Από το ρεπορτάζ του ΑΠΕ ΜΠΕ
Μέσα στον Οκτώβριο, ίσως και στις αρχές του μήνα, αναμένεται να είναι έτοιμο το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, που θα αφορά σε αλλαγές στη διαδικασία ασύλου για τους αιτούντες που έρχονται στη χώρα. Το υπουργείο δεν θα προχωρήσει τελικά σε κατάργηση του δεύτερου βαθμού ασύλου, δηλαδή των προσφυγών, μετά το σάλο που προκλήθηκε.
Στο «στόχαστρο» του νομοσχεδίου θα τεθεί και η ευαλωτότητα και η επανεξέταση των κριτηρίων απόδοσής της, με ότι αυτό συνεπάγεται.
Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με το νόμο 4375 του 2016, καθορίζονται επτά κατηγορίες ορισμού της ευαλωτότητας. Ως ευάλωτοι θεωρούνται οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, τα άτομα που έχουν αναπηρία ή πάσχουν από ανίατη ή σοβαρή ασθένεια, οι υπερήλικοι, οι γυναίκες σε κύηση ή λοχεία, οι μονογονεϊκές οικογένειες με ανήλικα τέκνα, τα θύματα βασανιστηρίων, βιασμού ή άλλης σοβαρής μορφής ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας ή εκμετάλλευσης και τα πρόσωπα με σύνδρομο μετατραυματικής διαταραχής, ιδίως επιζήσαντες και συγγενείς θυμάτων ναυαγίων, καθώς και τα θύματα εμπορίας ανθρώπων. Όσοι ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες εξαιρούνται από το γεωγραφικό περιορισμό στα νησιά και μπορούν να μεταφέρονται στην ενδοχώρα.
Κύκλοι του υπουργείου αναφέρουν ότι σήμερα το 85% όσων φτάνουν στην Ελλάδα χαρακτηρίζονται ως ευάλωτοι.
Πληροφορίες από ανθρωπιστικές οργανώσεις επιβεβαιώνουν ότι το ποσοστό των ευάλωτων είναι πάνω από το 80% όσων φτάνουν στην Ελλάδα.
Πηγές της Ύπατης Αρμοστείας παρατηρούν ότι για να γίνει αποτελεσματικά η αξιολόγηση της ευαλωτότητας, αυτό που χρειάζεται είναι κατάλληλα καταρτισμένο και επαρκές σε αριθμό προσωπικό. Εξηγούν επίσης ότι είναι οι πραγματικές συνθήκες που κάνουν τους ανθρώπους τόσο ευάλωτους και ότι τα σωματικά ή ψυχικά τραύματά τους είναι σε πολλές περιπτώσεις πολύ ορατά, καθώς προέρχονται από εμπόλεμες περιοχές. Επιπλέον, υπενθυμίζουν ότι μπορεί να καταστεί κάποιος ευάλωτος και λόγω της παραμονής του στα κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης των νησιών. Εξάλλου, σε πρόσφατη έκθεση των «Γιατρών Χωρίς Σύνορα» η υπεύθυνη ψυχικής υγείας της οργάνωσης στη Λέσβο, Κατρίν Μπρούμπακ, σημείωνε ότι «όλο και περισσότερα από τα παιδιά σταματούν να παίζουν, βλέπουν εφιάλτες, φοβούνται να βγουν από τη σκηνή τους και αρχίζουν να αποσύρονται από τη ζωή» και πρόσθετε ότι «κάποια από αυτά σταματούν εντελώς να μιλάνε. Με τον συνωστισμό, τη βία και την έλλειψη ασφάλειας στον καταυλισμό να αυξάνονται, η κατάσταση για τα παιδιά επιδεινώνεται μέρα με τη μέρα».






