
Ζητήσαμε από τον Γιώργο Κοτανίδη να μας αφηγηθεί τη ζωή του. Για την ακρίβεια, τις πολλές ζωές που έχει προλάβει να ζήσει. Ηθοποιός, συγγραφέας, κυνηγός της ομορφιάς και συλλέκτης εμπειριών. Μετρά σχεδόν πέντε δεκαετίες καριέρας, συναρπαστικές στιγμές ζωής και άλλες τόσες αναμνήσεις που δύσκολα ταξινομούνται. Αν είμαστε οι επιλογές μας, ο Γιώργος Κοτανίδης έχει κάνει αυτές που τον κάνουν να νιώθει πλήρης κι ευτυχής.
«Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη αλλά τα πρώτα δώδεκα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στη Δράμα όπου είχαν πάει οι γονείς μου μωρά, σαν πρόσφυγες. Εκεί γνωρίστηκαν. Το πρώτο μου σχολείο το έλεγαν «Εβραίικο», βρισκόταν στο κέντρο της Δράμας.Ύστερα, μετακομίσαμε σε καινούρια γειτονιά κι αναγκάστηκα να αλλάξω σχολείο. Το σχολείο, εκεί, το λέγαμε «Ορφανοτροφείο», γιατί έρχονταν παιδιά κι από ένα μεγάλο ορφανοτροφείο στη Δράμα. Το σχολείο και οι δάσκαλοί του μάς έδιναν πολλές δυνατότητες έκφρασης. Θυμάμαι ότι υπήρχε μια μεγάλη σκάλα μπροστά στην τεράστια αυλή: στην κορυφή της σκάλας είπα το πρώτο μου ποίημα. Εκεί έγινε η αρχή.
Παρά την φτώχεια, έχω εξαιρετικές αναμνήσεις από εκείνα τα χρόνια. Η Δράμα ήταν από τις πόλεις που δέχθηκε τους πρόσφυγες και δεν είχε κόντρα μαζί τους. Ηταν σαν να είχαν ζήσει αιώνες μαζί. Στη γειτονιά μου συνέβη κάτι καταπληκτικό: έβγαλε αρκετό κόσμο στην τέχνη και το πνεύμα.
Επειδή ήμασταν αμέσως μετά τον Εμφύλιο, εκεί πήρα και τις πρώτες μου πληροφορίες για το πολιτικό ζήτημα. Ο πατέρας μου ήταν αξιωματικός από την πλευρά του Eθνικού Στρατού. Ένας πολύ δημοκρατικός άνθρωπος. Θυμάμαι την ημέρα που γύρισε. Είχε πολεμήσει με τους νικητές κι όταν επέστρεψε μού έφερε δώρο έναν κόκκινο μπερέ. Ο κόκκινος μπερές ήταν σήμα των Κομμουνιστών.

Στη Δράμα αγάπησα πολύ και το ποδόσφαιρο. Επαιζα κιόλας. Εκείνα τα χρόνια, η μοναδική επαρχιακή ομάδα που υπήρχε ήταν η Δόξα Δράμας. Επαιζε καταπληκτική μπάλα, ήταν στις πρώτες θέσεις της βαθμολογίας. Αυτό που λένε τώρα περί διαιτησίας είναι ανέκδοτο. Της έπαιρναν τα κύπελα και τα πρωταθλήματα μέσα από τα χέρια, με το πιστόλι στον κρόταφο. Δεν μπορούσε να μπει άλλος μεταξύ Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού-ΑΕΚ.
Τότε, κατάλαβα για πρώτη φορά στη ζωή μου ότι «δεν νικά πάντα ο καλύτερος».
Την βραδιά του Πολυτεχνείου ήμασταν από παντού περικυκλωμένοι. Έριχναν στο ψαχνό. Οι πόρτες των σπιτιών, όμως, άνοιξαν.
Τελειώνοντας το σχολείο, ήθελα να γίνω ηθοποιός και τραγουδιστής. Είχα κόντρα με τους γονείς μου, παρότι η δασκάλα μου στο δημοτικό έλεγε «Πρέπει να τον κάνετε ηθοποιό». Για να ικανοποιήσω την επιθυμία των γονιών μου, έδωσα στο Πανεπιστήμιο και κατά τύχη, πέρασα στην Κτηνιατρική Σχολή, όπου φοίτησα για δύο χρόνια. Σε αυτά τα δύο χρόνια, ασχολούμουν παράλληλα με το φοιτητικό θέατρο και, φυσικά, με το φοιτητικό κίνημα. Παραμονή των γενεθλίων μου, είχα βρεθεί μπροστά στη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη.
Όταν ήρθε η δικτατορία, έφυγα από τη Θεσσαλονίκη, παράτησα το Πανεπιστήμιο, κατέβηκα στην Αθήνα κι έδωσα εξετάσεις στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου.
Για μένα, η Αθήνα ήταν η «πρωτεύουσα». Η πόλη-σύμβολο της ιστορίας, με καλλιτεχνική και πνευματική άνθηση. Γι’αυτούς τους λόγους δεν ήθελα να φύγω στο εξωτερικό. Στη διάρκεια των τριών χρόνων της σχολής, βρισκόμουν ανάμεσα σε παιδιά που ξεχώριζαν: Δημήτρη Καμπερίδη, Άννα Μιχαλιτσιάνου, Κώστα Αρζόγλου, Νίκο Σκυλοδήμο, Μηνά Χατζησάββα, Υβόννη Μαλτέζου.
Την επομένη της αποφοίτησής μας από τη σχολή κάναμε έναν θίασο που λεγόταν «Ελεύθερο θέατρο». Το Ελεύθερο θέατρο, εν μέσω δικτατορίας, άλλαξε το θεατρικό σκηνικό.
πηγή:bovary.gr






