Κραυγές και ψίθυροι (πίσω από κλειστές πόρτες)

Κραυγές και ψίθυροι (πίσω από κλειστές πόρτες)

Ένας πατέρας βιάζει τις δύο ανήλικες κόρες του κατ’ εξακολούθηση για σειρά ετών. Μία από τις δύο, που βιάζονταν από την ηλικία ακόμα των 11 ετών, βρίσκει τη δύναμη να τον καταγγείλει για να προστατέψει άλλα παιδιά. Καταθετει και η αλλη κορη. Τα αδικήματα για εκείνη εχουν παραγραφεί. Νομικά τουλάχιστον. Γιατί τέτοια αδικήματα δεν παραγράφονται ποτέ.

Πρωτόδικα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και καταδικάζεται ομόφωνα σε 12 χρόνια κάθειρξη. Η απόφαση εξοπλίζεται με ανασταλτική ισχύ. Κάτι που σημαίνει ότι ο καταδικασθείς είναι ελεύθερος μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσής του στον δεύτερο βαθμό.

Εφετείο. Η σύνθεση του δικαστηρίου ειναι 3 δικαστες, 4 ενορκοι και ενας εισαγγελεας. Μετά από πολλές διακοπές της δίκης η απόφαση βγα’ινει. Όλοι οι δικαστές και εδώ τον κρίνουν ένοχο. Ο εισαγγελέας προτείνει και στο εφετείο, όπως και πρωτόδικα ενοχή. Κι όμως, το αποτέλεσμα κρίνεται απο τους 4 ενόρκους που αποφασίζουν την αθώωση του λόγω αμφιβολιών. Κάποιοι μέσα στην αίθουσα ξεσπούν σε χειροκροτήματα. Κάποιοι άλλοι, δύο κορίτσια ουρλιάζουν από πόνο και οργή. Γίνονται κουβάρι. Αγκαλιάζονται και καταρρέουν. Δύο κορίτσια που για εφτά ολόκληρα χρόνια βιάζονταν. Δύο παιδιά. Που έζησαν την κόλαση και επιβίωσαν. Κι όλο αυτό είναι μια θλιβερή, αλλά εύστοχη, συνόψιση του όρου «κουλτούρα βιασμού».

«Η αλήθεια είναι δυσδιάκριτη όταν υποκρύπτονται σκοπιμότητες» δήλωσε με περισσό θράσος ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορούμενου και καθόλου τυχαίος, καθώς έχει υπερασπίσει χρυσαυγίτες και μεγαλοεπιχειρηματίες. Θα ήταν ενδιαφέρον ωστόσο να εξηγηθεί ποια σκοτεινή «σκοπιμότητα» υποκρύπτεται πίσω από την επώδυνη απόφαση ενός θύματος βιασμού να καταγγείλει τον βιαστή του. Που συμπτωματικά είναι και πατέρας του θύματος, άρα ένα πρόσωπο που θα έπρεπε να εμπνέει ασφάλεια, σιγουριά και τρυφερότητα.

Ποια σκοτεινή «σκοπιμότητα» είναι τόσο ισχυρή και ικανή να οδηγήσει μια νέα γυναίκα να αφηγηθεί με κάθε λεπτομέρεια οδυνηρές πτυχές της προσωπικής της ζωής μπροστά σε άγνωστους ανθρώπους; Να αναβιώσει τον εξευτελισμό και τη βία, διατηρώντας όποια υπολείμματα αξιοπρέπειας κατάφερε με κόπο να περισώσει; Ποια σκοπιμότητα όταν δεν διεκδικεί ούτε μισό ευρώ παρά μόνο δικαίωση και να μην ειναι αυτός ο “άνθρωπος” κοντά σε παιδιά; Ποια σκοπιμότητα όταν ρισκάρει όλη της τη ζωή και κινδυνεύει ακόμα και να κυνηγηθεί, να απειληθεί να της συμβεί κάτι κακό αφού πλέον όλα της τα στοιχεία είναι γνωστά στον πα-τέρα; Ποια σκοπιμότητα έχει να μπει κάποιος σε αυτή την απίστευτα οδυνηρή διαδικασία που σε εξοντώνει ψυχολογικά, ηθικά και οικονομικά αν δεν λες την αλήθεια και μόνο την αλήθεια;

Απολύτως καμία σκοπιμότητα, είναι η απάντησή μας χωρίς περιστροφές. Η υπόθεση της Λάρισας, που είχε συγκινήσει πολύ κόσμο και είχε κινητοποιήσει φεμινιστικές -και όχι μόνο- συλλογικότητες, ξεβόλευε. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν ένας κακός ξένος, ένας «Άλλος» πάνω στον οποίο μπορούσε μεγάλο μέρος της κοινωνίας να ρίξει το ανάθεμα και τις κατάρες του χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήταν γνησιότατο τέκνο αυτής της κοινωνίας. Έλληνας, οικογενειάρχης, στρατιωτικός, εκπρόσωπος της τάξης και της ασφάλειας. Επομένως, ας αναβληθούν για την ώρα οι κατάρες και τα αναθέματα, προκειμένου να ανασυρθούν σε «βολικότερες» συνθήκες. Στην αγία ελληνική οικογένεια με το φωτοστέφανο της ετεροκανονικότητας, τα στόματα πρέπει να παραμείνουν ερμητικά κλειστά. Κάποιοι θα σοκαριστούν. Και μετά θα το ξεχάσουν. Μέχρι το επόμενο σοκαριστικό γεγονός. Μέχρι την επόμενη καταγγελία. Μέχρι την επόμενη αθώωση.

Τι θα πούμε άραγε σε αυτά τα κορίτσια; Που χωράει τόσο άδικο; Τόσος πόνος; Το «χρεος» προς την κοινωνια το έκαναν. Η κοινωνία τι έκανε γι’ αυτες; Τι λέει αυτή η αποφαση για το επόμενο παιδί που θα βιαστεί πιθανότατα απο εναν συγγενή του; Μη μιλάς; Γιατί θα ξαναβιαστείς από την αστυνομία, τον ανακριτή, το δικαστήριο, τους δικηγόρους; Μη μιλάς γιατί θα σε διαλύσουν, θα σε διασύρουν, θα σε ξεσκίσουν και μετά θα κλάψουν υποκριτικά αν χαθείς, αν δεν αντέξεις τόσο πόνο, τόσο άδικο…

Και τα στόματα θα παραμένουν κλειστά, προκειμένου να μην διασαλευτεί μια διόλου κανονική «κανονικότητα». Ωστόσο η μεγάλη συνεισφορά του αντισεξιστικού κινήματος και ρευμάτων, όπως το #MeToo, είναι ότι άνοιξαν το καπάκι μιας αποκρουστικής χύτρας και έφεραν στο προσκήνιο όσα θεωρούνταν ιδιωτικά, που έπρεπε να παραμείνουν βολικά κρυμμένα μέσα στο σπίτι. Έβαλαν τη συζήτηση σχετικά με την έμφυλη βία στο κέντρο. Έβγαλαν στους δρόμους γυναίκες και άντρες που όρθωσαν ένα «φτάνει πια» στη σεξιστική βία. Ταρακούνησαν συνειδήσεις και βεβαιότητες, αφαίρεσαν το φωτοστέφανο από στερεοτυπικές καταπιεστικές δομές και θεσμούς. Έξυσαν λίγο την επιφάνεια και αποκάλυψαν σε παγκόσμια κλίμακα το βάθος του παγόβουνου. Τα 9/10 της βίας, που μένουν κρυμμένα, σιωπηλά και ύπουλα κάτω από την επιφάνεια του νερού. Πίσω από κλειστές πόρτες, μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός σπιτιού. Όταν οι ψίθυροι μιας κοινωνίας, εθισμένης στην κουλτούρα του βιασμού, καταφέρνουν να σκεπάσουν τις κραυγές των θυμάτων. Όταν το σπίτι γίνεται κολαστήριο για γυναίκες και ανήλικα παιδιά. Όταν ο περίγυρος είναι πρόθυμος να κλείσει τα μάτια και τα αυτιά, να δώσει άλλοθι ή να αδιαφορήσει.

Όμως εμείς, γυναίκες, άντρες και όσα πλάσματα ασφυκτιούν στο κατασκευασμένο έμφυλο δίπολο, δεν θα πάψουμε να αποκαλύπτουμε την υποκρισία ενός θεσμού, όπως η ετεροκανονική πατριαρχική οικογένεια, που επιβάλλει περιορισμούς, που ασκεί βία, που δολοφονεί. Δεν θα πάψουμε να στεκόμαστε αδιαπραγμάτευτα δίπλα στα θύματα, να προσφέρουμε την -με κάθε τρόπο- στήριξη και την αμέριστη αλληλεγγύη μας. Δεν θα πάψουμε να μιλάμε για όσες δεν μπορούν ή δεν πρόλαβαν να μιλήσουν, γιατί ένα δολοφονικό χέρι τις σώπασε. Δεν θα πάψουμε να λέμε ξανά και ξανά για την θλιβερή κλιμάκωση της βίας μέσα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, όταν το σώμα των γυναικών γίνεται για μια ακόμη φορά το πιο «αθέατο» πεδίο μάχης. Όταν η γυναίκα εξαθλιώνεται από έναν εργοδότη όχι μόνο αμειβόμενη με ψίχουλα, αλλά και υφιστάμενη λεκτική, ψυχολογική και κάποιες φορές και σωματική βία.

Δεν θα πάψουμε να μιλάμε μέχρι να νιώσουν όσες ποδοπατήθηκαν, ευτελίστηκαν και τραυματίστηκαν ότι δεν είναι μόνες και είμαστε σε κάθε δύσκολο βήμα μαζί τους. Και –κυρίως- δεν θα πάψουμε να μιλάμε μέχρι να συνειδητοποιήσουν όσοι θρασύδειλα ασκούν βία ότι θα μας βρουν απέναντι. Και τότε δεν θα έχουν απέναντί τους ένα ανυπεράσπιστο θύμα. Αλλά θα πρέπει να τα βάλουν με όλες και με όλους μας. Έξω πια από την επίπλαστη «ασφάλεια» του «νοικοκυρεμένου» σπιτιού τους.

Κική Σταματόγιαννη

2.117

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση