Ο «Μποναμάς» του Κώστα Βάρναλη

Ο «Μποναμάς» του Κώστα Βάρναλη

«Applicants for Admission to a Casual Ward», Luke Fildes, 1874. Ο πίνακας δείχνει ουρές αστέγων στην Αγγλία να περιμένουν για μια άδεια απο την αστυνομία, ώστε να κοιμηθούν σε δωμάτια του πτωχοκομείου για μια νύχτα. Ήταν απο τις «κοινωνικές προσφορές» της εποχής.

Την Πρωτοχρονιά του 1930 κι ενώ ολόκληρος ο κόσμος είχε βυθιστεί στην Παγκόσμια Οικονομική Ύφεση, δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες εκτενέστατη εγκύκλιος της ιεραρχίας της Ελλάδος «προς τον λαόν», στην οποία καταδικάζονταν οι «μαλλιαροκομμουνιστές» και «το κύμα της ασεβείας και αθεΐας». Η εγκύκλιος αυτή ήταν καρπός της τελευταίας ιεράς συνόδου και διανεμήθηκε στις μητροπόλεις με τη σύσταση να γνωστοποιηθεί όσο το δυνατόν ευρύτερα. Ο Κώστας Βάρναλης τότε, έγραψε το ποίημα, με τίτλο «Μποναμάς» που δημοσιεύτηκε με τη σατιρική υπογραφή Γερβάσιος ο θεοεμβαίκτης, στο περιοδικό «Πρωτοπόροι», στο τεύχος Φλεβάρη 1931. Το 1959 το συμπεριέλαβε στα «Ποιητικά» του με τον τίτλο «Πρωτοχρονιάτικο» με κάποιες αλλαγές.

 

 

Μποναμάς

Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες

σκεμπέδες σταβροθόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες

ξετσίπωτοι ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι

ντυμένοι στα μαλάματα κι επίσημοι κι ωραίοι.

Εξήντα λύκοι με προβιά (γι’ αυτούς βαράν καμπάνες)

φάγανε γουρουνόπουλα, στραγγίσαν νταμιτζάνες!

Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στα τζάκια,

κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στα μπατζάκια.

Την προσευκή τους κάνανε τα πράματα ν’ αλλάξουν

να ξεπροβάλουν οι κυράδες του Δεκαημέρου

χωρίς καπίστρι και λουρί, πολλές μαζί… (φυλάξου

τα πισινά του μουλαριού τα μπρος του καλογέρου!)

Κι ο Σατανάς τούς άκουσε που πιο καλά τους ξέρει

κι έστειλε τον καθηγητή της ηθικής ξεφτέρι…

Όξω οι φτωχοί φωνάζανε: «Πεινάμε τέτοιες μέρες»

γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες.

Κι οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυρέοι

ανοίξαν το παράθυρο κι είπανε: «Φταιν οι αθέοι».

ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ Ο… ΘΕΟΕΜΒΑΙΚΤΗΣ

(Διά το γνήσιον Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ)

 

 

Πρωτοχρονιάτικο

Σαράντα σβέρκοι βωδινοὶ μὲ λαδωμένες μποῦκλες

σκεμπέδες, σταβροθόλωτοι καὶ βρώμιες ποδαροῦκλες

ξετσίπωτοι, ἀκαμάτηδες, τσιμπούρια καὶ κορέοι

ντυμένοι στὰ μαλάματα κ᾿ ἐπίσημοι κι ὡραῖοι.

Σαράντα λύκοι μὲ προβιὰ (γι᾿ αὐτοὺς χτυπᾷ ἡ καμπάνα)

καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!

Κι ἀπὲ ρεβάμενοι βαθιὰ ξαπλώσανε στὸ τζάκι,

κι ἀβάσταγες ἐνιώσανε φαγοῦρες στὸ μπατζάκι.

Ὄξ᾿ ὁ κοσμάκης φώναζε: «Πεινᾶμε τέτοιες μέρες»

γερόντοι καὶ γερόντισσες, παιδάκια καὶ μητέρες

κ᾿ οἱ τῶν ἐπίγειων ἀγαθῶν σφιχτοὶ νοικοκυρέοι

ἀνοῖξαν τὰ παράθυρα καὶ κράξαν: «Εἶστε ἀθέοι».

 

«Ἢ ποίηση τοῦ Βάρναλη», γράφει ὁ Μενέλαος Λουντέμης, «δὲ μύριζε ποτὲ γάλα. Μύριζε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μπαροῦτι· κατέβηκε δηλαδὴ στὸ στίβο χωρὶς πάρα πολλὰ γυμνάσματα καὶ δοκιμὲς καὶ περιπλανήσεις στοὺςλειμῶνες τῶν ἀσφόδελων. Μ᾿ ἄλλα λόγια, χωρὶς αὐτὲς τὶς πεισιθάνατες κραυγὲς ποὺ ἔβγαζαν ὅλοι οἱ λυρικοί του καιροῦ του. Ὄχι. Ἡ Ποίηση τοῦ Βάρναλη ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀρσενική, λάσια, μιὰ βολίδα ποὔπεσε μὲς στὰ στεκούμενα νερὰ τοῦ μελίπηχτου λυρισμοῦ».

Πηγές: http://artinews.gr, https://www.pancreta.gr

1.366

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση