Εκατό χρόνια από τη ρωσική επανάσταση και την αποκήρυξη των χρεών-Τρίτη από έξι συνέχειες

Εκατό χρόνια από τη ρωσική επανάσταση και την αποκήρυξη των χρεών-Τρίτη από έξι συνέχειες

Screenshot_28

5. Ο γαλλικός Τύπος στην υπηρεσία του τσάρου

Με την ανα­τρο­πή του τσα­ρι­σμού, τον Φλε­βά­ρη του 1917, και την άνοδο στην εξου­σία των μπολ­σε­βί­κων με συμ­μά­χους τους σο­σια­λι­στές επα­να­στά­τες της αρι­στε­ράς του Οκτώ­βρη, πολλά έγ­γρα­φα που έως τότε ήταν απόρ­ρη­τα τί­θε­νται στην διά­θε­ση του κοι­νού (βλ. πα­ρα­κά­τω). Αυτό επι­τρέ­πει στον Μπο­ρίς Σου­βα­ρίν, Γαλ­λο-ρώ­σο κομ­μου­νι­στή ακτι­βι­στή, να δια­βά­σει τα αυ­το­κρα­το­ρι­κά αρ­χεία της Ρω­σί­ας. Ανα­κα­λύ­πτει μιαν ευ­ρεία επι­χεί­ρη­ση δια­φθο­ράς του γαλ­λι­κού Τύπου που ξε­κί­νη­σε πριν από τον Α’ πα­γκό­σμιο πό­λε­μο και είχε ως στόχο την προ­ώ­θη­ση, με­τα­ξύ των Γάλ­λων πο­λι­τών, της επέν­δυ­σης στους τί­τλους του τσα­ρι­κού χρέ­ους. Η υπό­θε­ση αυτή, όπου προ­σω­πι­κό­τη­τες με επιρ­ροή δια­φθεί­ρο­νται αλλά και εκ­βιά­ζουν, κα­ταγ­γέλ­λε­ται από την εφη­με­ρί­δα L’Humanité επί πολ­λούς μήνες, με­τα­ξύ 1923 και 1924, μέσα από μια κα­θη­με­ρι­νή σειρά άρ­θρων με τίτλο «Η απο­τρό­παιη σα­πί­λα του γαλ­λι­κού Τύπου»

Πώς, το τσα­ρι­κό κα­θε­στώς, εξα­γό­ρα­ζε τον γαλ­λι­κό Τύπο για να συ­νε­χί­ζει την έκ­δο­ση τί­τλων του χρέ­ους

Από το τέλος του 19ου αιώνα, η τσα­ρι­κή αυ­το­κρα­το­ρία προ­τι­μού­σε τη χρη­μα­το­πι­στω­τι­κή αγορά του Πα­ρι­σιού ως τόπο έκ­δο­σης των δα­νεί­ων της. Οι τί­τλοι αγο­ρά­ζο­νται από πολ­λούς Γάλ­λους μι­κροει­σο­δη­μα­τί­ες. Στις αρχές του 20ου αιώνα, τα δά­νεια αυτά απο­κτούν ακόμα με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σία για την δια­τή­ρη­ση του τσα­ρι­κού κα­θε­στώ­τος – μιας με­γά­λης δύ­να­μης με μικρή οι­κο­νο­μι­κή ανά­πτυ­ξη- καθώς αυτό βυ­θί­ζε­ται στο τέλμα ενός πο­λέ­μου με την Ια­πω­νία, από το 1904 ως το 1905, και προ­σπα­θεί να συ­γκρα­τή­σει την δυ­σα­ρέ­σκεια, κα­τα­στέλ­λο­ντας το επα­να­στα­τι­κό κί­νη­μα του 1905. Το 1906, βγαί­νο­ντας ητ­τη­μέ­νο από τον πό­λε­μο κατά της Ια­πω­νί­ας, το κα­θε­στώς εκ­δί­δει ένα ση­μα­ντι­κό δά­νειο στο Πα­ρί­σι. Ο Arthur Raffalovitch, δι­πλω­μά­της και μυ­στι­κο­σύμ­βου­λος του ρω­σι­κού Υπουρ­γεί­ου οι­κο­νο­μι­κών στο Πα­ρί­σι, είναι επι­φορ­τι­σμέ­νος, ως τον Α πα­γκό­σμιο πό­λε­μο με την προ­ώ­θη­ση των ρω­σι­κών δα­νεί­ων στο Πα­ρί­σι. Τις επι­στο­λές του προς τους ιε­ραρ­χι­κά ανώ­τε­ρούς του στην τσα­ρι­κή κυ­βέρ­νη­ση είναι που διά­βα­σε ο Μπο­ρίς Σου­βα­ρίν και μπό­ρε­σε να απο­κα­λύ­ψει την υπό­θε­ση δια­φθο­ράς και εκ­βια­σμών στην οποία εμπλέ­κο­νταν πολ­λές εφη­με­ρί­δες, ει­δι­κό­τε­ρα του Πα­ρι­σιού (όπως οι Le Figaro, Le Petit Journal, Le Temps ή ακόμη Le Matin), με­γά­λες γαλ­λι­κές τρά­πε­ζες (ει­δι­κό­τε­ρα η Crédit lyonnais και η Banque de Paris et des Pays-Bas, μέλ­λου­σα BNP Paribas), γε­ρου­σια­στές και Γάλ­λοι υπουρ­γοί. Με­τα­ξύ αυτών βρί­σκου­με τον Ραι­μόν Πουαν­κα­ρέ (Raymond Poincaré), που αμ­φι­σβη­τή­θη­κε για τον ρόλο που έπαι­ξε όταν ήταν πρό­ε­δρος της κυ­βέρ­νη­ση και υπουρ­γός εξω­τε­ρι­κών, το 1912 (ο υπουρ­γός οι­κο­νο­μι­κών του, Λουί-Λυ­σιέν Κλοτζ (Louis-Lucien Klotz), κα­τη­γο­ρή­θη­κε και αυτός). Ο Πουαν­κα­ρέ έγινε στην συ­νέ­χεια Πρό­ε­δρος της Δη­μο­κρα­τί­ας, από το 1913 ως το 1920, και είναι και πάλι πρό­ε­δρος της κυ­βέρ­νη­σης και υπουρ­γός εξω­τε­ρι­κών όταν ξέ­σπα­σε το σκάν­δα­λο. Ση­μειω­τέ­ον ότι η υπό­θε­ση αυτή δεν τον ενό­χλη­σε: πα­ρέ­μει­νε πρό­ε­δρος της κυ­βέρ­νη­σης ως τον Ιού­νιο του 1924, και γί­νε­ται εκ νέου το 1926, κα­τέ­χο­ντας, ως μπό­νους… την θέση του υπουρ­γού οι­κο­νο­μι­κών! Ο ρόλος του εκ­προ­σώ­που των χρη­μα­τι­στη­ρια­κών πρα­κτό­ρων του Πα­ρι­σιού – που που­λού­σαν τους τί­τλους χρέ­ους στους επεν­δυ­τές – υπήρ­ξε κε­ντρι­κός στον εκ­βια­σμό που ασκή­θη­κε στην κυ­βέρ­νη­ση του τσά­ρου. Με­τα­ξύ 1900 και 1914, 6,5 εκα­τομ­μύ­ρια φρά­γκα κα­τα­βλή­θη­καν στον γαλ­λι­κό Τύπο από την ρω­σι­κή κυ­βέρ­νη­ση.

2018 01 20 01 Boris Souvarine
Ο Μπο­ρίς Σου­βα­ρίν

Όταν ξεσπά η υπό­θε­ση, η δια­φθο­ρά του Τύπου δεν απο­τε­λεί κάτι το και­νο­φα­νές όσον αφορά τον κόσμο του χρη­μα­τι­στη­ρί­ου, εφό­σον ένα σκάν­δα­λο τον 19ο αιώνα είχε απο­κα­λύ­ψει ότι το δά­νειο που έπρε­πε να χρη­μα­το­δο­τή­σει την κα­τα­σκευή της διώ­ρυ­γας του Πα­να­μά και είχε εκ­δο­θεί στη Γαλ­λία είχε προ­ω­θη­θεί με τις ίδιες με­θό­δους. Στην υπό­θε­ση των ρω­σι­κών δα­νεί­ων, η τσα­ρι­κή κυ­βέρ­νη­ση και οι γαλ­λι­κές τρά­πε­ζες που εξέ­δι­δαν τους τί­τλους αγό­ρα­ζαν «δια­φή­μι­ση» στις με­γά­λες εφη­με­ρί­δες που εξή­ραν τότε την χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση της Ρω­σί­ας και τη βιω­σι­μό­τη­τα του χρέ­ους του τσά­ρου. Σύμ­φω­να με την αλ­λη­λο­γρα­φία του τσα­ρι­κού πρά­κτο­ρα Ρα­φά­λο­βιτς, η δια­φή­μι­ση αυτή πε­ρι­λάμ­βα­νε επί­σης λο­γο­κρι­σία –γε­γο­νό­τα όπως η δεινή θέση της Ρω­σί­ας στον πό­λε­μό της κατά της Ια­πω­νί­ας ή το επα­να­στα­τι­κό κί­νη­μα του 1905 δεν θα ήταν θε­τι­κό να γί­νουν γνω­στά στους εν δυ­νά­μει επεν­δυ­τές. Η αλ­λη­λο­γρα­φία αυτή δεί­χνει ακόμη και ει­κο­νι­κούς συν­δρο­μη­τές σε ορι­σμέ­νες εφη­με­ρί­δες! Ο πρό­ε­δρος των χρη­μα­τι­στη­ρια­κών πρα­κτό­ρων, οι διε­φθαρ­μέ­νοι διευ­θυ­ντές εφη­με­ρί­δων και πο­λι­τι­κοί υπεύ­θυ­νοι επω­φε­λή­θη­καν της κα­τά­στα­σης αυτής για να εκ­βιά­σουν την ρω­σι­κή κυ­βέρ­νη­ση, να απαι­τή­σουν αυ­ξη­μέ­νες πλη­ρω­μές και να με­γι­στο­ποι­ή­σουν τα κέρδη τους.

Οι απο­κα­λύ­ψεις της L’Humanité βα­σί­ζο­νται σε αυ­θε­ντι­κά έγ­γρα­φα. Με­τα­ξύ των εφη­με­ρί­δων που κα­τη­γο­ρεί η L’Humanité, μόνο η Le Matin έκανε μή­νυ­ση κατά της κομ­μου­νι­στι­κής εφη­με­ρί­δας. Από την πρώτη ημέρα της δίκης, ο Βλα­ντι­μίρ Κο­κόβ­τσοφ (Vladimir Kokovtsov), υπουρ­γός οι­κο­νο­μι­κών του τσά­ρου σχε­δόν αδια­λεί­πτως από το 1904 ως το 1914 και πρό­ε­δρος της τσα­ρι­κής κυ­βέρ­νη­σης από το 1911 ως το 1914, κα­λεί­ται ως μάρ­τυ­ρας. Αντι­δρα­στι­κός και εξό­ρι­στος στην Γαλ­λία, δεν τον συμ­φέ­ρει να κα­τη­γο­ρή­σει άμεσα τον Τύπο, αλλά βε­βαιώ­νει περί της τι­μιό­τη­τας του πα­λαιού του συ­νερ­γά­τη, Ρα­φά­λο­βιτς. Ση­μειω­τέ­ον ότι αν η L’Humanité κα­τα­δι­κά­ζε­ται εν τέλει, είναι κα­θα­ρά για τυ­πι­κούς λό­γους, εφό­σον το δι­κα­στή­ριο ανα­γνώ­ρι­σε την αυ­θε­ντι­κό­τη­τα της αλ­λη­λο­γρα­φί­ας που απο­κα­λύ­φθη­κε και δεν επι­δι­κά­ζει στην Matin παρά μόνο 10.000 φρά­γκα, ενώ η εφη­με­ρί­δα ζη­τού­σε 1.500.000 από την L’Humanité. Ση­μειω­τέ­ον επί­σης ότι, το 1924, ο Μορίς Μπι­νώ-Βα­ρι­λά (Maurice Bunau-Varilla), ιδιο­κτή­της της Le Matin που εμπλέ­κε­ται άμεσα στην υπό­θε­ση, δεν κρύ­βει πλέον την συ­μπά­θειά του για τους απο­λυ­ταρ­χι­κούς εθνι­κι­σμούς που αρ­χί­ζουν να εγκα­θι­δρύ­ο­νται στην Ευ­ρώ­πη για να κα­τα­πο­λε­μή­σουν τον κομ­μου­νι­σμό. Στη­ρί­ζει την φα­σι­στι­κή Ιτα­λία και, λίγα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, την να­ζι­στι­κή Γερ­μα­νία. Κατά την κα­το­χή και το κα­θε­στώς του Βισύ (Vichy), η εφη­με­ρί­δα Le Matin συ­νερ­γά­ζε­ται, ενώ απα­γο­ρεύ­ε­ται με την Απε­λευ­θέ­ρω­ση.

 2018 01 20 02 LHumanité

Η L’Humanité της 5ης Δε­κεμ­βρί­ου 1923 (κάντε κλικ για με­γέ­θυν­ση)

6. Οι ρω­σι­κοί τί­τλοι επι­βιώ­νουν μετά την απο­κή­ρυ­ξη

Ενώ τον Φλε­βά­ρη του 1918, οι ρω­σι­κοί τί­τλοι είχαν απο­κη­ρυ­χθεί από την σο­βιε­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση, συ­νέ­χι­σαν να απο­τε­λούν αντι­κεί­με­νο συ­ναλ­λα­γών ως την δε­κα­ε­τία του 1990.

Η πο­λι­τι­κή της γαλ­λι­κής αλλά και άλλων κυ­βερ­νή­σε­ων συν­δέ­ε­ται άμεση με αυτή την μετά θά­να­τον ζωή.

Τα ρω­σι­κά δά­νεια δεν πε­θαί­νουν ποτέ

Το 1919, η γαλ­λι­κή κυ­βέρ­νη­ση συ­νέ­τα­ξε ένα κα­τά­λο­γο των κα­τό­χων ρω­σι­κών τί­τλων στην Γαλ­λία: 1.600.000 άτομα δή­λω­σαν ότι ήταν κά­το­χοι. Φαί­νε­ται πως οι ρω­σι­κοί τί­τλοι αντι­προ­σώ­πευαν 33% των ξένων ομο­λό­γων που κα­τεί­χαν κά­τοι­κοι Γαλ­λί­ας. Αυτό εκ­προ­σω­πού­σε το 4.5 % της πε­ριου­σί­ας των Γάλ­λων. 40% ως 45 % του ρω­σι­κού χρέ­ους κα­τέ­χο­νταν στην Γαλ­λία. Ένας από τους κύ­ριους ρω­σι­κούς τί­τλους που ανταλ­λάσ­σο­νταν στο χρη­μα­τι­στή­ριο του Πα­ρι­σιού ήταν το πε­ρί­φη­μο δά­νειο του 1906 που είχε προ­κα­τα­βο­λι­κά κα­ταγ­γεί­λει το Σο­βιέτ της Πε­τρού­πο­λης, τον Δε­κέμ­βρη του 1905. Το μα­ζι­κό αυτό δά­νειο είχε εκ­δο­θεί στο Πα­ρί­σι τον Ιού­νιο του 1906, για ποσό 2,25 δις φρά­γκων. Προ­ο­ρί­ζο­νταν να επι­τρέ­ψει στο τσα­ρι­κό κα­θε­στώς να συ­νε­χί­σει να απο­πλη­ρώ­νει πα­λαιά χρέη και να ανορ­θώ­σει τα οι­κο­νο­μι­κά μετά την κα­τα­στρο­φή του ρω­σο-ια­πω­νι­κού πο­λέ­μου. Η Crédit lyonnais |28|, η γαλ­λι­κή τρά­πε­ζα που είχε ει­δι­κευ­θεί στις εκ­δό­σεις ρω­σι­κού χρέ­ους, απο­κό­μι­ζε από τα δά­νεια αυτά 30 % των εσό­δων της, πριν το 1914.

Κατά την πε­ρί­ο­δο που προη­γή­θη­κε και ακο­λού­θη­σε την απο­κή­ρυ­ξη των χρεών από την σο­βιε­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση, 72 % των τί­τλων του δα­νεί­ου του 1906 βρί­σκο­νταν στην Γαλ­λία και απο­τε­λού­σαν αντι­κεί­με­νο συ­ναλ­λα­γών στο χρη­μα­τι­στή­ριο του Πα­ρι­σιού.

Ένας πολύ υψη­λός βαθ­μός συ­νε­νο­χής συ­νέ­νω­νε το τσα­ρι­κό κα­θε­στώς, την γαλ­λι­κή κυ­βέρ­νη­ση, τους Γάλ­λους τρα­πε­ζί­τες που εξέ­δι­δαν τους ρω­σι­κούς τί­τλους (με την Crédit lyonnais στην πρώτη γραμ­μή, αλλά και την Société générale και την Banque de l’union parisienne |29|), τους με­γά­λους χρη­μα­τι­στη­ρια­κούς πρά­κτο­ρες και τον γαλ­λι­κό Τύπο που είχε εξα­γο­ρα­στεί από τον απε­σταλ­μέ­νο του τσά­ρου.

2018 01 20 03 document

Οι τρα­πε­ζί­τες πραγ­μα­το­ποιού­σαν ση­μα­ντι­κά κέρδη χάρη στις προ­μή­θειες που ει­σέ­πρατ­ταν την στιγ­μή της έκ­δο­σης και χάρη στις κερ­δο­σκο­πι­κές πρά­ξεις πώ­λη­σης και αγο­ράς επί των ρω­σι­κών τί­τλων. Το έκα­ναν χωρίς να ανα­λαμ­βά­νουν ση­μα­ντι­κό ρίσκο καθώς αυτόν τον ανα­λάμ­βα­ναν οι μι­κρο-επεν­δυ­τές. Οι ιδιο­κτή­τες των εφη­με­ρί­δων τσέ­πω­ναν τα χρή­μα­τα που τους έδινε ο απε­σταλ­μέ­νος του τσά­ρου. Ση­μαί­νο­ντα μέλη της κυ­βέρ­νη­σης, λα­δώ­νο­νταν κι εκεί­να. Σε πο­λι­τι­κό και δι­πλω­μα­τι­κό επί­πε­δο, ο τσά­ρος ήταν πρώ­της κα­τη­γο­ρί­ας σύμ­μα­χος της κυ­βέρ­νη­σης της Γαλ­λί­ας και των με­γά­λων γαλ­λι­κών κε­φα­λαιο­κρα­τι­κών ομί­λων που επέν­δυαν στην Ρωσία (όπως οι Βέλ­γοι κε­φα­λαιο­κρά­τες).

Κατά την διάρ­κεια του πο­λέ­μου, η γαλ­λι­κή κυ­βέρ­νη­ση ήταν εκεί­νη που κα­τέ­βα­λε τους τό­κους που δι­καιού­νταν κάθε κά­το­χος τί­τλου. Ο τόκος ήταν 5 %. Το ποσό των τόκων που κα­τέ­βα­λε η γαλ­λι­κή κυ­βέρ­νη­ση αντί της ρω­σι­κής αυ­το­κρα­το­ρί­ας προ­στέ­θη­κε, στην συ­νέ­χεια, στο χρέος της Ρω­σί­ας προς την Γαλ­λία. Η ανα­τρο­πή του τσά­ρου από τον ρω­σι­κό λαό, τον Φλε­βά­ρη του 1917, απο­τέ­λε­σε αρ­νη­τι­κό γε­γο­νός για την γαλ­λι­κή κυ­βέρ­νη­ση που ενα­πό­θε­σε τις ελ­πί­δες της στην προ­σω­ρι­νή κυ­βέρ­νη­ση, αφού η τε­λευ­ταία θα ανα­λάμ­βα­νε τα χρέη που είχε συ­νά­ψει ο τσά­ρος. Τα πράγ­μα­τα χά­λα­σαν πραγ­μα­τι­κά όταν οι μπολ­σε­βί­κοι και οι σύμ­μα­χοί τους, οι αρι­στε­ροί σο­σια­λι­στές βρέ­θη­καν στη κυ­βέρ­νη­ση χάρη στα σο­βιέτ, το Νο­έμ­βρη του 1917. Όταν η σο­βιε­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση ανέ­στει­λε την απο­πλη­ρω­μή του χρέ­ους, τον Ια­νουά­ριο του 1918, η γαλ­λι­κή κυ­βέρ­νη­ση κα­τέ­βα­λε και πάλι τους τό­κους των ρω­σι­κών τί­τλων στους κα­τό­χους τί­τλων. Όταν η σο­βιε­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση απο­κή­ρυ­ξε όλα τα χρέη του τσά­ρου και εκεί­να της προ­σω­ρι­νής κυ­βέρ­νη­σης, η Γαλ­λία απο­φά­σι­σε να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τα με­γά­λα μέσα κι ετοι­μά­στη­κε να στεί­λει στρα­τό στην Ρωσία. Από τον Ιού­λιο του 1918, τέσ­σε­ρις μήνες πριν υπο­γρα­φεί η ανα­κω­χή με την γερ­μα­νι­κή αυ­το­κρα­το­ρία, η κυ­βέρ­νη­ση έστει­λε γαλ­λι­κά στρα­τεύ­μα­τα σε ενί­σχυ­ση των βρε­τα­νι­κών που είχαν πάρει το Μούρ­μανσκ, στον Βορρά της Ρω­σί­ας. Στη συ­νέ­χεια, στάλ­θη­καν άλλες δυ­νά­μεις για την κα­το­χή του Αρ­χαγ­γέλσκ. Μετά την υπο­γρα­φή της ανα­κω­χής με το Βε­ρο­λί­νο, η Γαλ­λία έστει­λε στρα­τεύ­μα­τα στην Μαύρη Θά­λασ­σα για να βομ­βαρ­δί­σει με πο­λε­μι­κά πλοία θέ­σεις του κόκ­κι­νου στρα­τού. Αυτό προ­κά­λε­σε ανταρ­σία με­τα­ξύ των Γάλ­λων ναυ­τών. Η επί­θε­ση κατά της σο­βιε­τι­κής Ρω­σί­ας δεν είχε βέ­βαια ως μόνο κί­νη­τρο την απο­κή­ρυ­ξη του χρέ­ους: οι διά­φο­ρες δυ­νά­μεις που συμ­με­τεί­χαν ήθε­λαν να θέ­σουν τέλος σε μια εστία επα­να­στα­τι­κής μό­λυν­σης. Όμως, τα χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κά συμ­φέ­ρο­ντα της Γαλ­λί­ας και των κα­πι­τα­λι­στών απο­τέ­λε­σαν ισχυ­ρό κί­νη­τρο. Οι γαλ­λι­κές αρχές στή­ρι­ζαν οι­κο­νο­μι­κά τους λευ­κούς Ρώ­σους στρα­τη­γούς στον αγώνα τους να ανα­τρέ­ψουν τους μπολ­σε­βί­κους, διότι είχαν δη­λώ­σει πως ανα­γνώ­ρι­ζαν τα χρέη του τσά­ρου. Το Πα­ρί­σι στή­ρι­ζε επί­σης τους Πο­λω­νούς και τους Ου­κρα­νούς πο­λι­τι­κούς και στρα­τιω­τι­κούς καθώς και εκεί­νους των δη­μο­κρα­τιών της Βαλ­τι­κής που απο­κτού­σαν την ανε­ξαρ­τη­σία τους ή μά­χο­νταν γι­’αυ­τήν, ελ­πί­ζο­ντας ότι οι αρχές των νέων ανε­ξάρ­τη­των Κρα­τών θα ανα­λάμ­βα­ναν ένα μέρος των τσα­ρι­κών χρεών. Όταν οι σο­βιε­τι­κοί υπέ­γρα­ψαν από το 1920 συν­θή­κες με τις δη­μο­κρα­τί­ες της Βαλ­τι­κής και την Πο­λω­νία, μέσω των οποί­ων θε­ω­ρού­σαν ότι οι χώρες αυτές δεν έπρε­πε κα­θό­λου να ανα­λά­βουν τα τσα­ρι­κά χρέη, το Πα­ρί­σι το πήρε πολύ άσχη­μα.

Τί συ­νέ­βη για τους κα­τό­χους ρω­σι­κών τί­τλων μετά την απο­κή­ρυ­ξη των χρεών που δη­μο­σιεύ­τη­κε τον Φλε­βά­ρη του 1918;

Στην Γαλ­λία, τον Σε­πτέμ­βρη του 1918, η κυ­βέρ­νη­ση πρό­τει­νε μια ανταλ­λα­γή ρω­σι­κών τί­τλων με τί­τλους του γαλ­λι­κού χρέ­ους. Οι κά­το­χοι ρω­σι­κών τί­τλων μπο­ρού­σαν να απο­κτή­σουν τί­τλους του νέου δα­νεί­ου που πραγ­μα­το­ποιού­σε η γαλ­λι­κή κυ­βέρ­νη­ση. Μπο­ρού­σαν να πα­ρα­δώ­σουν τους ρω­σι­κούς τί­τλους που κα­τεί­χαν για να λά­βουν σε αντάλ­λαγ­μα γαλ­λι­κούς τί­τλους. Τον Ιού­λιο του 1919, η γαλ­λι­κή κυ­βέρ­νη­ση ανα­νέ­ω­σε την επι­χεί­ρη­ση. Οι αρχές της Ρώμης, του Λον­δί­νου και της Ουά­σιγ­κτον έπρα­ξαν το ίδιο: αντάλ­λα­ξαν ρω­σι­κούς τί­τλους, αντί­στοι­χα, με ιτα­λι­κούς, βρε­τα­νι­κούς ή αμε­ρι­κα­νι­κούς τί­τλους. Η Ια­πω­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση, απο­ζη­μί­ω­σε κατά 100% τους Ιά­πω­νες κα­τό­χους ρω­σι­κών τί­τλων |30|.

Είναι ξε­κά­θα­ρο ότι, πράτ­το­ντας αυτό, οι κυ­βερ­νή­σεις των χωρών αυτών στή­ρι­ξαν τους τρα­πε­ζί­τες οι οποί­οι θα έπρε­πε να είχαν κα­τα­στεί υπεύ­θυ­νοι της χρη­μα­το­δό­τη­σης του τσα­ρι­κού κα­θε­στώ­τος και να πλη­ρώ­σουν για τις συ­νέ­πειες της απο­κή­ρυ­ξης των απε­χθών χρεών. Στην πε­ρί­πτω­ση της Γαλ­λί­ας, η κυ­βέρ­νη­ση της χώρας ήταν ενερ­γά συν-υπεύ­θυ­νη με τους τρα­πε­ζί­τες για την στή­ρι­ξη του τσα­ρι­κού κα­θε­στώ­τος. Η γαλ­λι­κή κυ­βέρ­νη­ση είχε συ­στη­μα­τι­κά ωθή­σει ένα μέρος της κοι­νω­νι­κής της βάσης, τους ει­σο­δη­μα­τί­ες της με­σαί­ας τάξης, να αγο­ρά­σουν ρω­σι­κούς τί­τλους.

Και κάτι ση­μα­ντι­κό: στην Γαλ­λία, ένα με­γά­λο πο­σο­στό των ρω­σι­κών τί­τλων δεν ανταλ­λά­χθη­καν με γαλ­λι­κούς. Οι ρω­σι­κοί τί­τλοι είχαν με­γα­λύ­τε­ρη από­δο­ση από τους γαλ­λι­κούς. Το επι­τό­κιο των ρω­σι­κών τί­τλων το 1906 ανέρ­χο­νταν στο 5 %, ενώ το μέσο επι­τό­κιο των τί­τλων του γαλ­λι­κού Κρά­τους ήταν 3 %.

Με­τα­ξύ 1918 και 1922, φήμες που διέ­δω­σε ο οι­κο­νο­μι­κός Τύπος και η κυ­βέρ­νη­ση άφη­ναν να εν­νοη­θεί ότι η σο­βιε­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση θα έπε­φτε και ότι ο διά­δο­χός της θα ανα­λάμ­βα­νε το τσα­ρι­κό χρέος. Επί­σης, κατά την Διά­σκε­ψη της Γέ­νο­βας και σε άλλες στιγ­μές, ο ίδιος Τύπος άφηνε να εν­νοη­θεί ότι η Μόσχα θα δε­χό­ταν στο τέλος να ανα­γνω­ρί­σει το χρέος. Ο κό­σμος βρί­σκο­νταν μπρο­στά σε μια σου­ρε­α­λι­στι­κή κα­τά­στα­ση: τί­τλοι που είχαν εκ­δο­θεί από μια κυ­βέρ­νη­ση που δεν υπήρ­χε πλέον, απο­κη­ρυγ­μέ­νοι, δια­γραμ­μέ­νοι τί­τλοι, συ­νέ­χι­ζαν να αγο­ρά­ζο­νται και να πω­λού­νται στο χρη­μα­τι­στή­ριο του Πα­ρι­σιού. Είναι ένα τέ­λειο πα­ρά­δειγ­μα ει­κο­νι­κού κε­φα­λαί­ου.

Με­τα­ξύ 1918-1919, η τιμή με­τα­πώ­λη­σης των ρω­σι­κών τί­τλων κυ­μαί­νο­νταν με­τα­ξύ 56.5 % και 66,25.% της ονο­μα­στι­κής αξίας (είχαν πω­λη­θεί, αρ­χι­κά, στο 88 % της ονο­μα­στι­κής αξίας). Η τιμή των τί­τλων του γαλ­λι­κού δη­μο­σί­ου, την ίδια εποχή, κυ­μαί­νο­νταν με­τα­ξύ 61 και 65.%. Η δια­φο­ρά με­τα­ξύ της τιμής των απο­κη­ρυγ­μέ­νων ρω­σι­κών τί­τλων και των γαλ­λι­κών τί­τλων ήταν συ­νε­πώς μικρή. Είναι σί­γου­ρο πως ο κερ­δο­σκό­πος (και οι τρα­πε­ζί­τες είναι οι πρώ­τοι στην λίστα) πραγ­μα­το­ποιεί πολύ καλή συ­ναλ­λα­γή αν αγο­ρά­ζει στα 56 όταν οι μι­κρό-επεν­δυ­τές απαλ­λάσ­σο­νται από τους τί­τλους επει­δή φο­βού­νται μετά από την τάδε ή δείνα φήμη που κυ­κλο­φό­ρη­σε ο Τύπος (και, κατά βάθος, από τους τρα­πε­ζί­τες) και ξα­να­που­λά στα 66.

Με­τά­φρα­ση από τα γαλ­λι­κά: Christine Cooreman

Ση­μειώ­σεις:

|28| Ιδρύ­θη­κε το 1863. Η τρά­πε­ζα Crédit lyonnais έγινε ιδίως γνω­στή για το σκάν­δα­λο της διά­σω­σής της από το γαλ­λι­κό Κρά­τος, τον πε­ρα­σμέ­νο αιώνα. Έχο­ντας σχε­δόν πτω­χεύ­σει κατά την δε­κα­ε­τία του 1990, μετά ατό την κρίση των ακι­νή­των, η τρά­πε­ζα εθνι­κο­ποι­ή­θη­κε και ανα­κε­φα­λαιο­ποι­ή­θη­κε πριν πε­ρά­σει στον έλεγ­χο της Crédit agricole το 2003. Η διά­σω­ση κό­στι­σε συ­νο­λι­κά 14,7 δις ευρώ στον φο­ρο­λο­γού­με­νο.

|29| Επι­χει­ρη­μα­τι­κή τρά­πε­ζα που ιδρύ­θη­κε το 1904, και συγ­χω­νευ­θη­κε το 1973 με την Crédit du Nord.

|30| Landon-Lane J., Oosterlinck K., (2006), « Hope springs eternal : French bondholders and the Soviet Repudiation (1915-1919) », Review of Finance, 10, 4, pp. 507-535.

​ΠΗΓΗ: www.​contra-​xreos.​gr​, μέσω:rproject.gr

40