Η Ιστορία μιας Οροθετικής που Διαπομπεύτηκε και Ψάχνει Ακόμη Δικαίωση

Η Ιστορία μιας Οροθετικής που Διαπομπεύτηκε και Ψάχνει Ακόμη Δικαίωση

Picture1

Μία αληθινή ιστορία

Μ.Λούκα

Ένα από τα θύματα μιας από τις πιο ντροπιαστικές ιστορίες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, μιλάει στο VICE: «Μέσα σε μια μέρα έχασα την υγεία και την ελευθερία μου».

Συναντηθήκαμε ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στο κέντρο της Αθήνας. Απέναντί μου, είχα μια νέα, όμορφη, ευγενική και λίγο αμήχανη γυναίκα. Το σώμα της είχε ξεπλύνει τα σημάδια της χρήσης και της εξάρτησης, είχε διανύσει το πέρασμα από τη σκιά στην υπόσταση, είχε υφάνει ξανά ένα πέπλο δύναμης και νεότητας. Είχε απομείνει, όμως, η πιο δυσδιάκριτη, η πιο βαθιά και ορθάνοιχτη ουλή της διαπόμπευσης. Εκείνη που πονούσε πολύ. «Μέσα σε μια μέρα έχασα την υγεία μου και την ελευθερία μου», είπε. Την ίδια μέρα που όλοι και όλες εμείς χάσαμε κάτι από τη συλλογική μας αξιοπρέπεια, από τον τρόπο που ορίζουμε το ανθρώπινο και από την ίδια την έννοια της δημοκρατίας.

H διαπόμπευση

Πριν από πέντε χρόνια, το Μάιο του 2012, παραμονές των κοινοβουλευτικών εκλογών, η χώρα έζησε μια από τις πιο βρόμικες και ανατριχιαστικές ιστορίες στο σμπαραλιασμένο τοπίο της κρίσης. Δύο υπουργεία, το υπουργείο Υγείας, επί Ανδρέα Λοβέρδου (με υφυπουργό τον Μάρκο Μπόλαρη, βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα) και Δημόσιας Τάξης, επί Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, το ΚΕΕΛΠΝΟ σε ρόλο ιατρικής Αστυνομίας, οι αστυνομικές και δικαστικές Αρχές, καθώς και η πλειονότητα των media και δη των τηλεοπτικών, συνέπραξαν για την υλοποίηση μιας άθλιας, ρατσιστικής και σεξιστικής επιχείρησης: 32 οροθετικές γυναίκες, οι περισσότερες τοξικοεξαρτημένες, συνελήφθησαν άδικα, κατηγορήθηκαν αναίτια, διαπομπευτήκαν αισχρά και φυλακίστηκαν έξω από κάθε όριο λογικής. Οι φωτογραφίες τους και τα προσωπικά τους στοιχεία έγιναν φέιγ βολάν και αναπαράχθηκαν με τρομολαγνική λαιμαργία από τα media, για να στοιχειοθετηθεί το σκοταδιστικό και αντιεπιστημονικό αφήγημα της «υγειονομικής βόμβας» και να γαργαληθούν τα πιο ταπεινά αντανακλαστικά της κοινωνίας. Η πιο χυδαία σύγχρονη απόπειρα ποινικοποίησης της οροθετικότητας συντελέστηκε στη θυσιαστική σκηνή της ελληνικής κρίσης και ο ρατσισμός έγινε κομμάτι της εξουσίας, ανοίγοντας ένα ολισθηρό μονοπάτι για τον κοινωνικό εκφασισμό.

Η αθώωση

Στις 3 Μαΐου, ολοκληρώθηκε ο πρώτος κύκλος των δικαστικών εκκρεμοτήτων: Και οι 32 κοπέλες έχουν αθωωθεί. Τέσσερις από αυτές δεν πρόλαβαν να ακούσουν την απόφαση του δικαστηρίου. Χάθηκαν σ’ αυτήν τη διαδρομή του εξευτελισμού, είτε αυτοκτονώντας είτε ως απόρροια του εγκλωβισμού τους στον λαβύρινθο των εξαρτήσεων. Η Α. είναι μια από τις 32 οροθετικές γυναίκες που διαπομπευτήκαν το 2012. «Καθαρή» και ελεύθερη πλέον, μιλάει στο VICE για την εμπειρία της.

Η ιστορία της Α.

«Ήμουν χρήστρια 12 χρόνια, τα περισσότερα διαχειριζόμουν τη χρήση, ήμουν ενεργή κοινωνικά, δούλευα, έβγαζα καλά λεφτά. Ωστόσο, υπήρχε μια διετία που με πήρε η κάτω βόλτα και μάλιστα πολύ γρήγορα. Πέρα από την ηρωίνη που χρησιμοποιούσα ως κύρια ουσία, έπαιρνα και κάποια χάπια, τα οποία προμηθευόμουν από τη μαύρη αγορά. Έτσι και εκείνη τη μέρα, είχα κατέβει στην πλατεία Βάθης, είχα δώσει λεφτά σ’ έναν τύπο και περίμενα έξω από ένα καφενείο –ήταν συγκεκριμένα καφενεία στη Βάθης που έκαναν αυτήν τη δουλειά– να μου φέρει τα χάπια. Ήρθαν οι μπάτσοι, ζήτησαν ταυτότητα, την έδωσα. Μου είπαν να πάμε στο Τμήμα για εξακρίβωση. Αυτή ήταν μια πολύ συνηθισμένη διαδικασία για τους χρήστες, σχεδόν καθημερινή. Πήγα λοιπόν. Έκαναν εξακρίβωση. Δεν βρήκαν κάτι εναντίον μου. Μου είπαν ότι πρέπει να μου κάνουν και κάποιες εξετάσεις. Εκεί ξεκίνησαν τα παρατράγουδα. Εγώ, βέβαια, δεν καταλάβαινα ακόμη τίποτα. Ήμουν αλλού. Σκεφτόμουν ότι θα χάσω τα λεφτά μου για τα χάπια και τέτοια. Μου πήραν αίμα από το δάχτυλο και περίμενα. Μετά από λίγη ώρα, μου ανακοίνωσαν ότι είμαι θετική στον ιό HIV. Δεν ήξερα τίποτα, εκείνη τη στιγμή το έμαθα. Ένιωσα ένα κενό, σαν να πάγωσαν όλα. Μετά δε θυμάμαι τι έγινε, πώς έφυγα από κει, πώς βρέθηκα στη ΓΑΔΑ».

«Μου ανακοίνωσαν ότι είμαι θετική στον ιό HIV. Δεν ήξερα τίποτα, εκείνη τη στιγμή το έμαθα»

Τον Απρίλιο του 2012, είχε υπογραφεί η υγειονομική διάταξη 39 Α, βασισμένη σε Αναγκαστικό Νόμο του 1940, σύμφωνα με την οποία το υπουργείο Υγείας θα μπορούσε να προχωρήσει σε εξαναγκαστικό υγειονομικό έλεγχο οποιουδήποτε ατόμου. Ήδη από τότε, έγκριτοι νομικοί διατράνωναν την έωλη και διάτρητη διαδικασία. Ωστόσο, με πρόσχημα την προστασία της δημόσιας υγείας, η οποία πλέον μετατοπιζόταν από το πεδίο της πρόνοιας και της περίθαλψης στο πεδίο της καταστολής και της πειθάρχησης, χτίστηκε το υπόβαθρο, για τη διοχέτευση του ηθικού πανικού. Οι πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, οι άνθρωποι που είχαν απολέσει την ικανότητα να προστατέψουν τους εαυτούς τους, αυτοί που είχαν αποβληθεί από τον κοινωνικό ιστό, βρέθηκαν στο στόχαστρο των διώξεων. Μέσα σε λίγες μέρες, εκατοντάδες τοξικοεξαρτημένες ή άστεγες γυναίκες προσάγονται, ελέγχονται, χωρίς τη θέληση τους, ως πιθανοί φορείς του HIV και όσες είναι θετικές προφυλακίζονται και δίνονται τα στοιχεία τους στη δημοσιότητα. Εκτός από τη πρώτη κοπέλα που βρέθηκε σε οίκο ανοχής ως θύμα trafficking, καμία άλλη δε συνελήφθηκε σε διαδικασία που να σχετίζεται με το σεξ. Παρ’ όλα αυτά κατηγορήθηκαν ως «εκδιδόμενες» και παραπέμφθηκαν με την κατηγορία της «βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης». Μια κατηγορία που ακόμη κι αν ίσχυε –αποδείχθηκε περίτρανα στο δικαστήριο ότι δεν ίσχυε– έριχνε το βάρος της μη χρήσης προφυλακτικού σ’ αυτές, για να βγάλει λάδι τους «οικογενειάρχες» πελάτες που, όπως είναι γνωστό, είναι εκείνοι που απαιτούν τη μη χρήση προφυλακτικού από τις κοπέλες που καταναγκαστικά ή εξαναγκαστικά ασκούν πορνεία.

Η κατηγορία που αποδείχθηκε περίτρανα στο δικαστήριο ότι δεν ίσχυε, έριχνε το βάρος της μη χρήσης προφυλακτικού σ’ αυτές, για να βγάλει λάδι τους «οικογενειάρχες» πελάτες τους

«Αργά το βράδυ, ήμουν στη ΓΑΔΑ με άλλες κοπέλες. Μου δίνουν να υπογράψω το κατηγορητήριο μου. Έλεγε ότι ήμουν εκδιδόμενη, ότι γνώριζα πως ήμουν φορέας και σκόπιμα μετέδιδα τον ιό στους πελάτες μου. Αντέδρασα στην αρχή. Μια συγκρατούμενή μου με παρότρυνε να υπογράψω, για να ξεμπερδέψουμε. Γενικά, μας είχαν δημιουργήσει την προσδοκία ότι, αν υπογράφαμε, θα μας άφηναν. Εγώ είχα αρχίσει ήδη να έχω στερητικά. Το πνεύμα μου και το σώμα μου δε με βοηθούσαν να σκεφτώ καθαρά τι πρέπει να κάνω. Τώρα που τα σκέφτομαι καταλαβαίνω πως προσπάθησαν μέσω του τρόμου να εκμεταλλευτούν αυτήν την υπόθεση. Αν δεις τις φωτογραφίες των άλλων κοριτσιών και τη δικιά μου, είναι απορίας άξιο πώς μπορεί να υποθέσει κάποιος ότι ήμασταν εκδιδόμενες. Είχαμε τα μαύρα μας τα χάλια: Σώματα διαλυμένα, κορμιά μελανιασμένα, γεμάτα πληγές από την ενδοφλέβια χρήση. Καμιά μας δεν ήταν ικανή για πορνεία. Ζούσαμε για να πίνουμε και πίναμε για να ζούμε. Το συνειδητοποιώ αυτό σήμερα. Βλέπω αυτήν τη φωτογραφία και θυμάμαι τι μου έκαναν τα ναρκωτικά», λέει η Α. και συνεχίζει περιγράφοντας τις συνθήκες διαβίωσης τους στο κρατητήριο της ΓΑΔΑ.

«Αν δεις τις φωτογραφίες των άλλων κοριτσιών και τη δικιά μου, είναι απορίας άξιο πώς μπορεί να υποθέσει κάποιος ότι ήμασταν εκδιδόμενες. Είχαμε τα μαύρα μας τα χάλια»

«Εγώ είχα φάει σκάλωμα, ρώταγα συνέχεια αν θα πεθάνω και αν θα μπορέσω να κάνω παιδί. Δε μας είχαν ενημερώσει για τίποτα, ότι υπάρχει αγωγή, ότι μπορείς να διαχειριστείς τον HIV και να έχεις μια καλή ζωή. Απλά μας πέταξαν στα μούτρα το AIDS και μας έβαλαν στο κρατητήριο. Εκεί, ήμασταν 11 γυναίκες μαζί και κοιμόμασταν η μια πάνω στην άλλη σε τέσσερα στρώματα. Όλες με στερητικά, σε άθλια κατάσταση, να ξερνάμε, να είμαστε κλειδωμένες, να μη μας επιτρέπεται να πάμε τουαλέτα, να μας δίνουν φαγητό από τα κάγκελα. Ενώ γνώριζαν ότι ήμασταν οροθετικές και είχαμε πεσμένο ανοσοποιητικό, μας παράτησαν έτσι για μέρες. Μέχρι και κρούσμα φυματίωσης εμφανίστηκε μεταξύ μας. Ακόμη, όμως, δεν ήξερα τίποτα για τη δημοσίευση των φωτογραφιών. Τις επόμενες μέρες που πιάσανε και άλλα κορίτσια, μας έλεγαν κάτι για φωτογραφίες. Ξεκίνησα να καταλαβαίνω ότι κάτι γίνεται, αλλά δε μπορούσα να διανοηθώ τον εαυτό μου μέσα σ’ αυτό. Έρχονταν η μητέρα μου στο επισκεπτήριο και μου έλεγε ελάχιστα πράγματα, για να μένω ήσυχη, για να με προστατέψει».

«Μέσα στο βανάκι, άκουσα έναν αστυνομικό να λέει ότι έπιασε το ίδιο στυλό με εμένα και μήπως κολλήσει, σε μια συγκρατούμενή μου έλεγε, «να δούμε τώρα ποιος θα σε ξαναγαμήσει»»

Σε κατάφωρη παραβίαση κάθε έννοιας ιατρικού απορρήτου, τεκμηρίου αθωότητας και δημοσιογραφικής δεοντολογίας, αυτά τα κορίτσια χρησιμοποιήθηκαν εντελώς εργαλειακά, για την αναβίωση του κυνηγιού μαγισσών, τα σώματά τους –πολλαπλώς τραυματισμένα – σημασιοδοτήθηκαν ως εστίες «κοινωνικής μόλυνσης» και η ίδια η ύπαρξή τους έχασε την υπόστασή της. Τα στιγμιότυπα με αστυνομικούς που φορούν γάντια να τις περιφέρουν με χειροπέδες σε ανακριτικά γραφεία, υπό τις αστραπές δεκάδων αδιάκριτων φλας, που έριχναν βίαια φως στα χλωμά και κατεβασμένα πρόσωπα τους, όχι μόνο αναζωπύρωσαν όλα τα στερεότυπα για την οροθετικότητα, αλλά έκαναν εμβληματικό τον εξορισμό τους στο περιθώριο. Ό,τι είχε δομηθεί με κόπο για την αποδαιμονοποίηση της οροθετικότητας, γκρεμίστηκε σ’ ένα καρέ. «Όταν τα θυμάμαι, σκέφτομαι πάλι καλά που δεν έχω τρελαθεί. Μερικές φορές, νιώθω ότι το ζω σαν να μην έχει συμβεί σε μένα, σαν να ‘χει συμβεί σε άλλον άνθρωπο. Φορούσαν όλοι γάντια. Μπήκαμε στο γραφείο της ανακρίτριας και ήταν καλυμμένο με πλαστικά, οι καρέκλες που καθόμασταν, το σημείο που ακουμπούσαμε τα χέρια μας. Όλοι τους με γάντια και εμείς με μάσκες. Για τα μάτια του κόσμου όλα, για να δείξουν ως θέαμα τα τέρατα που είναι επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία. Μέσα στο βανάκι, άκουσα έναν αστυνομικό να λέει ότι έπιασε το ίδιο στυλό με εμένα και μήπως κολλήσει, σε μια συγκρατούμενή μου έλεγε, «να δούμε τώρα ποιος θα σε ξαναγαμήσει». Μιλάμε για πολύ bulling», διηγείται η Α.

Μετά τη ΓΑΔΑ, οδηγήθηκαν στη φυλακή, λες και δεν ήταν ασθενείς σε ευάλωτη κατάσταση που έχριζαν θεραπείας, αλλά εγκληματίες. «Μετά τη σκηνή της ανάκρισης που οι ίδιες ήταν με στερητικά, νηστικές και βρώμικες και οι δικαστικοί με γάντια –μια τραγική στιγμή για τις ίδιες και τη δημοκρατία– οδηγήθηκαν στη φυλακή. Πήγαμε και τις είδαμε στον Κορυδαλλό και ήταν ακόμη σε κατάσταση σοκ. Καταπίνανε μπαταρίες και σαμπουάν, δε μπορούσαν να συγκρατήσουν τα ούρα τους. Κάποια στιγμή, τρεις-τέσσερις μαζί έκοψαν τις φλέβες τους και δημιούργησαν μια λίμνη αίματος, σαν τελετή δράματος», θυμάται η Σίσσυ Βωβού που συμμετείχε στην Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης στις Διωκόμενες Οροθετικές. Μια κίνηση που μαζί με τη δράση ανθρωπιστικών οργανώσεων λειτούργησαν ως φωνή ορθολογισμού και ανθρωπισμού τότε στη γενικότερη παραφωνία του μίσους. Η Α. έμεινε λίγο καιρό στη φυλακή. Αποφυλακίστηκε με τον όρο να μπει σε κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης, όπως και έγινε.

Πηγή: https://www.vice.com/gr

174