Η Γερμανική Επανάσταση και η ιστορία του ελληνικού Δ’ Σώματος Στρατού στο Γκέρλιτς

Η Γερμανική Επανάσταση και η ιστορία του ελληνικού Δ’ Σώματος Στρατού στο Γκέρλιτς

Φέτος κλείνουν 100 χρόνια από την Γερμανική Επανάσταση. Ένα ξεχασμένο επεισόδιό της έχει ιδιαίτερο ελληνικό ενδιαφέρον και ταυτόχρονα συμπυκνώνει όλον τον παραλογισμό του πολέμου.

Πριν από έναν αιώνα, τη νύχτα της 15ης Ιανουαρίου 1919, το άγρια δολοφονημένο σώμα της Ρόζας Λούξεμπουργκ, ηγέτιδας των Σπαρτακιστών, μιας αντιπολεμικής οργάνωσης της γερμανικής Αριστεράς, ριχνόταν με εκδικητική μανία από τη γέφυρα Λίχτενσταϊν στο κανάλι Λάντβερ του Βερολίνου. Περίπου την ίδια εποχή κατέφθαναν σε ελληνικό έδαφος, κατάκοποι και εξαθλιωμένοι, οι πρώτοι Έλληνες αιχμάλωτοι και εξεγερμένοι στρατιώτες του Γκέρλιτς. Κάπως έτσι, με ματωμένη γραμματοσειρά, γράφτηκε ο επίλογος της γερμανικής κομμουνιστικής εξέγερσης και στρώθηκε το έδαφος για το βραχύβιο διάλειμμα της εύθραυστης δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Αυτή η γερμανική ιστορία με τις παγκόσμιες αντανακλάσεις εμπεριείχε και μια παραγκωνισμένη από την ιστοριογραφία ελληνική πτυχή, το Συμβούλιο των ελλήνων στρατιωτών του Γκέρλιτς. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Το ξέσπασμα της επανάστασης

Η Γερμανική Επανάσταση, η εμφύλια σύγκρουση που ξέσπασε στη Γερμανική ΑυτοκρατορίαΓερμανική Αυτοκρατορία τον Νοέμβριο του 1918 και έληξε τον Αύγουστο του 1919 με την ανατροπή του καθεστώτος της συνταγματικής μοναρχίας και την αντικατάστασή του από την δημοκρατία, συνδέεται άρρηκτα με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο τέλος του Οκτώβρη του 1918 αυτός ο πόλεμος, που είχε ξεκινήσει πριν από τέσσερα χρόνια με την προσδοκία ότι θα έχει σύντομη διάρκεια, είχε μετατρέψει την Ευρώπη σε ένα απέραντο σφαγείο που σμπαράλιασε τις ζωές εκατομμυρίων στρατιωτών στην υγρή φρίκη των χαρακωμάτων και εξουθένωσε τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η ήττα για την Γερμανία είχε συντελεστεί, οξύνοντας τις κοινωνικές αντιθέσεις στο εσωτερικό της χώρας.

Ο Γερμανός καλλιτέχνης Ότο Ντιξ ήταν στρατιώτης στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αποτύπωσε τη φρίκη του σε μία σειρά από έργα.

Δυο εκατομμύρια Γερμανοί είχαν σκοτωθεί στα πεδία των μαχών, η βιομηχανία είχε καταστραφεί, το ίδιο και η αγροτική παραγωγή. Οι Γερμανοί στρατιώτες αλλά και οι πολίτες υπέφεραν από την πείνα και τις ασθένειες. Όλοι αδημονούσαν για το τέλος της σύγκρουσης και την ανάκτηση της χαμένης τους κανονικότητας. Ωστόσο, στις 28 Οκτωβρίου η γερμανική ανώτατη στρατιωτική διοίκηση διατάζει τον γερμανικό στόλο να βγει στη Βόρεια Θάλασσα για να δώσει μια ύστατη ναυμαχία με τους Άγγλους. Για τους ναύτες, αυτή η εντολή σήμαινε μια μαζική επέλαση προς τον θάνατο. Αρνήθηκαν. Η διοίκηση απάντησε με διώξεις εναντίον των ναυτών.

Στις 3-4 Νοεμβρίου ξεσπά η ανταρσία στο Κίελο. Οι ναύτες καταλαμβάνουν την πόλη, ενώνονται με τους εργάτες και τους στρατιώτες και σχηματίζουν το πρώτο «σοβιέτ» (έτσι ονομάστηκαν τα συμβούλια εργατών και στρατιωτών που διαμορφώθηκαν στα πρότυπα των σοβιέτ της ρωσικής επανάστασης του 1917). Ζητούν συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, ειρήνη, απομάκρυνση της βασιλικής οικογένειας. Την επόμενη μέρα στα καράβια του στόλου υψώνονται κόκκινες σημαίες. Ήταν το πρελούδιο μιας εξέγερσης.

Επαναστατημένοι ναύτες στο Κίελο, 5 Νοεμβρίου 1918. [Deutsches Historisches Museum, Berlin]

Η αναταραχή διαχέεται σε όλη τη Γερμανία, οργανώνονται διαμαρτυρίες, προκηρύσσονται απεργίες, καταλαμβάνονται τα δημόσια κτίρια και δημιουργούνται Συμβούλια στρατιωτών-εργατών. Στις 9 Νοεμβρίου εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες βαδίζουν προς το κέντρο του Βερολίνου διεκδικώντας το τέλος του πολέμου και την ανατροπή της μοναρχίας. Μέχρι το μεσημέρι η εξουσία του Ράιχσταγκ είχε αμφισβητηθεί και η γερμανική πρωτεύουσα είχε περάσει στα χέρια των επαναστατών. Την ίδια μέρα ο πρωθυπουργός του Ράιχ Μαξ φον Μπάντεν ανήγγειλε την παραίτηση του Κάιζερ Γουλιέλμου και ο ηγέτης του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος Φρίντριχ Έμπερτ διορίστηκε πρωθυπουργός της χώρας. Ο Έμπερτ ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με τους Αγγλογάλλους, σπεύδοντας να αποκηρύξει τις επαναστατικές διεργασίες με τη μνημειώδη φράση «μισώ την επανάσταση σαν την πανούκλα». Στις 11 Νοεμβρίου σε ένα σιδηροδρομικό βαγόνι στο δάσος της Κομπιέν υπογράφηκε η ανακωχή του Μεγάλου Πολέμου.

Η σύσταση των Freikorps

Ωστόσο, τα προβλήματα δεν λύθηκαν. Ο αποκλεισμός που είχαν επιβάλει οι δυνάμεις της Αντάντ συνεχίστηκε μέχρι και την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης (συνθήκη των ΒερσαλλιώνΣυνθήκη των Βερσαλλιών). Από την ανακωχή κι έπειτα, η Γερμανία δεν είχε τη δυνατότητα να προβάλει αντίσταση και η Αντάντ απέκτησε απόλυτη πρόσβαση στη Βαλτική Θάλασσα –τη μοναδική θάλασσα που είχε παραμείνει έως τότε υπό γερμανικό έλεγχο– καθιστώντας τον αποκλεισμό ακόμα πιο αυστηρό. Ο χειμώνας του 1918-1919 στις αναμνήσεις των Γερμανών εγχαράχθηκε ως η εποχή που ο λιμός χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο εκβιασμού σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι στη διάρκεια του ιδίου του πολέμου.

Οι κακουχίες φουντώνουν τα εμφύλια πάθη. Οι Γερμανοί χωρίζονται ανάμεσα σε αυτούς που επιλέγουν τη σοσιαλδημοκρατία, κι αυτούς που επιθυμούν μια «δημοκρατία των Συμβουλίων (σοβιέτ)» παρόμοια με αυτή που είχε καθιερωθεί από το Μπολσεβίκικο κόμμαΜπολσεβίκοι στη ΡωσίαΡωσική Επανάσταση. Τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν αντικατοπτρίζουν πρωτίστως μια διαμάχη για την εξουσία μεταξύ του μετριοπαθούς Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της ΓερμανίαςΣοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD) με επικεφαλής τον Φρίντριχ Έμπερτ και των πιο ριζοσπαστών κομμουνιστών του Κομμουνιστικού Κόμματος ΓερμανίαςKommunistische Partei Deutschlands, υπό την ηγεσία του Καρλ ΛίμπκνεχτΚαρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζα ΛούξεμπουργκΡόζα Λούξεμπουργκ, που προηγουμένως είχαν ιδρύσει και διοικούσαν τους Σπαρτακιστές.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Σε αυτό το κρίσιμο σταυροδρόμι η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση αποφασίζει να χρησιμοποιήσει μια ομάδα αντιδραστικών αξιωματικών, που είχαν συστήσει ένοπλα τμήματα, για να χτυπήσουν τους Γερμανούς που υποστήριζαν τη «Δημοκρατία των Συμβουλίων». Επρόκειτο για τα Freikorps, ένοπλα σώματα εθνικιστικής και αντισημιτικής απόχρωσης, που αποτελούνταν κυρίως από αξιωματικούς, οι οποίοι κατά την τετραετία του πολέμου είχαν αποκτηνωθεί και είχαν κόψει εντελώς τους δεσμούς με κοινωνικές και πολιτιστικές διαδικασίες: «Ήταν κυρίως άνθρωποι που προέρχονταν από τις Ανατολικές περιοχές της Γερμανίας και θεωρούσαν ότι κινδύνευαν να μείνουν έξω από τον εθνικό κορμό της χώρας με την αλλαγή των συνόρων. Χρηματοδοτήθηκαν από τη γερμανική αστική τάξη, ανέπτυξαν έναν ισχυρό φανατισμό και χρησιμοποιήθηκαν για την καταστολή της επανάστασης στο Βερολίνο αλλά και ενάντια στα τοπικά σοβιέτ» επισημαίνει ο ιστορικός και καθηγητής στο ΑΠΘ, Γιώργος Μαργαρίτης.

Στις 6 Δεκεμβρίου τα Freikorps πυροβόλησαν εναντίον διαδηλωτών στρατιωτών στο Βερολίνο σκοτώνοντας 16 άτομα, επιτέθηκαν στα γραφεία της εφημερίδας των ΣπαρτακιστώνΕξέγερση των Σπαρτακιστών «Ρότε Φάνε» (κόκκινη σημαία) και εισέβαλαν στο μέγαρο της Εκτελεστικής Επιτροπής του σοβιέτ του Βερολίνου. Ακολούθησαν ογκώδεις διαδηλώσεις με σύνθημα τον αφοπλισμό των αξιωματικών. Τα Freikorps υποχώρησαν αλλά μόνο προσωρινά, όπως θα δούμε παρακάτω.

Το Δ’ Σώμα Στρατού στο Γκέρλιτς

Παράλληλα, σε μια μικρή πόλη της τότε Σιλεσίας, εξελίσσεται ένα επεισόδιο της γερμανικής επανάστασης που έχει ένα ιδιαίτερο ελληνικό ενδιαφέρον και ταυτόχρονα συμπυκνώνει όλον τον παραλογισμό του πολέμου. Στο ΓκέρλιτςΓκέρλιτς διέμεναν ήδη από το 1916 περίπου 7.000 Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες σε ένα ιδιότυπο καθεστώς αιχμαλωσίας που βαφτίστηκε «φιλοξενία». Ήταν το Δ’ Σώμα Στρατού, το οποίο τις ταραγμένες μέρες του Εθνικού Διχασμού αποτέλεσε σημειολογικό λάφυρο στα χέρια εγχώριων και διεθνών αντίπαλων συνασπισμών. Όταν ο γερμανοβουλγαρικός στρατός εισέβαλε στην Ανατολική Μακεδονία τον Αύγουστο του 1916, εγκαταλείφθηκε στην τύχη του με εντολή να μην αντιδράσει. Ύστερα από έναν κύκλο υπόγειων διαβουλεύσεων που μέχρι σήμερα καλύπτεται από ένα πέπλο μύθου, ο επικεφαλής του αποφάσισε να παραδοθεί ολόκληρο το σώμα και να μεταφερθεί στη Γερμανία. Μεταφέρθηκε, λοιπόν, στο Γκέρλιτς σε μια συνθήκη αιχμαλωσίας, αφού κανένας δεν είχε δικαίωμα να εγκαταλείψει την πόλη.

Οι Έλληνες του Δ’ Σώματος Στρατού μπαίνουν στο Γκέρλιτς. [Wikimedia Commons]

Αν εξαιρέσει κανείς μια ομάδα φιλοβασιλικών-φιλογερμανών αξιωματικών που απολάμβαναν μια σειρά από προνόμια, η πλειονότητα των υπαξιωματικών και των στρατιωτών ήταν νέοι άνδρες, που σαστισμένοι και αδαείς παρακολουθούσαν τις αποφάσεις που λαμβάνονταν στο όνομά τους, χωρίς τη συμμετοχή τους. Επειδή ο ανδρικός πληθυσμός της μικρής γερμανικής πόλης έλειπε στον πόλεμο, επωμίστηκαν σκληρές δουλειές για να τονώσουν την τοπική βιομηχανία, υπέφεραν από τις στερήσεις και την επισιτιστική κρίση, νοσταλγούσαν τον τόπο και τις οικογένειές τους. Όσο πλησίαζε η ανακωχή, τόσο αναπτερώνονταν οι ελπίδες τους για επιστροφή στην Ελλάδα. Οι επικεφαλής τους όμως αξιωματικοί δεν προέκριναν μια τέτοια προοπτική, γιατί δεν εμπιστεύονταν τη βενιζελική παράταξη που βρισκόταν τότε στην εξουσία και προσδοκούσαν την αποκατάσταση του Κωνσταντίνου στο θρόνο. «Η απόσταση ανάμεσα σε μια κατηγορία αξιωματικών και στην πλειονότητα των στρατιωτών ήταν αβυσσάλεα. Οι αξιωματικοί αρνήθηκαν την επιστροφή στην Ελλάδα και όταν ήρθε ο καιρός της κρίσης, οι στρατιώτες στασίασαν» αναφέρει ο Γιώργος Μαργαρίτης.

Οι Έλληνες του Γκέρλιτς ενώνουν τις δυνάμεις τους με τους επαναστατημένους Γερμανούς

Η εξέγερση που ξέσπασε στη γερμανική επικράτεια τις μέρες του Νοέμβρη πέρασε και το κατώφλι του Γκέρλιτς. Στις 9 Νοεμβρίου του 1918 μια ομάδα σπαρτακιστών στρατιωτών έφτασε στην πόλη ξεσηκώνοντας τους κατοίκους. Οι διαδηλωτές απελευθέρωσαν τους κρατουμένους από τις διαβόητες μεσαιωνικές φυλακές Kaisertrutz και αποκαθήλωσαν όλα τα σύμβολα της αυτοκρατορικής ισχύος.

Η διαβόητη φυλακή Kaisertrutz στο Γκέρλιτς.

Στο βιβλίο του «Οι Έλληνες του Γκέρλιτς 1916-1919» ο ιστορικός Γεράσιμος Αλεξάτος παραθέτει την εξής μαρτυρία του Σπύρου Πρίφτη: «Ένα επεισόδιο που μας διηγήθηκε κάποιος στρατιώτης από το Γκέρλιτς μας έκανε να ριγήσουμε από συγκίνηση. Εκεί, στρατιώτες κι εργάτες, άνδρες και γυναίκες, αδελφωμένοι κατέκλυσαν τους δρόμους. Κόκκινες σημαίες κυμάτιζαν παντού. Η χαρά ήταν διάχυτη. Σπαρτακιστές στρατιώτες, ναύτες, εργάτες πήγαν και βρήκαν τους Έλληνες στις παράγκες τους, τους μίλησαν για επανάσταση και αδελφοσύνη των λαών, για εξουσία των εργατών. Τελικά τους κάλεσαν να μην υπακούσουν στις διαταγές των αξιωματικών τους και να εκλέξουν δικούς τους αντιπροσώπους. Κάθε τι την εποχή εκείνη, έδινε την εντύπωση πως οι ημέρες του παλιού κόσμου ήταν μετρημένες».

Οι Έλληνες στρατιώτες ανταποκρίνονται στο κάλεσμα, συμμετέχουν στις διαδηλώσεις και ξηλώνουν το στέμμα από τα πηλήκια. Στις 11 Νοεμβρίου πηγαίνουν στο στρατόπεδό τους, ανοίγουν τις φυλακές και απελευθερώνουν τους κρατουμένους. Δημιουργούν το δικό τους Συμβούλιο, το οποίο κωδικοποιήθηκε ιστορικά ως το «ελληνικό σοβιέτ του Γκέρλιτς», καθαιρούν τη φιλοβασιλική διοίκηση του Πολυχρόνη Καρακάλου, εκλέγουν δια βοής τον δημοφιλή παλαίμαχο συνταγματάρχη Λάμπρο Σινανιώτη και στέλνουν τους εκπροσώπους τους στο Βερολίνο, ώστε να μεταφέρουν τα αιτήματά τους στην κυβέρνηση. Τα κυρίαρχα συναισθήματά τους είναι η αγανάκτηση προς τους αξιωματικούς, ο πόθος γα ειρήνη και η λαχτάρα τους για επιστροφή στην Ελλάδα.

Οι τοπικές αρχές στο Γκέρλιτς αρχικά αναγνωρίζουν το Συμβούλιο με την προϋπόθεση ότι θα επαναφέρει τη φιλική προς αυτούς διοίκηση του Καρακάλου. Οι εξεγερμένοι στρατιώτες αρνούνται. Οι αρχές ξεδιπλώνουν πλέον μια σκληρή στρατηγική για να κάμψουν το ηθικό τους. Μειώνουν απροειδοποίητα στις αρχές του Δεκέμβρη τον εφοδιασμό του στρατοπέδου, δημιουργώντας μια ασφυκτική κατάσταση. Στις 9 Δεκεμβρίου οι πρωτεργάτες της εξέγερσης καλούνται να πάρουν μέρος σε μια γενική συνέλευση στο κέντρο της πόλης. Στην πραγματικότητα είναι ένα τέχνασμα για να τους τραβήξουν έξω από το στρατόπεδο και να συλλάβουν 32 από αυτούς, οδηγώντας τους στις φυλακές. Ταυτόχρονα ένοπλες ομάδες περικυκλώνουν τους στρατώνες με πολυβόλα δίνοντας τελεσίγραφο στο σώμα να συμμορφωθεί με τους αξιωματικούς του.

Η «έξοδος» του Δ’ Σώματος Στρατού

Πανικόβλητοι και απομονωμένοι, οι εξεγερμένοι στρατιώτες επιχείρησαν να δραπετεύσουν από το στρατόπεδο. Στην έξοδο τους περίμεναν ένοπλοι φρουροί, οι οποίοι σήκωσαν όπλα εναντίον τους σκοτώνοντας έναν και τραυματίζοντας άλλους δύο. Άλλοι τέσσερις έλληνες στρατιώτες που πρόλαβαν να διαφύγουν δολοφονήθηκαν από συνοριακούς φρουρούς. Οι αρχές θορυβήθηκαν από τα γεγονότα, που θα μπορούσαν να ερμηνευτούν και ως παραβίαση των όρων ανακωχής με την Αντάντ. Αποφάσισαν τότε να ανοίξουν το στρατόπεδο και να αφήσουν τους στρατιώτες να φύγουν. Με έναν τέτοιο επεισοδιακό τρόπο, ξεκίνησε μια επική και άτακτη πορεία 5.000 ανδρών με ναυλωμένα αμάξια και με τα πόδια προς τα σύνορα με τη Βοημία. Διέσχιζαν τα σύνορα, στριμώχνονταν στα τρένα, περνούσαν μέσα από τα χθεσινά πεδία των μαχών, άλλοι ακολούθησαν τη διαδρομή προς Βιέννη και μετά στο λιμάνι του Φιούμε κι άλλοι προς Βουδαπέστη και μετά στη Βάρνα, όπου ξέσπασαν συμπλοκές με βουλγαρικές ομάδες. Τον Γενάρη, εξασθενημένοι, οι πρώτοι στρατιώτες έφτασαν στην Ελλάδα.

