Ο Jim Morrison ήταν τραγουδιστής, στιχουργός, κινηματογραφιστής, συγγραφέας και ποιητής και θεωρείται έως και σήμερα ένας από τους πιο χαρισματικούς ερμηνευτές στην ιστορία της Ροκ Μουσικής. Ο θάνατός του σε ηλικία 27 ετών ενίσχυσε τον μύθο του, αφού οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες πέθανε και ο μυστικός ενταφιασμός του έγιναν αφορμή για ατελείωτες φήμες οι οποίες ακόμα και σήμερα ενισχύονται. Το φαινόμενο Morrison και η σύμπραξή του με τους Doors, εισήγαγε σκοτεινούς στίχους ποίησης σε μια αλλόκοτα πρωτότυπη ψυχεδελική μουσική και κατάφερε, με μόλις 4 δίσκους, να περάσει στην ιστορία.
Η πορεία του με τους Doors απασχόλησε και τον κινηματογράφο 3 φορές, με την τελευταία ταινία να κυκλοφορεί σε μερικούς μήνες στην χώρα μας με αφηγητή τον Johnny Depp αποσπώντας ήδη πολυάριθμα βραβεία και διακρίσεις. O Jim Morrison γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1943 στην Μελβούρνη της Φλόριντα. Μισός Σκωτσέζος, μισός Ιρλανδός είχε πατέρα Ναύαρχο, γεγονός που επηρέασε αρκετά τα πρώτα του παιδικά χρόνια λόγω των αναμενόμενων μεταθέσεών του αλλά και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που ήρθε δύο χρόνια αργότερα. Ο πατέρας του επέστρεψε το 1946 από το μέτωπο και μέσα σε δύο χρόνια μεγάλωσε την οικογένεια του χαρίζοντας στον Jim 2 αδέλφια. Την Ανν Ρόμπιν και τον Αντριου “Άντυ” Λι.
Σύμφωνα με τον Μοrrison, ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ζωή του συνέβη σε ηλικία 6 χρονών κατά την διάρκεια μιας οικογενειακής εκδρομής στο Νέο Μεξικό. Περιγράφει το γεγονός όπως ακολουθεί: “Είναι η πρώτη φορά που ανακάλυψα τον θάνατο… εγώ, η μητέρα μου, ο πατέρας μου, ο παππούς μου και η γιαγιά μου διασχίζαμε την έρημο την αυγή. Ένα φορτηγό γεμάτο Ινδιάνους είχε μάλλον χτυπήσει ένα άλλο αυτοκίνητο ή κάτι τέτοιο, υπήρχαν Ινδιάνοι σκορπισμένοι παντού στην εθνική οδό, αιμορραγώντας μέχρι θανάτου. Ήμουν μικρός τότε, οπότε έπρεπε να μείνω στο αυτοκίνητο όσο ο πατέρας μου και ο παππούς μου βγήκαν να δουν τι γινόταν. Δεν μπορούσα να δω τίποτα. Το μόνο που είδα ήταν παράξενη κόκκινη μπογιά και ανθρώπους πεσμένους ολόγυρα, αλλά ήξερα πως κάτι συνέβαινε, γιατί μπορούσα να νιώσω τις δονήσεις των ανθρώπων γύρω μου, και έτσι ξαφνικά συνειδητοποίησα πως ούτε εκείνοι μπορούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα πραγματικό φόβο… και πιστεύω πως εκείνη τη στιγμή οι ψυχές εκείνων των νεκρών ινδιάνων ” ίσως μια ή δυο απ’ αυτές ” έτρεχαν έξαλλες εδώ και κει, και μπήκαν στην ψυχή μου, και εγώ ήμουν σαν σφουγγάρι, έτοιμος να κάτσω εκεί και να τις απορροφήσω.