«Ποιον Λες να Πιστέψουν, Εσένα ή Εμένα;» – Η Ιστορία του Αστυνομικού της ΕΛ.ΑΣ. που Βασάνισε Πολίτες με Ηλεκτροσόκ

«Ποιον Λες να Πιστέψουν, Εσένα ή Εμένα;» – Η Ιστορία του Αστυνομικού της ΕΛ.ΑΣ. που Βασάνισε Πολίτες με Ηλεκτροσόκ

Screenshot_52Το 2002, ο Γιάννης Παπακώστας και ο Γιώργος Σιδηρόπουλος βασανίστηκαν με ηλεκτροσόκ στο Α.Τ. Ασπροπύργου. Ο αστυνομικός που τους βασάνισε δεν μπήκε ποτέ φυλακή. Πριν από έναν μήνα, η Ελλάδα καταδικάστηκε από ευρωπαϊκό δικαστήριο.

χει ξεκινήσει να σουρουπώνει και ο ζεστός ήλιος λούζει τον Ασπρόπυργο με ένα βαθύ πορτοκαλί χρώμα. Το ημερολόγιο γράφει 13 Αυγούστου 2002 και ο Γιάννης Παπακώστας, ένας φαντάρος 20 ετών που έχει πάρει άδεια ενόψει Δεκαπενταύγουστου, έχει βγει για καφέ με τους φίλους του. Καθώς επιστρέφουν όλοι μαζί απολαμβάνοντας τη χαλαρή βόλτα με τα μηχανάκια τους πάνω στην καυτή άσφαλτο, σταματούν σε ένα STOP, πολύ κοντά στο Αστυνομικό Τμήμα του Ασπροπύργου. «Μόλις φτάσαμε στη διασταύρωση, ένα περιπολικό ξεκίνησε έξω από το Τμήμα. “Ρε μαλάκες, έρχεται η Αστυνομία”, φώναξε ένας και αμέσως όλοι άνοιξαν το γκάζι. Γκάζωσα και ’γω, για να μην μείνω πίσω και τους χάσω», λέει ο Γιάννης Παπακώστας.

Ο φαντάρος, που εκείνη την ημέρα οδηγούσε χωρίς δίπλωμα, δεν καταφέρνει να ξεφύγει από το περιπολικό. «Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, αισθάνθηκα δύο φώτα να είναι κολλημένα στην πίσω ρόδα μου. Γύρισα το κεφάλι μου και είδα ένα περιπολικό με αναμμένο φάρο να με ακολουθεί κατά πόδας, λίγο ακόμη και θα έπεφτε πάνω μου. Το βλέμμα μου συναντήθηκε με εκείνο του αστυνομικού, που μου έκανε σήμα να κάνω δεξιά».

Η πρώτη προσαγωγή

Ο Γιάννης σταματά το μηχανάκι του μπροστά από ένα εργοστάσιο χαρτοποιίας, όπου λόγω της παραγωγής το έδαφος είναι λασπώδες.

Δύο αστυνομικοί βγαίνουν από το περιπολικό.

«Πέσε κάτω τώρα», τον διατάζει ένας από αυτούς.
«Έχει λάσπες, δεν μπορώ», απαντάει ο Γιάννης.
«Είπα, πέσε κάτω τώρα», επιμένει ο αστυνομικός.
«Δεν μπορώ, έχει νερά», ανταπαντά ο Γιάννης.

Ο αστυνομικός πλησιάζει, τον πιάνει από τον ώμο και τον σπρώχνει προς τα κάτω με δύναμη, περνώντας του τις χειροπέδες στα χέρια. Ο αστυνομικός βάζει τόση δύναμη, που στο χέρι του Γιάννη υπάρχει ακόμη το σημάδι από τις χειροπέδες, 15 χρόνια μετά από εκείνο το βράδυ.

«Δώσε μου τα χαρτιά σου», λέει σε έντονο ύφος ο αστυνομικός.
«Είναι στην κωλότσεπη. Λύσε με να σου τα δώσω», απαντάει ο Γιάννης.

«Ο αστυνομικός έβαλε το χέρι του στην τσέπη και πήρε το πορτοφόλι μου, ψάχνοντας για τα χαρτιά μου, παρότι δεν αρνήθηκα να του τα δώσω ο ίδιος», λέει στο VICE.

«Τι κάνεις εκεί, ρε;», λέει εκνευρισμένος στον αστυνομικό. «Μου είπες να σου τα δώσω και δεν σου τα έδωσα;».
«Πάμε στο Τμήμα, που θα αντιμιλήσεις!», ήταν η επόμενη φράση του αστυνομικού.

Την ώρα που ο Γιάννης φτάνει με τους δύο αστυνομικούς στο Αστυνομικό Τμήμα, ένας ανώτερος εμφανίζεται μπροστά τους.

«Τι έκανε το παιδί;», ρωτάει.
«Την κοπάνησε, όταν του ζητήσαμε να σταματήσει», απαντάει ο αστυνομικός που τον είχε συλλάβει.
«Ποιος την κοπάνησε; Μου είπες να κάνω δεξιά και έκανα», λέει ο Γιάννης.

«Ποιον λες να πιστέψουν; Εσένα ή εμένα;», απαντάει ο αστυνομικός χαμογελώντας ειρωνικά.

Ο Γιάννης Παπακώστας συλλαμβάνεται το βράδυ της 13ης Αυγούστου 2002, την ώρα που κάνει βόλτα με το μηχανάκι του. Ένα περιπολικό του λέει να κάνει δεξιά στον δρόμο. Όταν σταματήσει, δύο αστυνομικοί βγαίνουν από το όχημα. «Πέσε κάτω τώρα», του λέει ο ένας σε έντονο ύφος. Ο 20χρονος φαντάρος αρνείται να πέσει στα γόνατα, γιατί έχει λάσπες από ένα παρακείμενο εργοστάσιο. Τότε, ο αστυνομικός πλησιάζει, τον πιάνει από τον ώμο και τον σπρώχνει προς τα κάτω με δύναμη, περνώντας του τις χειροπέδες στα χέρια. Εικονογράφηση του Σταύρου Παυλίδη για το άρθρο του VICE: «Συνέντευξη με τον Διαβόητο Βαρυποινίτη που Προσπάθησε να Αποδράσει απ’ όλες τις Ελληνικές Φυλακές».

Το πρώτο ηλεκτροσόκ

Οι αστυνομικοί βάζουν τον Γιάννη να καθίσει σε έναν καναπέ, στον προθάλαμο του Αστυνομικού Τμήματος. Τα χέρια του να είναι ακόμη δεμένα με τις χειροπέδες. Από το σημείο που βρίσκεται, έχει οπτική επαφή με το κρατητήριο, όπου βρίσκονται πάνω από δέκα κρατούμενοι. Κοιτάζει γύρω του και το μόνο που βλέπει είναι δύο κοπέλες που περίμεναν αδιάφορες.

«Μετά από λίγο, ήρθε μπροστά μου ένας αστυνομικός και με κοίταξε στα μάτια αφ’ υψηλού», λέει Γιάννης Παπακώστας στο VICE.

«Γιατί την κοπάνησες ρε;», τον ρωτάει ο αστυνομικός.
«Δεν την κοπάνησα», απαντάει εκείνος.
«Γιατί την κοπάνησες;».
«Δεν την κοπάνησα».
«Γιατί την κοπάνησες;».
«Δεν την κοπάνησα».
«Πάρτε τις κοπέλες από εδώ», λέει ο αστυνομικός σε κάποιους συναδέλφους του.

Οι αστυνομικοί απομακρύνουν τις δύο γυναίκες, που δεν έχουν πλέον οπτική επαφή με τους δύο άνδρες.

«Λέγε, γιατί την κοπάνησες;», ρωτάει ξανά ο αστυνομικός.
«Δεν την κοπάνησα», λέει και πάλι ο Γιάννης.
«Γιατί την κοπάνησες;».
«Δεν την κοπάνησα».
«Γιατί την κοπάνησες;».
«Δεν την κοπάνησα».

Ο αστυνομικός στέκεται μπροστά στον συλληφθέντα και παίρνει μερικά δευτερόλεπτα. O Γιάννης διηγείται στο VICE τις στιγμές που ακολούθησαν: «Ξαφνικά, σήκωσε το χέρι του και μου ακούμπησε ένα μηχάνημα στο στήθος. Έμοιαζε με φακό. Κατέβασα ενστικτωδώς τα μάτια μου, για να δω τι είναι. Καθώς έκανα να κοιτάξω, πάτησε ένα κουμπί και αμέσως έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου, έχασα το φως μου. Ένιωσα ένα τόσο δυνατό τράνταγμα, που δίπλωσα στον καναπέ από τον πόνο. Στη συνέχεια, ακούμπησε το μηχάνημα ανάμεσα στα πόδια μου και πάτησε ξανά το κουμπί. Μια, δυο, τρεις. Ήταν τόσο δυνατό και κοντά στα γεννητικά όργανα, που έπεσα και κουλουριάστηκα στο έδαφος».

Το δεύτερο θύμα βασανιστηρίων με ηλεκτροσόκ

Η ελληνική Δικαιοσύνη και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) θα αποφανθούν αργότερα ότι εκείνο το βράδυ, στο Αστυνομικό Τμήμα Ασπροπύργου, ο Γιάννης Παπακώστας έπεσε θύμα βασανισμού με μια συσκευή ηλεκτροσόκ από τον αστυνομικό Χρήστο Ευθυμίου. Τον Δεκέμβριο του 2011, ο τελευταίος θα κριθεί ένοχος για την πραγματοποίηση βασανιστηρίων κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ενώ τον Φεβρουάριο του 2014, το Εφετείο θα κρίνει και πάλι ένοχο τον αστυνομικό, επιβάλλοντάς του ποινή φυλάκισης πέντε ετών με αναστολή, καθώς και επιβολή προστίμου πέντε ευρώ ανά εξαγοράσιμη ημέρα φυλάκισης για τρία χρόνια. Η παραπάνω ποινή θα κριθεί αργότερα ανεπαρκής από το ΕΔΔΑ, που θα καταδικάσει την Ελλάδα για παραβίαση της απαγόρευσης βασανιστηρίων και του δικαιώματος των πολιτών σε δίκαιη δίκη, αφού η υπόθεση κράτησε συνολικά πάνω από 12 χρόνια.

Η μάχη για την ανάδειξη της ενοχής του αστυνομικού που βασάνισε τον Γιάννη Παπακώστα ξεκίνησε το ίδιο βράδυ, όταν ο 20χρονος πέρασε την πόρτα του κρατητηρίου, λίγα λεπτά μετά τον βασανισμό του. Εκεί βρισκόταν ήδη ο Γιώργος Σιδηρόπουλος, ένας ανήλικος παλιννοστούντας Ελληνοπόντιος, που γεννήθηκε στη Σοβιετική Ένωση το 1985 και πραγματοποίησε «όνειρο της επιστροφής στην πατρίδα» σε ηλικία έξι ετών, μετά την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Παρότι αμφότεροι έμεναν στον Ασπρόπυργο, ο Γιώργος και ο Γιάννης δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους. Ωστόσο, είχαν ένα κοινό: το βράδυ εκείνης της 13ης Αυγούστου, είχαν πέσει και οι δύο θύμα βασανισμού από τον ίδιο αστυνομικό. Μάλιστα, ο Γιώργος Σιδηρόπουλος πέρασε την πόρτα του Αστυνομικού Τμήματος λίγες ώρες πριν από τον Γιάννη Παπακώστα, με αποτέλεσμα, όταν ο τελευταίος υπέστη το ηλεκτροσόκ, ο 17χρονος να γίνει μάρτυρας του βασανιστηρίου στο οποίο είχε υποβληθεί λίγες ώρες νωρίτερα. Όπως λέει ο Γιώργος Σιδηρόπουλος στο VICE, «όταν ο αστυνομικός έκανε ηλεκτροσόκ στον Γιάννη, άκουσα τον ήχο της συσκευής και αμέσως μετά μια φωνή να ουρλιάζει “Τι μου κάνεις εκεί;”. Κοίταξα από το παράθυρο της πόρτας και τον είδα διπλωμένο στο πάτωμα».

«Αυτό που κάνεις με το ηλεκτροσόκ δεν θα πάει μακριά»

«Σήκω πάνω», φώναξε ο αστυνομικός στον Γιάννη Παπακώστα, που έμεινε σωριασμένος στο έδαφος μετά το ηλεκτροσόκ.

«Δεν μπορώ», απάντησε εκείνος.

Εκείνη τη στιγμή, πλησίασε ένας άλλος αστυνομικός. «Αυτό που κάνεις με το ηλεκτροσόκ δεν θα πάει μακριά», είπε στον συνάδελφό του πιάνοντας τον ανήμπορο Γιάννη στα χέρια του. Ο Γιάννης μεταφέρθηκε στο κρατητήριο και κάθισε σε ένα από τα παγκάκια που ήταν τοποθετημένα περιμετρικά στο δωμάτιο.

«Πονάει αυτό που σου ’κανε;», τον ρώτησε ένας συγκρατούμενος.

«Άμα θες, φώναξέ τον να στο κάνει», του απάντησε ο Γιάννης.

Μέχρι το ξημέρωμα, όλοι οι κρατούμενοι είχαν αφεθεί ελεύθεροι, με μόνο τον Γιώργο Σιδηρόπουλο να μεταφέρεται στη ΓΑΔΑ, για να περάσει αυτόφωρο. Τελευταίος έμεινε ο Γιάννης Παπακώστας, που αφού κρατήθηκε ώρες για μια «εξακρίβωση στοιχείων», αφέθηκε ελεύθερος στις πέντε το πρωί. Ανέβηκε στο μηχανάκι του και πήγε στο σπίτι που τον περίμεναν οι φίλοι του. «Ρε μαλάκα, τι σου έκαναν;», τον ρώτησε ένας από αυτούς. Του είπαν ότι από το παράθυρο του Αστυνομικού Τμήματος είχαν δει τη λάμψη που έβγαλε η συσκευή του ηλεκτροσόκ. Ένας από τους φίλους του είπε ότι άκουσε έναν αστυνομικό να λέει γελώντας σε συνάδελφό του: «Πήγαινε να του κάνεις ηλεκτροκόλληση».

Το ξημέρωμα, ο Γιάννης επέστρεψε σπίτι του. Δεν είπε τίποτα στους δικούς του. «Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, πήγα στο σπίτι ενός φίλου. Εκεί που καθόμασταν, του είπα τι μου είχε συμβεί», λέει ο ίδιος. «Ο πατέρας του άκουσε την κουβέντα μας και αποσβολωμένος, μου έδωσε τον αριθμό ενός δημοσιογράφου. “Αν θες, παρ’ τον τηλέφωνο και πες του όσα έζησες”, μου είπε. Γυρίζοντας σπίτι, αποφάσισα να τον καλέσω. “Πήγαινε τώρα στο νοσοκομείο, για να κάνεις εξετάσεις”, μου είπε εκείνος. Πήγα στο Τζάνειο και εκείνος έκανε την καταγγελία. Το κινητό μου ξεκίνησε να χτυπάει σαν τρελό».

To πρωί της 14ης Αυγούστου, ο Γιώργος Σιδηρόπουλος, μεταφέρθηκε στην ΓΑΔΑ για το αυτόφωρο. Λίγες ώρες πριν, είχε υπσοτεί ηλεκτροσόκ στο Α.Τ. Ασπροπύργου, όμως δεν τον πίστευε κανείς, ούτε καν οι φίλοι του. Εικονογράφηση του Σταύρου Παυλίδη.

«Δείξε μου ποιος σου το έκανε»

«Ήρθε στο σπίτι η Αστυνομία και σε ψάχνει», είπε στον Γιάννη ο αδερφός του, όταν τον πήρε στο κινητό. Ο Γιάννης πήρε αμέσως το μηχανάκι και πήγε στο Αστυνομικό Τμήμα του Ασπροπύργου.

«Μου είπαν ότι με ψάχνετε», απάντησε ο Γιάννης.
«Ποιος είσαι;».
«Ο Παπακώστας».

Όταν κατάλαβε ποιος είναι, ο φύλακας πήγε τον Γιάννη σχεδόν τρέχοντας στο γραφείο του διοικητή.

«Τι έγινε χθες;», τον ρώτησε ο τελευταίος.

Ο Γιάννης εξιστόρησε τα γεγονότα.

«Γιατί δεν ήρθες εδώ να τα βρούμε;», ρώτησε ο αστυνομικός.

«Εσείς μου τα κάνατε. Σε εσάς θα έρθω να τα βρούμε;», απάντησε εκείνος ρητορικά.

Ο Γιάννης έδειξε στον διοικητή τα σημάδια που έφερε στο σώμα του από το ηλεκτροσόκ. «Είδα τα σημάδια που είχε ο Γιάννης Παπακώστας στο σώμα του», θα έλεγε αργότερα στην κατάθεσή του ο διοικητής, ένας από τους λίγους που μίλησαν επιβαρυντικά για τον συνάδελφό τους.

«Έλα πάλι αύριο το πρωί στις επτά. Θα έχω μαζέψει όλους όσοι είχαν υπηρεσία την ώρα της σύλληψής σου. Θα μου δείξεις ποιος σου το έκανε», είπε ο διοικητής στον Γιάννη.

Το επόμενο πρωί, πήγε στο Τμήμα. Την ώρα που περίμενε να μπει στο δωμάτιο με όσους αστυνομικούς είχαν υπηρεσία το βράδυ του βασανισμού του, ένας αστυνομικός τον πλησίασε.

«Ο Γιάννης;».
«Ναι», απαντάει εκείνος.
«Κοίτα, το έκανε πάνω στα νεύρα του, ασ’ τον μωρέ, έχει και οικογένεια», του είπε ο αστυνομικός.
«Αν το έκανε στο παιδί σου, θα τον δικαιολογούσες, επειδή το έκανε πάνω στα νεύρα του; Αν είχα πρόβλημα στην καρδιά και με άφηνε στον τόπο; Θα τον δικαιολογούσες και πάλι;», απάντησε ο Γιάννης.

Μετά από λίγα λεπτά, ο διοικητής τον φώναξε στο δωμάτιο.

«Δείξε μου ποιος σου το έκανε», του είπε.

Μέσα στο δωμάτιο υπήρχαν τουλάχιστον 12 αστυνομικοί.

«Αυτός με σταμάτησε στον δρόμο. Αυτός ήταν ο συνοδηγός. Αυτός με έριξε κάτω. Αυτός μου έκανε ηλεκτροσόκ», είπε ο Γιάννης, ο οποίος λέει στο VICE: «Όταν έδειξα εκείνον που μου έκανε το ηλεκτροσόκ, ξεκίνησε να γελάει, υποτίθεται για να δείξει ότι είναι αστείο να τον κατηγορώ για κάτι τέτοιο».

«Οι φίλοι μου δεν με πίστευαν για τα βασανιστήρια»

Σε μια από τις πολλές καταθέσεις του, ο Γιάννης Παπακώστας θα πει αργότερα ότι ο βασανισμός του έγινε πολύ κοντά στην πόρτα του κρατητηρίου και συνεπώς οι πάνω από δέκα κρατούμενοι πιθανόν να είδαν ή να άκουσαν το τι είχε συμβεί. Ως εκ τούτου, η Αστυνομία κάλεσε για κατάθεση όλους όσοι κρατούνταν εκείνο το βράδυ.

Ένας από αυτούς ήταν ο Γιώργος Σιδηρόπουλος, που περιγράφει στο VICE πώς, ουσιαστικά, έγινε ο δεύτερος πρωταγωνιστής της ιστορίας: «Αφού πέρασα αυτόφωρο και αφέθηκα ελεύθερος το επόμενο πρωί, έφυγα για διακοπές. Δεν ήθελα να πω στους γονείς μου για τα βασανιστήρια, ο πατέρας μου ήταν πολύ νευρικός και δεν ήθελα άλλη ταλαιπωρία».

πηγή:vice.com

 

529