Πίσω στο στρατόπεδο είχαν απομείνει 360 αξιωματικοί, 600 στρατιώτες και 200 βαριά ασθενείς. Η ζωή τους είχε γίνει ανυπόφορη, καθώς δέχονταν συχνά επιθέσεις από αντιδραστικούς Γερμανούς και στερούνταν βασικά αγαθά. Η ελληνική κυβέρνηση ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τις γερμανικές αρχές για την ομαλή επιστροφή τους. Τον χειρισμό της υπόθεσης ανέλαβε ο στρατηγός Πάτροκλος Κοντογιάννης. Έφτασε στο Βερολίνο στα μέσα του Γενάρη και οι συνομιλίες κράτησαν περίπου τρεις εβδομάδες. Στις 21 Φεβρουαρίου αναχώρησε η πρώτη αμαξοστοιχία από το Γκέρλιτς.

Τα Freikorps καταπνίγουν την επανάσταση

Στο μεταξύ, το Βερολίνο ήταν ένα καζάνι που έβραζε. Η κυβέρνηση σε μια απρόσμενη κίνηση αποφάσισε στις 4 Γενάρη να απολύσει τον διευθυντή της Αστυνομίας Εμίλ Άιχορν, εκλεγμένο από τα σοβιέτ και ιδιαίτερα αγαπητό στους εργάτες. Ακολούθησε μια μεγαλειώδης διαδήλωση στις 5 Γενάρη με αίτημα την επαναφορά του Άιχορν και τον αφοπλισμό των παραστρατιωτικών ομάδων. Στις 6 Γενάρη ξέσπασε απεργία. Ο κόσμος παρέμεινε στους δρόμους τις επόμενες μέρες, καταλαμβάνοντας σημαντικές υποδομές της γερμανικής πρωτεύουσας. Στις συσκέψεις της κυβέρνησης ο υπουργός Άμυνας Γκούσταβ Νόσκε έδωσε το σύνθημα του τρόμου: «Τι να γίνει! Κάποιος ασφαλώς πρέπει να γίνει το αιμοβόρο σκυλί. Εγώ δεν φοβάμαι τις ευθύνες».

Στις 11 Γενάρη ένοπλες ομάδες πολιόρκησαν τα κτίρια όπου αμύνονταν εργάτες και στρατιώτες και εισέβαλαν στις εργατικές συνοικίες. Πολλοί άνθρωποι ξυλοκοπήθηκαν βάναυσα και άλλοι εκτελέστηκαν επί τόπου. Το νεοσύστατο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (μετεξέλιξη της ομάδας «Σπάρτακος» των Λίμπκνεχτ και Λούξεμπουργκ, που προέκυψε από την ένωσή τους με μικρότερες ομάδες της ριζοσπαστικής αριστεράς) τέθηκε εκτός νόμου. Λίγες μέρες αργότερα οι αδιαφιλονίκητοι ηγέτες της Επανάστασης, ο Καρλ Λίμπκνεχτ και η Ρόζα Λούξεμπουργκ απήχθησαν, βασανίστηκαν και θανατώθηκαν. Το μεν πτώμα του Λίμπκνεχτ παραδόθηκε σε έναν σταθμό πρώτων βοηθειών ως «αγνώστων στοιχείων», ενώ το πτώμα της Λούξεμπουργκ το πέταξαν στο κανάλι και ξεβράστηκε στην όχθη τον Μάιο του 1919. Μια μέρα πριν τη δολοφονία της, η Λούξεμπουργκ έγραφε: «Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο. Ηλίθιοι δήμιοι! Η τάξη σας είναι χτισμένη στην άμμο. Η επανάσταση αύριο θα υψώσει τη βροντερή της φωνή ως τους ουρανούς. Τρομαγμένοι θα ακούσετε το νικητήριο της σάλπισμα. Ήμουν, είμαι και θα είμαι». Έτσι, σε ένα ματωμένο υπόστρωμα οικοδομήθηκε η ασταθής δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Οπλισμένοι παραστρατιωτικοί των Freikorps το 1919.

Τα Freikorps, οι παραστρατιωτικές πολιτοφυλακές που κατέπνιξαν τη Γερμανική Επανάσταση λειτούργησαν ως πρόπλασμα του ναζισμού. Το Freikorp Έρχαρτ ήταν το πρώτο που χρησιμοποίησε τη σβάστικα ως έμβλημα. Πολέμησαν εναντίον των κομμουνιστών στις Βαλτικές χώρες, την Πολωνία και την Ανατολική Πρωσία, πριμοδότησαν το αποτυχημένο πραξικόπημα του Kapp στη Γερμανία το 1920 και στη συνέχεια εντάχθηκαν στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα. Ήταν εξάλλου η περίοδος που ένας άσημος αλλά φανατισμένος δεκανέας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Αδόλφος Χίτλερ, έκανε τα πρώτα βήματα της πολιτικής του «καριέρας». Πολλά σημαίνοντα στελέχη της χιτλερικής εξουσίας ξεκίνησαν την απεχθή τους διαδρομή από τα Freikorps, όπως ο Ερνστ Ρεμ, μελλοντικός επικεφαλής των S.A., ο Χάινριχ Χίμλερ των SS και ο Ρούντολφ Ες, μελλοντικός διοικητής του Άουσβιτς. «Όταν τα Freikorps μπήκαν στο Βερολίνο τον Γενάρη του 1919 υπήρξε ένα πραγματικό λουτρό αίματος. Ήταν το εκκολαπτήριο ιδεών από το οποίο προέκυψε το ναζιστικό κόμμα. Ο Ντράξλερ, προκάτοχος του Χίτλερ, ηρωοποίησε αυτές τις παραστρατιωτικές ομάδες και αποτέλεσαν το πρότυπο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν τα Τάγματα Εφόδου (SA)», υπογραμμίζει ο Γιώργος Μαργαρίτης.

Ο στιγματισμός των Ελλήνων του Γκέρλιτς

Για τους στρατιώτες που επέστρεφαν την ίδια εποχή στην Ελλάδα, η ιστορία επιφύλασσε νέες εκπλήξεις. Οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο της Σούδας Χανίων και ανακρίθηκαν. 320 αξιωματικοί μεταφέρθηκαν σε μια ακατοίκητη νησίδα, τον Άγιο Γεώργιο Κερατσινίου στην είσοδο του όρμου της Σαλαμίνας, που χρησίμευε τότε ως λοιμοκαθαρτήριο. Η είδηση του εκτοπισμού των αξιωματικών του Γκέρλιτς σε ένα ξερονήσι προκάλεσε τη δυσφορία ακόμα και του φιλοκυβερνητικού τύπου. Ακολούθησαν νέες φυλακίσεις στις φυλακές Αβέρωφ και τη Μήλο, δίκες και αποτάξεις. Στο συλλογικό συμφραζόμενο πάντως το Δ’ Σώμα Στρατού έγινε συνώνυμο της «εθνοπροδοσίας». Οι περισσότεροι πέρασαν το υπόλοιπο της ζωής τους στιγματισμένοι και αφανείς. Το φευγαλέο αλλά μαγνητικό πέρασμά τους από το πείραμα της εξέγερσης και της σοβιετικής οργάνωσης, ενταφιάστηκε μαζί με τα οράματα της γερμανικής επανάστασης. Η ιστορία τους παρέμεινε αποσιωπημένη και χάθηκε στη μεσοπολεμική θύελλα. Πολύ μεταγενέστερα ερευνητές έξυσαν τη αφηγηματική κρούστα της «εθνοπροδοσίας» ανακαλύπτοντας ότι η ιστορική αλήθεια είναι μάλλον διαφορετική, πολύ πιο σύνθετη και κρύβει πολλά καταχωνιασμένα μυστικά.

*Για τη συγγραφή του άρθρου αξιοποιήθηκαν πληροφορίες από τα εξής βιβλία:

  • «Οι Έλληνες του Γκέρλιτς 1916-1919», Γεράσιμος Αλεξάτος, εκδόσεις Κυριακίδη
  • «Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος», Hew Strachan, εκδόσεις Γκοβόστη
  • «Ρόζα Λούξεμπουργκ», Paul Froelich, εκδόσεις Ύψιλον

Πηγή:https://insidestory.gr

198

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση