Ο Χασάν των Εξαρχείων

Ο Χασάν των Εξαρχείων

του Δημήτρη Λαμπράκη

Η ιστορία του Χασάν που από την Τουρκία ήρθε στα Εξάρχεια και άνοιξε ένα καφενείο, όπως μας την αφηγήθηκε ο γιος του, Βασίλης-Ρετζέπ.

α Εξάρχεια έχουν αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια. Από την εποχή της ακμής τους ως κέντρου πολιτικών, λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών ζυμώσεων, ως μιας γειτονιάς με έντονο το αίσθημα της αλληλεγγύης μεταξύ των κατοίκων της, σταδιακά έχει μετατραπεί σε ένα μέρος όπου επενδυτές από διάφορες χώρες αγοράζουν διαμερίσματα και ύστερα εξαναγκάζουν τους μόνιμους κατοίκους τους να φύγουν, για να νοικιάσουν τα καταλύματα σε τουρίστες.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και πιο ιστορικά καφενεία της περιοχής είναι το Χασάν στη γωνία Μεσολογγίου και Λόντου. Ο Χασάν ήταν ένας αριστερός πολιτικός πρόσφυγας από την Τουρκία που στα 25 του χρόνια ήρθε στην Ελλάδα και προσπάθησε να κάνει μια νέα αρχή.

Το πραγματικό του όνομα ήταν Φαρούκ Ουρέμ Κανέλλος, γεννημένος το 1958. Ως όνομα του μαγαζιού του επέλεξε το «Mare Nostrum», έχοντας κατά νου του τη Μεσόγειο ως μια θάλασσα που ενώνει τους λαούς. Ο Χασάν πέθανε το 2010 και το μαγαζί του πια το συνεχίζουν οι κουμπάροι του, με ένα μεσοδιάστημα λίγων χρόνων που το είχε αναλάβει η οικογένειά του.

Ο Χασάν άνοιξε το 2004 το μαγαζί που μέχρι σήμερα διατηρεί το όνομά του. Κανείς δεν λέει τόσα χρόνια «πάμε στο Mare Nostrum», όλοι λένε «πάμε στο Χασάν».

Η εσωτερική διακόσμηση έχει αλλάξει. Στους τοίχους βλέπεις πια, μεταξύ άλλων, τον Ντοστογιέφσκι, τον Νίτσε, τον Ζαπάτα, τον Nick Cave, την Amy Winehouse καθώς και μια εικόνα της αναρχικής Έμα Γκόλντμαν. Ο τοίχος έξω από το μαγαζί έχει αλλάξει κι αυτός. Από ταπετσαρία πολιτικών αφισών μετεξελίχθηκε σε καμβά για ταγκιές και σήμερα είναι γεμάτος με χρώματα και ζωγραφιές. Κατεβαίνοντας κάτω βλέπεις ότι το μαγαζί συνεχίζει να φιλοξενεί αφίσες και αν θεωρεί κάτι πολιτικά κοντινό του, το βοηθά να διαδοθεί. Στο Facebook του μαγαζιού βλέπω ότι πριν λίγους μήνες συνέλεγε είδη πρώτης ανάγκης για τους λαούς της Τουρκίας, μετά από τον καταστροφικό σεισμό στα σύνορα με τη Συρία.

Το καφενείο ξεκίνησε κάπου μεταξύ του 1975 και του 1977. Οι απόψεις που άκουσα διίστανται ως προς αυτό. «Όταν ήρθε ο Χασάν, εκεί ήταν ένας σκοτεινός πεζόδρομος που είχε τη μέρα κόσμο της γειτονιάς και κάποιους φοιτητές που έψαχναν κάτι πιο παραδοσιακό και με λιγότερο κόσμο, μια εποχή που τα Εξάρχεια δεν είχαν ούτε τόσο κόσμο, ούτε τόσα μαγαζιά» μου λέει ένας κάτοικος της περιοχής.

Ανοίγοντας αυτό το μαγαζί ο Χασάν, με την καλή επιλογή του χώρου (γωνιακό σε πεζόδρομο) και φυσικά με την προσωπικότητά του, τους συνεργάτες του και το πολιτικό του background, κατάφερε να το καθιερώσει στην περιοχή και μέσω αυτού να ζήσει και την οικογένειά του.

Τη γυναίκα του, τη Βενετία, την γνώρισε στην Ελλάδα και έκανε μαζί της 3 παιδιά. Ο δευτερότοκος γιος του, ο Βασιλης-Ρετζέπ Σπίθας-Ουρέμ, δέχτηκε να μας μιλήσει για όλα όσα έζησε μαζί του κι όσα ο ίδιος με τα χρόνια μάθαινε και συνεχίζει να μαθαίνει γι’ αυτόν. Τον έχασε σε ηλικία δεκατριών ετών.

«Λέγομαι Βασίλης-Ρετζέπ (έχω πάρει το όνομα του παππού) Σπίθας-Ουρέμ. Το Σπίθας είναι το επώνυμο της μητέρας μου, το οποίο το βάζαμε πρώτο συνήθως, γιατί ο πατέρας μου φοβόταν ότι μπορεί να έχω πρόβλημα στο σχολείο. Αντιθέτως, όλοι οι καθηγητές ήταν πολύ κομπλέ. Πολλοί έρχονταν και στο μαγαζί και είχαμε πολύ καλές σχέσεις. Στην κηδεία του πατέρα μου, από τα 3 σχολεία που πηγαίναμε (γυμνάσιο εγώ, λύκειο και δημοτικό τα αδέρφια μου) είχαν έρθει όλοι και καταθέσανε στεφάνια».

Ο Χασάν ήταν αριστερός σε μια εποχή που οι πολιτικές συνθήκες στην Τουρκία δεν επέτρεπαν την ανοιχτή πολιτική δράση. Η αριστερά ήταν κατακερματισμένη, δραστηριοποιούμενη σε συνθήκες παρανομίας, τηρώντας αυστηρούς συνωμοτικούς κανόνες. Έτσι προέκυψε και το ψευδώνυμο Χασάν για τον νεαρό Φαρούκ, το οποίο τον ακολούθησε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του.

«Στο χωριό Σαράκιε δούλευε ο κόσμος σε ένα εργοστάσιο, μέχρι που κάποια στιγμή ο επιχειρηματίας που το είχε έφερε να δουλέψουν στο εργοστάσιο άτομα τα οποία ήταν στους Γκρίζους Λύκους», λέει ο Βασίλης. «Οπότε το εργοστάσιο άδειασε από τους ανθρώπους του χωριού και γέμισε με ακροδεξιούς. Οι αριστεροί της περιοχής συνεννοήθηκαν και έκαναν σαμποτάζ. Χωρίς ανθρώπινα θύματα, εννοείται. Αυτό ήταν περίπου 4 χρόνια πριν έρθει ο πατέρας μου, το ‘83, στην Ελλάδα.

»Με τη δικτατορία εκεί, ο Χασάν πέρασε και μια φυλακή με βασανιστήρια όταν ήταν πολύ νέος. Βασάνισαν και τον αδερφό του, τον Μετίν, και τον πατέρα τους. Μετά το σαμποτάζ, έζησε κρυμμένος 3 χρόνια σε ένα σπίτι στην Άγκυρα, σε ένα υπόγειο, μες στα ποντίκια, μέσα στη βρόμα, από το οποίο είχε βγει μόνο δύο φορές. Μία φορά που πήγε να δει τη Βραζιλία που έπαιζε ποδόσφαιρο, και παραλίγο με έναν φίλο του να τους μαζέψουνε. Κι άλλη μία στην οποία δεν είχε γίνει κάτι.

»Και ο πατέρας του είχε ένα καφενείο το οποίο το είχε ονομάσει “ορζέν”, που σημαίνει “νοσταλγία”. Δεν ξέρω αν είχε κάποιο λόγο που το ονόμασε έτσι, αλλά αυτό με τα ποιητικά ονόματα στα μαγαζιά το έχουν πολλοί Τούρκοι. Και ο πατέρας μου το μαγαζί του το ονόμασε “Mare Nostrum”, η “δικιά μας θάλασσα”. Όταν είχα ακούσει ότι το μαγαζί του παππού λεγόταν “νοσταλγία” είπα “ε, πώς θα λεγότανε; Έτσι θα λεγόταν”.

»Τον παππού τον είχα δει στα τελευταία του χρόνια όταν είχε έρθει στην Ελλάδα και είχε περάσει πολύ ωραία. Εμείς ήμασταν μικρά. Όταν τους έβλεπα δίπλα-δίπλα, τον ένα παππού μου, τον Τούρκο, και τον άλλο, τον Έλληνα, μου φαινόταν πολύ περίεργη εικόνα. Γιατί ο παππούς μου ο Έλληνας, πέρα από το ότι αγαπούσε τον πατέρα μου πάρα πολύ, ήταν ένας παππούς Έλληνας.

»Δεν διαφέρουμε τόσο, αλλά όσο μεγάλωνα και μάθαινα διάφορα για τους δύο πολιτισμούς, μου φαινόταν πολύ αντιφατική εικόνα. Ταυτόχρονα, φαίνονταν πολύ ίδιοι. Έπιναν τα ουζάκια τους, έτρωγαν τα ξηροκάρπια τους, έπαιζαν κομπολόι, ίδιοι, ρε παιδί μου. Αλλά εμένα μού φαινόταν πολύ περίεργη εικόνα γιατί τον έναν δεν τον είχα δει και πολύ. Τον παππού μου τον Τούρκο τον είχα δει μία φορά που είχε έρθει. Η γιαγιά δεν είμαι σίγουρος από πού ήταν. Είτε από το Ιράν, είτε από το Ιράκ, δεν είμαι σίγουρος. Αλλά πέθανε νωρίς».

Ο Ρετζέπ, ο πατέρας του Χασάν, ήταν από τη Γιουγκοσλαβία και με την ανταλλαγή πληθυσμών πήγε στην Τουρκία. Το επώνυμο Ουρέμ προέρχεται από το Ουρεμόφσκι, την κατάληξη του οποίου περιέκοψε ο Ρετζέπ για να ακούγεται τουρκικό.

Ο Βασίλης μού λέει ότι ο πατέρας του ανέφερε ως πρώτη του επαναστατική πράξη το κάψιμο κάποιων σχολικών βιβλίων, όταν σε αυτά διάβασε ότι ο απαίδευτος εργάτης είναι κατώτερος από τον μορφωμένο. Βιβλία προπαγανδιστικά, αντίστοιχα με αυτά που κυκλοφορούσε η Χούντα εδώ. Καθόλου, βέβαια, δεν υποτιμούσε τη μόρφωση και αργότερα τόνιζε ότι «έκανε αυτήν τη δουλειά για να μην την κάνουν τα παιδιά του».

Ρωτάω τον Βασίλη πώς ήρθε ο πατέρας του στην Ελλάδα. «Το 1983 είχε έρθει ένας Τούρκος φίλος του που υπηρετούσε στα σύνορα στον Έβρο. Τον ενημέρωσε για ένα σημείο από το οποίο θα μπορούσε να περάσει χωρίς να τον δουν οι στρατιώτες. Είχε έναν χάρτη με τις νάρκες που υπήρχαν στα σύνορα και τα σημεία από όπου θα μπορούσε να τα διασχίσει. Στον Έβρο είναι πολύ βαλτώδη τα νερά και κινδυνεύεις αν πατήσεις μέσα τους να σε ρουφήξουν. Οπότε, έφτασε στον Έβρο με τον φίλο του, έχοντας μαζί του μια σακούλα με ρούχα. Σκαρφάλωσε σε ένα δέντρο, επειδή δεν μπορούσε να περπατήσει, γιατί ήταν βαλτώδη τα νερά. Από το δέντρο βούτηξε μέσα. Ήταν τόσο αγχωμένος και τρομαγμένος που όταν πέταξαν κάποια πουλιά από το δέντρο, όπως βούτηξε, νόμισε πως είχαν πυροβολήσει οι στρατιώτες. Κολύμπησε μέχρι που έφτασε απέναντι.

»Εκεί, επειδή βρισκόταν σε μια έντονα αγχώδη ψυχική κατάσταση, δεν ήξερε πού ήταν. Δεν ήξερε αν είχε φτάσει όντως απέναντι ή αν δεν τα είχε καταφέρει και ήταν ακόμα στην Τουρκία. Οπότε έψαξε να βρει κάποιον δρόμο για να δει ελληνικές πινακίδες. Και αφού είδε τις πινακίδες, πέρασε ένας Ρομά με το αγροτικό του και τον πήρε μαζί του. Μιλώντας σπαστά και με όσα μπορούσαν να καταλάβουν, συνεννοήθηκαν και του είπε ότι ήθελε να πάει στο αστυνομικό τμήμα.

»Από το αστυνομικό τμήμα τον συνόδευσαν, τον πήγαν σε μια άλλη πόλη και μετά στο Λαύριο, όπου μαζεύονταν όλοι οι Τούρκοι πρόσφυγες. Έβγαιναν κανονικά από εκεί, δεν ήταν φυλακές ή στρατόπεδα συγκέντρωσης. Δούλευαν, έρχονταν εκδρομές στην Αθήνα και έτσι γνώρισαν τα Εξάρχεια. Τότε οι Τούρκοι έπαιρναν άσυλο και ο Χασάν ήταν μάλιστα από τους πρώτους. Γιατί ήταν δύσκολα τα πράγματα. Ο πατέρας μου δεν ξαναγύρισε ποτέ στην Τουρκία. Όταν μου το έλεγαν αυτό στο σπίτι ένιωθα ότι ήταν λίγο μαλακίες, αλλά εκείνος φοβόταν ότι κάτι μπορεί να γινόταν».

Ο Χασάν δεν φοβόταν. Ο Χασάν ήξερε ότι δεν μπορούσε να γυρίσει στην Τουρκία και γι’ αυτό δεν γύρισε ποτέ. Στην Ελλάδα ξεκίνησε να δουλεύει οικοδομή. Το 1985 έφτιαξε με άλλους Τούρκους έναν σύλλογο φιλίας Ελλήνων και Τούρκων, καθώς και τον σύλλογο «Γέφυρα», έναν κοινό χώρο Τούρκων και Κούρδων αριστερών αντιλήψεων, που υπήρχε για πολλά χρόνια στα Εξάρχεια.

«Από τότε που ήρθε στην Ελλάδα ο Χασάν, πέρασε πολύ καλά», λέει ο Βασίλης. «Πάντα το έλεγε, το ίδιο έλεγε κι ο παππούς: “Όποτε έρχομαι στην Ελλάδα περνάω τέλεια”. Και νομίζω ότι πέρναγαν ωραία κι εδώ στα Εξάρχεια, αυτό τους τράβηξε. Υπήρχε αλληλεγγύη, όταν ο ένας δεν είχε λεφτά, του έδινε ο άλλος και τα έβγαζαν κάπως πέρα. Η γειτονιά ήταν ανοιχτή. Ήταν ανοιχτή και στους μετανάστες-πρόσφυγες. Φαντάσου τώρα να έρχονται από μια δικτατορία και να βρίσκονται σε ένα μέρος που τους αγκαλιάζει και που ήταν και ιδεολογικά κοντά τους.

»Στον σύλλογο γνωρίστηκαν και με τη μάνα μου. Έκαναν μαθήματα, έκαναν πανηγύρια κι έπαιζε ο Χασάν τουμπερλέκια, έτρωγαν, έπιναν. Είχε μια φίλη τότε στη Διεθνή Αμνηστία, μιλάγανε κάθε μέρα, ήταν γυναίκα ενός γνωστού αριστερού αρχηγού –δεν ξέρω ποιος είναι– και της είπε μια μέρα “έλα να δεις πού πηγαίνουμε εμείς οι Τούρκοι”. Την έφερε στον σύλλογο και γνωρίστηκαν με όλους.

»Το πρώτο καφενείο που άνοιξε ήταν στη Ναυαρίνου το 1998. Εγώ είχα γεννηθεί το ‘97. Βαφτίστηκα στην Ευαγγελίστρια. Το γλέντι το κάναμε εδώ κοντά. Ήταν όλοι οι Τούρκοι μαζεμένοι και ο Χασάν έμαθε ότι η μητέρα μου ήταν έγκυος στον Λευτέρη, τον μικρό μου αδερφό. Είχε τα νεύρα της γιατί είχαν έρθει κάποιοι τύποι να φτιάξουν τα φαγητά και τα είχαν κάνει όλα σούπα. Είπαν ότι ήξεραν να τα φτιάχνουν, τα μπλέξανε και έβαλαν κάτι καλαμάκια χοιρινά μέσα σε ζεστό νερό. Δεν μιλούσαν και καλά τα ελληνικά και υπήρχε μια δυσκολία επικοινωνίας.

»Ο Χασάν μιλούσε καλά ελληνικά. Είχε κάνει εφτά καλοκαίρια σερί στην Αστυπάλαια, σε ένα μαγαζί που λέγεται Κάστρο και το δούλευε σεζόν. Έχω την αίσθηση πως μετά τα Ίμια δεν του το ξαναδώσανε. Ασχολήθηκε λοιπόν με την εστίαση και προφανώς έπαιξε κάποιο ρόλο το ότι ήταν γιος καφετζή. Ήταν και ο ίδιος κοινωνικός, ήταν εξωστρεφής και επικοινωνιακός. Είχε την αγωνία να έχει ενδιαφέρον και να κάνει κουβέντα. Γι’ αυτό καθόταν τα πρωινά να διαβάσει εφημερίδα, για να μπορεί να ανοίγει συζητήσεις».

Το επικοινωνιακό χάρισμα του Χασάν έχει μεταδοθεί και στον γιο του. «Εγώ τέσσερα χρόνια δούλευα εδώ και έχουν περάσει τυχαία πάνω από 30 από τους φίλους του πατέρα μου. Όλοι μου λένε ότι ήταν άνθρωπος που είχε καλή αύρα. Όλοι λέγανε για το χαμόγελο του πατέρα μου. Και χαίρομαι όταν μερικοί φίλοι του λένε ότι μοιάζουμε σ’ αυτό.

»Έχω ακούσει ότι ήταν πολύ κοινωνικός, χωρίς να το κάνει επιτηδευμένα. Στην Αστυπάλαια κάθε χρόνο σημείωνε σε ένα χαρτί τα ονόματα των ανθρώπων για να τα θυμάται. Το όνομα και τον καφέ που έπαιρνε ο καθένας, γιατί όταν είναι εκατό άτομα είναι δύσκολο να τα θυμάσαι αλλιώς. Και βλέπεις ότι ο άλλος το περιμένει αυτό το πράγμα, γιατί ήταν προσωποποιημένη η κατάσταση. Δεν ήταν άνθρωπος που έβαζε έναν υπεύθυνο και καθόταν στο σπίτι του.

»Τα περισσότερα δεν τα έχω ζήσει. Είχε κατέβει κάποια στιγμή με τους Οικολόγους Πράσινους, δεν θυμάμαι ακριβώς πότε. Είχαν γίνει τότε και επαναληπτικές εκλογές και άρα κατέβηκε δύο φορές. Την πρώτη φορά είχε πάρει 1.500 και τη δεύτερη 1.800 ψήφους. Και το ‘χε παράπονο που δεν είχαν βάλει το “Χασάν” στο όνομά του για να καταλάβουν ποιος ήταν.

»Όταν ήμουνα μικρός από αυτά που είχα ακούσει είχα ψιλοτρομάξει. Έλεγα, είναι δυνατόν; Ο πατέρας μου έρχεται μεσημέρι, τρώμε φακές, το βράδυ πάει στο μαγαζί, δουλεύει, γυρνάει. Πόσο αριστερός είναι δηλαδή; Και τι πιστεύει; Μπορεί τα πιστεύω να διαφοροποιούνται με την ηλικία. Εξάλλου έζησε άλλη μία ζωή στην Ελλάδα. Και σαν άνθρωπος άλλαξε, και πολιτικά γνώρισε ένα άλλο περιβάλλον στην Ελλάδα. Δεν θα μπορούσε να πιστεύει εδώ τα ίδια πράγματα με αυτά που πίστευε όταν ήταν 25 χρονών στην Τουρκία.

