Καπιταλισμός, αριστεία, αστυνομία και αναπηρία

Καπιταλισμός, αριστεία, αστυνομία και αναπηρία

Λάζαρος Τεντόμας

Δρ Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, εκπαιδευτικός

Μεταπτυχιακός Ερευνητής τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας Παντείου Πανεπιστημίου

 

Με αφορμή τις  δηλώσεις της υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Νίκης Κεραμέως για την δημιουργία περισσότερων πρότυπων σχολείων, την χρηματοδότηση των πανεπιστημίων με βάση την αξιολόγησή τους,  σε συνδυασμό με την ενίσχυση του αστυνομοκεντρικού κράτους, θα επιχειρήσω μια σύντομη ανάλυση του φαινομένου της αριστείας υπό την οπτική της κριτικής της αναπηρίας.

 

Η πεποίθηση της εξουσίας ότι κάθε διατάραξη

είναι ενοχλητική ενισχύει την παρανοϊκή υπόθεση ότι όλα τα γεγονότα είναι επικίνδυνα. Για να κατανοήσουμε την παραπάνω σύνδεση χρειάζεται να εξετάσουμε πως ο νεοφιλελευθερισμός προδιαγράφει την ανάπηρη κατάσταση, αυτή την «διατάραξη» του αρτιμελούς-λευκού-ετεροκανονικού σώματος. Σύμφωνα με την Kelly Fritsch (2016) ο καπιταλισμός μέσω της βιοτεχνολογίας διαμορφώνει  μια αφήγηση ενός  ‘υγιέστερου’ μέλλοντος που θα μπορούσε να ξεπεράσει τους περιορισμούς της αναπηρίας με την  ανάπτυξη των αγορών και των περιορισμό των κρατικών δαπανών της κεϋνσιανιής οικονομικής. Ένα αφήγημα συνδεδεμένο μ’ αυτό της αριστείας και της αστυνομοκρατίας όπως αναπτύσσεται έντονα τους τελευταίους μήνες στην Ελλάδα και έχει μια μακρά ιστορία από την εποχή του Διαφωτισμού και τις αστικής επανάστασης.  Πρόκειται για μια πρόσληψη της πραγματικότητας η οποία θέτει  τις αρχές πραγμάτωσης ενός ‘αποτελεσματικού’ κράτους με όρους της αγοράς προσβλέποντας σε μια «Νέα Ελλάδα» με ευρωπαϊκό χαρακτήρα. Καθώς ο  καπιταλισμός οργανώνει τις βιοεπιστήμες να εξαρτώνται  από τις νεοφιλελεύθερες πρακτικές της απελευθέρωσης των αγορών, ιδιωτικοποίησης δημόσιων επιχειρήσεων και επικέντρωσης στη διαχείριση κινδύνων και οικονομικής κερδοσκοπίας που κινητοποιούν την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, η πρακτική διακυβέρνησης που επικρατεί είναι αυτή που φέρνει «τη ζωή και τους μηχανισμούς της στη σφαίρα των σαφών υπολογισμών» (Foucault 1978: 143).

Αυτου του τύπου κυβερνητικότητα, η οποία ασχολείται με την αστυνόμευση-επίβλεψη  όλο και περισσότερων  πτυχών  της   ζωής,  επιτρέπει την εξατομίκευση του «κινδύνου» (Fritsch 2016) και παράγει τη διχοτόμηση των κανονικών/ανώμαλων ατόμων. Το ανάπηρο σώμα σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές τοποθετείται στη σφαίρα του ανώμαλου και παράγεται  μια αμφιλεγόμενη ένταση στο νεοφιλελεύθερο μέλλον όπου το ανάπηρο άτομο  είναι ταυτόχρονα μια φιγούρα χωρίς μέλλον και μια φιγούρα του νεοφιλελεύθερου μέλλοντος που κινητοποιείται μέσω του βιοκαπιταλισμού, της θεραπείας και της βελτίωσης. Η ασάφεια με την οποία η νεοφιλελεύθερη συνθήκη κινητοποιεί το ανάπηρο άτομο σε μια ζωή  χωρίς μέλλον και σε μια ζωή  βελτίωσης με την υποστήριξη της βιοτεχνολογίας  σηματοδοτεί την αναπηρία ως αμφισβητούμενη χωρικότητα.

 

Η ρητορική της αριστείας πέρα από  την ενίσχυση της  σύνδεσης του πόνου και της ταλαιπωρίας με  την αναπηρία που διαμόρφωσε ιστορικά και σημασιοδότησε την ανάπηρη κατάσταση  ως μη αξιοβίωτη, ομοιογενοποιεί τα ανάπηρα άτομα ως ενιαία κατηγορία μόνο και μόνο επειδή γειτνιάζουν λόγω σωματικής βλάβης  αναπαράγοντας στερεότυπα  «ανίκανων μη παραγωγικών ατόμων».

Οι αντιληψεις αυτές επιβάλλουν ένα πλέγμα ρύθμισης της αναπηρίας

και ένταξή της στον λόγο περί εθνικού εαυτού με έναν συγκεκριμένο τρόπο εννοώντας ότι αξιοβίωτος πολίτης της χώρας είναι όποιος μοιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο στον αρτιμελή, λευκό. ετεροφιλόφυλο, άντρα. Με άλλα λόγια, η  ρητορική της αριστείας και η ενίσχυση της επίβλεψης νοηματοδοτεί   πρακτικές συμπερίληψης ανάπηρων ατόμων  στο πλαίσιο του λόγου περί  εθνικού συμφέροντος και υποδηλώνουν ρητώς την ιδέα  ότι οι πιο αδύναμοι όπως τους κατασκευάζει  (ανάπηροι, προσφυγες, ΛΟΑΤΚ κά) πρέπει να απελευθερωθούν από τους άριστους. Η εξουσιαστική αυτή λογική επικαλείται την υπόθεση ισότητας την οποία καταργεί την επόμενη στιγμή με το να διασφαλίζει προϋποθέσεις αξιοκρατικής ανέλιξης των αρίστων-ικανών. Τα ανάπηρα άτομα σ’ αυτήν την παρανοϊκή λογική αφ’ ενός εμφανίζονται ότι  δεν έχουν κανένα ρόλο και αφ’ ετέρου όταν ξεπερνούν τα εμπόδια εμφανίζονται ως εξαιρετικές περιπτώσεις μεγαλείου ψυχής με αποτέλεσμα η αριστεία των ανάπηρων ατόμων να αποκρύπτει τα εμπόδια και να εμφανίζει την πολιτεία ως εγγυήτρια ισότητας.

 

Οι μελετητές του αρτιμελισμού έδειξαν ότι η διαδικασία της κοινωνικής απομάκρυνσης έχει επιτευχθεί μέσω των φόβων στην αδυναμία,, στη σωματική διαφορά και στην κοινωνική ευπάθεια, φοβίες  που με την πάροδο του χρόνου έχουν παράσχει τη σύγχρονη ιεραρχία της κοινωνικής νομιμότητας (Campbell, 2005, Hughes, 2007). Ο Bill Hughes (2007) υποστηρίζει ότι η κανονιστική φαντασίωση του καπιταλισμού στην ύπαρξη ενός άτρωτου σώματος έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως για να δημιουργήσει και να διατηρήσει την κοινωνική απόσταση μεταξύ αρτιμέλειας και βλάβης και την ισχυροποίηση της φαντασίωσης ότι η αναπηρία  αντιπροσωπεύει όλες τις δυσκολίες της ανθρώπινης ύπαρξης

 

Περνώντας στην ενίσχυση της αστυνομίας-επίβλεψης δεν παράγεται μόνο ένας μονολιθικός ορισμός του κράτους αλλά

υπονοείται και μια ευρύτερη μορφή και τεχνική διακυβέρνησης των  τρόπων ζωής και των μηχανισμών που νομιμοποιούν αυτή τη κατανομή προσπαθώντας να εδραιωθεί   ένα σύστημα αυτονόητων γεγονότων της αίσθησης  διαίρεσης κανονικών και ανώμαλων σωμάτων. Συνεπώς η αστυνομία-επίβλεψη δεν είναι συνώνυμη μόνο  με την καταστολή και τον έλεγχο, αλλά σχετίζεται και με τον σχηματισμό και τη διανομή των τόπων, των ανθρώπων, των σωμάτων και των αισθήσεων οδηγώντας σε μια διχοτομική πρόσληψη-φαντασίωση των υποκειμένων που έχουν φωνή και λόγο και όσων εκ προοιμίου δεν έχουν ικανότητα φωνής για να εκφράσουν ‘ορθό’ πολιτικό λόγο, των οποίων τα συναισθήματα αποκλείονται ως αδιανόητα. Έτσι τα συναισθήματα υπάρχουν μόνο μέσα στη λογική της αστυνομίας-επίβλεψης, αλλά όχι μέσα στη λογική της πολιτικής, μια συνθήκη που διαμορφώνει και διαμορφώνεται από τις κυρίαρχες αντιλήψεις της αριστείας.

 

Βιβλιογραφία

Foucault, Michel, 1978,  The History of Sexuality. Vol. 1, An Introduction. μτφ Robert Hurley. New York: Pantheon Books.

 

Campbell, Fiona A.  Kumari, 2005. Legislating disability: Negative ontologies and the government of legal identities. στο S. Tremain (Ed.), Foucault and the government of disability (pp.108-130). Ann Arbor: University of Michigan Press.

 

Fritsch Kelly,  2016, “Cripping Neoliberal Futurity: Marking the Elsewhere and Elsewhen of Desiring Otherwise”, Feral Feminisms, 5: 11–26. [Fritsch 2016 διαθέσιμο online].

 

Hughes, Bill, 2007, Being disabled: Towards a critical ontology for disability studies. Disability and Society 22 (7), 673-684.

180

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση