυο λέξεις ίσως γίνουν δέκα και ίσως πίσω από αυτές ανακαλύψεις έναν συνάνθρωπο όχι απλά έναν ζητιάνο ή έναν άστεγο ή έναν πρόσφυγα.

Η Νίκη είναι ένα κορίτσι που προσπαθεί να σηκωθεί πιο ψηλά από τη μοίρα της. «Σήμερα βγήκα στην πούληση απόγευμα. Έχω σχολείο. Πρέπει να διαβάζω, πρέπει να μάθω γράμματα, ξέρω ότι μπορώ». Με διακριτικότητα προσπαθώ να μάθω για τη ζωή της, αν αντιμετωπίζει προβλήματα στους δρόμους. «Να προσέχεις, τώρα είσαι πια κοπέλα και μπορεί να θέλουν να σου κάνουν κακό», της λέω ανησυχώντας πραγματικά για το τι μπορεί να της τύχει σε αυτόν τον ανάποδο κόσμο. «Ξέρω τι εννοείς. Προσέχω».

Οι έγνοιες οι δικές μου όμως είναι έγνοιες ανθρώπου που έχει την πολυτέλεια να καθίσει και να τις λογαριάσει. Η Νίκη απλά ρίχνεται σε αυτές και τις αντιπαλεύει σώμα με σώμα κυριολεκτικά. «Τι να κάνουμε άλλο; Πρέπει να βοηθήσω την οικογένεια». Μαμά, μπαμπάς, δυο ακόμα αδέρφια και η γιαγιά. Κάθε φορά μου λέει τα νέα τους. Μια φορά μου τους έφερε να γνωριστούμε. Έπιασαν ένα σπίτι στη Μυτιλήνη, αγόρασαν ένα αυτοκίνητο που έσπασε ο ιμάντας…μικρές λεπτομέρειες της ζωής που όλα αυτά τα χρόνια χτίσανε μια γνωριμία σε καρέ των δεκαπέντε ημερών απόσταση μεταξύ τους.

«Νίκη» της είπα σήμερα, «πως τα φέρνεις βόλτα;» «Δεν μου αρέσει που μεγάλωσα», μου είπε σκυθρωπά. «Τώρα που μεγάλωσα με διώχνουν με πιο πολλές βρισιές και μου λένε άσχημα λόγια. Μικρή δεν μου τα έλεγαν τόσο». Ρώτησα που είναι η γιαγιά της σήμερα. «Έμεινε σπίτι. Είναι πολύ στεναχωρεμένη». Μου είπε το λόγο. Συγγενής της στην Αθήνα αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή του. «Δεν τα έβγαζε πέρα»….

Η ιστορία των Ρομά είναι μια ιστορία διώξεων και διακρίσεων, μια ιστορία ανθρώπων και κοινοτήτων του περιθωρίου. Τσεκάρω ακόμα και εμένα να δυσκολεύομαι να απαγκιστρωθώ από φοβίες και στερεότυπα πολλές φορές. Μεγάλωσα φοβικά σε ένα περιβάλλον όπου πολιτισμικά ο «Γύφτος» είναι ο «τρισκαταραμένος» στο μοιρολόγι της Μεγάλης Πέμπτης, αυτός που κλέβει μωρά και τα τρώει στο παραμύθι της γιαγιάς, τα δε δικά του μωρά δεν πρέπει να τα λυπάσαι γιατί έχουν «συνηθίσει στη βρώμα», γιατί «έτσι είναι αυτοί». Η μελέτη του Ευθύμη Λαμπρίδη, «Στερεότυπο, προκατάληψη, κοινωνική ταυτότητα» αναδεικνύει πολλά από τα όσα ταλανίζουν τους Ρομά.

Η Νίκη μεγαλώνει και προσπαθεί ειλικρινά να τα βγάλει πέρα σε ένα πλαίσιο για το οποίο δεν φταίει. Γεννήθηκε αδικημένη. Κι όμως είναι ένα εφηβάκι και τίποτα άλλο. Ένα εφηβάκι που έχει δει όλη τη σκληρότητα της ζωής κι όμως ακόμα χαμογελάει και τολμάει να ξανοίγεται εκεί που βλέπει πως υπάρχει εμπιστοσύνη. «Νίκη το κεφάλι ψηλά», της είπα. «Και δώσε μια «έξυπνη λάμπα» μπας και φωτίσει τίποτα μέσα μας». Παζαρεύοντας την τιμή δεν παρέλειψε να ρωτήσει, «Η Κυρά τι κάνει; Ο Παντελάκος;» και η κουβέντα πήγε και πήγε μέχρι την επόμενη φορά…

Γιώργος Τυρίκος-Εργάς
206