»Βαφτίστηκε χριστιανός, όταν αποφάσισαν ότι θα παντρευτούνε με τη μάνα μου.Ο παππούς μου είχε γενικά πολύ άγχος ότι θα χαθεί το επίθετο, ότι είναι λίγοι οι Σπίθες στο χωριό μας κ.λπ. Κι ο πατέρας μου δεν είχε θέμα. Είπε κατευθείαν ότι θέλει να βαφτιστεί. Η μάνα μου είχε πει πρώτη, νομίζω, να πάνε σε ένα νησί και να γίνει μουσουλμάνα αυτή για να παντρευτούνε. Ένα κεράκι στην εκκλησία το άναβε πάντα. Έλεγε “εγώ ανάβω ένα κερί και ό,τι γίνει”. Χατίρι ήταν, όπως το καταλαβαίνω εγώ τώρα.

»Νομίζω ότι τον ένοιαζε λιγότερο το αν θα έπρεπε να γίνει χριστιανός από το να παντρευτούνε. Και μουσουλμάνος δηλαδή που ήταν, δεν… Το ξέρεις αυτό που κάνουν κάποιοι Τούρκοι; Κάθονται στο τραπέζι και λένε κάτι σαν να προσεύχονται. Ακούγεται σαν προσευχή, αλλά δεν είναι προσευχή. Στην πραγματικότητα λένε “ο ιμάμης μου ‘δωσε την κόρη του, αλλά εγώ δεν την πήρα”. Και απλά το λένε με τέτοιο ύφος που ακούγεται σαν προσευχή. Τέτοιου είδους μουσουλμάνος ήταν».

Ο Χασάν άνοιξε το 2004 το μαγαζί που μέχρι σήμερα διατηρεί το όνομά του. Κανείς δεν λέει τόσα χρόνια «πάμε στο Mare Nostrum», όλοι λένε «πάμε στο Χασάν». Το 2005 παίρνει υπηκοότητα. Δουλεύει εξαντλητικά ωράρια και φαίνεται ότι η υγεία του αρχίζει να επιβαρύνεται. Το 2010 παθαίνει ανακοπή. Έγινε μια κηδεία στο Ίλιον, μια στο Καλέντζι Ευβοίας και μια πολιτική έξω από το μαγαζί, όπου φίλοι, συγγενείς και σύντροφοι ανέφεραν τα βιώματά τους με τον Χασάν.

Για λίγο καιρό ανέλαβε το μαγαζί ο μεγάλος του γιος με τη βοήθεια κάποιων φίλων του Χασάν. Όμως ο ίδιος ήθελε να ασχοληθεί με τη σχολή του, όπως θα ήθελε και ο πατέρας του. Από το 2013 το μαγαζί το ανέλαβαν ο Σπύρος και η Γεωργία, που επιμένουν να προσπαθούν να διατηρούν τον χώρο προσαρμοσμένο στις εδώ ανάγκες. Οι τουρίστες απορούν με τις χαμηλές τιμές. Οι υπεύθυνοι του μαγαζιού τούς εξηγούν ότι οι μισθοί εδώ είναι πολύ πιο χαμηλοί από ό,τι στο εξωτερικό.

Εκπρόσωποι επενδυτών κυκλοφορούν στους δρόμους των Εξαρχείων. Μπαίνουν σε μαγαζιά, κοιτάνε γύρω τους κι ύστερα ρωτούν «πόσο πάει»; Οι άνθρωποι που δραστηριοποιούνται ακόμα στα Εξάρχεια μιλούν για θράσος. «Νομίζουν ότι όλα κοστολογούνται και ότι όλα είναι εξαγοράσιμα», λένε. «Βλέπουμε μια περιοχή να αλλάζει όχι προς την κατεύθυνση που θα θέλαμε και ξέρουμε ότι αυτός ο σχεδιασμός δεν μας περιλαμβάνει».

Μεσολογγίου 2, Αθήνα

Πηγή: lifo.gr

 

 

445

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση