«Το πουλόβερ»

«Το πουλόβερ»

1Τον αναγνώριζαν στη γειτονιά από κείνο το παλιό πλεκτό μάλλινο πουλόβερ, πενηντάρης πια, ψαρομάλλης και ευθυτενής, λιπόσαρκος αλλά με ένα βλέμμα διαπεραστικό, ο κυρ Ζήσης ήταν ο «ιδιαίτερος» εργένης της συνοικίας.

Η μάνα του το έκαμε κείνο το ρούχο, όπως έφτιαξε και τον ίδιο, μονάχη τον μεγάλωσε. Δεκαετία του ’60 κρυμμένη σε μια γειτονιά της Αθήνας, φευγάτη από το χωριό με εκείνον στην αγκαλιά της.

Περίεργο της φάνηκε το μωρό εκείνο σαν πήραν μιαν ανάσα κι εγκαταστάθηκαν στο νέο τους σπιτικό, τα χάδια της δεν τα έπαιρνε πάνω του κι η χαρά κι η λύπη σαν κομμένες με το μαχαίρι ήταν στα χείλη του. Εκείνη τον κοίταζε με τα μεγάλα αμυγδαλωτά της μάτια κι εκείνο δεν της γύριζε το βλέμμα.

Η διάγνωση ήρθε χρόνια μετά. Αυτισμός της είπαν ή κάτι τέτοιο, μα λίγο την απασχόλησε το όνομα. Κοντά του από την πρώτη μέρα, τον έβλεπε να μεγαλώνει κλεισμένος στο δικό του κέλυφος κι οι ρωγμές που έκανε για να μπει στον κόσμο της, έγιναν ο σκοπός της ζωής της.

Θα ήταν στα 17 όταν του έπλεξε εκείνο το πουλόβερ, με σχέδια γεωμετρικά, χρώματα και γραμμές δικής της έμπνευσης με τις μεγάλες γκρι βελόνες της. Τον μαγνήτιζαν εκείνες οι βελόνες με το βαθύ κόκκινο στην κορυφή τους.

Στο νου πάντα ήταν να τον κάνει να ρίξει γέφυρες με τούτο τον κόσμο και τα κατάφερε αρκετά καλά. Ξαναμάθαιναν από την αρχή έννοιες, λέξεις, συναισθήματα, αφουγκραζόταν τον δικό του ρυθμό και τον σεβόταν, είχαν βρει το δικό τους πέρασμα.

Όταν έκλεισε τα μάτια της, πριν 3 χρόνια ήξερε ότι ο Ζήσης θα τα κατάφερνε και μονάχος του, μόνο τα βλέμματα των περαστικών είχαν κάτι από τον οίκτο που αποστρεφόταν. Ψώνιζε, καθάριζε, είχε τις λιγοστές και απαραίτητες επαφές του με τον κόσμο, ζούσε εκεί όσο του χρειαζόταν και έπειτα επέστρεφε σπίτι, στο δικό του απάγκιο. Το πουλόβερ της τον κράταγε ζεστό, μια ιδιαίτερη «πανοπλία» από την αγάπη της μάνας του.

Σπύρος Στογιάννης

214