«Δεν είχε χρώμα, δεν μπορούσε να αναπνεύσει και είπε: “Με τσακίσανε οι μπάτσοι”»

«Δεν είχε χρώμα, δεν μπορούσε να αναπνεύσει και είπε: “Με τσακίσανε οι μπάτσοι”»

Η μαρτυρική κατάθεση της μητέρας του Βασίλη Μάγγου και τρεις λαθροχειρίες των υπερασπιστών των έξι αστυνομικών

Στις 26 Μαΐου 2026, συνεχίστηκε για 6η δικάσιμο, στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο στην Καρδίτσα, η δίκη των έξι αστυνομικών που κατηγορούνται για βασανιστήρια στον Βασίλη Μάγγο, ο οποίος πέθανε ένα μήνα μετά. Κατέθεσε ως μάρτυρας η μητέρα του.

Το ύφος και ήθος της ομάδας συνηγόρων των κατηγορούμενων αστυνομικών είχε ξεδιπλωθεί ήδη κατά τις δύο προηγούμενες δικασίμους που παρακολουθήσαμε. Τίποτε απ’ όσα είπαν προς τη μητέρα του νεκρού, κατά την εξέτασή της ως μάρτυρα, δεν ξέφυγε ως προς αυτό το σκέλος. Το περιεχόμενο των επαναλαμβανόμενων ισχυρισμών τους δεν ήταν άλλο από την επανάληψη της μετά θάνατον δολοφονίας χαρακτήρα του θύματος, και πάλι με επιθετικό και κακοποιητικό ύφος προς τη μάρτυρα, όπως και στις προηγούμενες ημέρες. Κατάσταση που ελάχιστα προσπάθησε να περιορίσει η πρόεδρος, κι αυτό, ανεπιτυχώς.

Η δικάσιμος ήταν φορτισμένη, όχι μόνο λόγω του περιεχομένου της κατάθεσης, αλλά και εξαιτίας της έντασης που προκάλεσε η εξέταση από την υπεράσπιση, η οποία επανερχόταν επίμονα σε θέματα άσχετα με το αν έλαβε χώρα ή όχι ο βασανισμός του Βασίλη Μάγγου από τους αστυνομικούς. Δηλαδή στη χρήση ουσιών, σε προηγούμενες εμπλοκές που είχε με την αστυνομία και στο πώς ακριβώς έγραψε τη δημόσια καταγγελία που είχε κάνει μετά το περιστατικό, αμφισβητώντας ακόμα κι ότι την έγραψε ο ίδιος.

Μια δικαστική αίθουσα «λάκκος των λεόντων»

Η εικόνα της αίθουσας ήταν από την αρχή ενδεικτική του κλίματος. Μεγάλο μέρος του ακροατηρίου ήταν κατειλημμένο από ένστολους και μη ένστολους αστυνομικούς, ενώ στην είσοδο του δικαστηρίου πραγματοποιούνταν έλεγχος στα προσωπικά αντικείμενα όλων των εισερχομένων, ακόμα και δημοσιογράφων, με υπερβάλλοντα ζήλο. Με την έναρξη της συνεδρίασης, η πρόεδρος προειδοποίησε ότι όποιος φωνάζει, προπηλακίζει ή διαταράσσει τη διαδικασία θα αποβάλλεται από την αίθουσα: «Σας το λέω από τώρα, για όλους, θα βγαίνει έξω».

Πράγμα που δεν τηρήθηκε «για όλους», καθώς ο ένας εκ των συνηγόρων υπεράσπισης, ο Γ. Σινέλης, έκανε επίδειξη κυριαρχίας στον χώρο, μιλώντας στο κινητό του τηλέφωνο εντός της αίθουσας, ενώ η μάρτυρας απαντούσε σε ερωτήσεις της προέδρου. Η πρόεδρος επέλεξε να μη του κάνει παρατήρηση, ζητώντας ωστόσο από τον Γιάννη Μάγγο, που διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι ο συνήγορος μιλούσε στο τηλέφωνο με επιδεικτική αδιαφορία, να μη σχολιάζει τον συνήγορο.

Η έκρυθμη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με την ανεξέλεγκτα επιθετική – ακόμα και προς την πρόεδρο και την εισαγγελέα – ομάδα δικηγόρων των κατηγορούμενων αστυνομικών να αλωνίζει, είναι βέβαια ευθύνη του δικαστηρίου το οποίο, με μια ακραία ερμηνεία του νόμου, κατά την έναρξη της δίκης απέρριψε την παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας από μέρους της οικογένειας του θύματος.

Το νέο στη δικάσιμο της 26/5 ήταν τρεις λαθροχειρίες που διέπραξαν οι συνήγοροι υπεράσπισης: μία ωμή, την οποία κατήγγειλε δημόσια και ο Γιάννης Μάγγος, πατέρας του Βασίλη, και δύο ακόμα συγκεκαλυμμένες.

Λαθροχειρία Ι: Προσπάθεια να εξαφανίσουν στοιχεία που δεν βολεύουν τους αστυνομικούς

Η υπεράσπιση επιδόθηκε σε ολόκληρο σόου, επιχειρώντας να αποτρέψει εκ των προτέρων την εισαγγελέα της έδρας από το να προσκομίσει στο δικαστήριο φωτογραφίες στις οποίες αναφέρθηκε και επέδειξε ο Γιάννης Μάγγος στη δική του κατάθεση. Ο συνήγορος Σινέλης υποστήριξε ότι δεν μπορεί να εισφερθεί υλικό στη δίκη από κανέναν άλλον εκτός από διαδίκους. Η εισαγγελέας απάντησε ότι ακόμα «δεν έχει εισφερθεί τίποτα ενώπιον του δικαστηρίου». Μετά από διακοπή, το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση της υπεράσπισης «σε αυτό το στάδιο», διευκρινίζοντας ότι αν εισφερθεί οποιοδήποτε στοιχείο στην αποδεικτική διαδικασία, τότε θα δοθεί στους συνηγόρους η δυνατότητα να λάβουν γνώση και να ζητήσουν ό,τι κρίνουν αναγκαίο, ακόμη και συμπληρωματική εξέταση μαρτύρων.

Ο Σινέλης υποστήριξε ότι δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του, λέγοντας ακόμη και ότι θα παραιτηθεί, ενώ ο συνήγορος Καπερνάρος επέμεινε ότι η εισαγγελέας δεν έπρεπε καν να έχει στα χέρια της τέτοιο έγγραφο από «μη νόμιμο πρόσωπο». Η πρόεδρος απέρριψε το αίτημα της υπεράσπισης «σε αυτή τη φάση», εξηγώντας ότι το δικαστήριο δεν έχει ακόμη ενώπιόν του κανένα νέο αποδεικτικό μέσο.

Όμως αυτοί οι ισχυρισμοί, σύμφωνα με νομικές πηγές, είναι παρελκυστικοί για δυο λόγους: Πρώτον, το άρθρο 362 παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που διέπει την εξέταση εγγράφων δεν θέτει περιορισμό να προσκομίζονται μόνο από διαδίκους. Δεύτερον, οι αποφάσεις 523/2024 και 1503/2025 του Αρείου Πάγου αναφέρουν και οι δύο «[…] αναγνωστέα έγγραφα είναι τα έγγραφα τα οποία είτε έχει συμπεριλάβει ο εισαγγελέας που συνέταξε το κατηγορητήριο ή επιμελήθηκε την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο, είτε υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, από τους διαδίκους, τον εισαγγελέα ή και από κάποιον μάρτυρα» (σ: τα έντονα δικά μας).

Η υπεράσπιση των κατηγορουμένων έχει δικαίωμα να λάβει γνώση τυχόν νέων εγγράφων έγκαιρα και να ελέγξει τη γνησιότητά τους. Σε καμμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να εμποδίσει την κατάθεση στοιχείων που γίνεται δημόσια στη συζήτηση στο ακροατήριο.

Λαθροχειρία ΙΙ: Ο Δικηγορικός Σύλλογος Βόλου ως εργαλείο αθέμιτου επηρεασμού

Οι συνήγοροι υπεράσπισης είχαν προετοιμάσει και ένα «ατού» για να προσκομίσουν στο δικαστήριο. Όπως είχαμε γράψει στο ρεπορτάζ μας από την προηγούμενη δικάσιμο, ένας εκ των συνηγόρων είχε αναφέρει, χωρίς να το αποδείξει, ότι τάχα κάποιος τον εξύβρισε προσωπικά από το κοινό. Αυτό ο συνήγορος το έκανε προκειμένου να αποσπάσει την προσοχή της έδρας και να προστατέψει έναν από τους υποστηρικτές-συναδέλφους των κατηγορουμένων αστυνομικών, ο οποίος τράβηξε φωτογραφία την αίθουσα την ώρα της διαδικασίας και καταγγέλθηκε από άτομο από το κοινό. Πέτυχαν μάλιστα τον σκοπό τους, καθώς ο «φωτογράφος» αστυνομικός τελικά δεν υπέστη καμμία συνέπεια, ενώ αν δεν ήταν αστυνομικός και υποστηρικτής αστυνομικών που κατηγορούνται για το αγαπημένο σπορ της ΕΛ.ΑΣ., είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα είχε συλληφθεί επ’ αυτοφώρω.

Οι συνήγοροι αξιοποίησαν ωστόσο την ευκαιρία και εξασφάλισαν την έκδοση ψηφίσματος από τον Δικηγορικό Σύλλογο Βόλου, στις 22 Μαΐου, το οποίο αναφέρει:

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Βόλου εκφράζει την έντονη δυσαρέσκεια και ανησυχία του για τα επαναλαμβανόμενα περιστατικά λεκτικών επιθέσεων, απαξιωτικών σχολίων και στοχοποίησης σε βάρος δικηγόρων – συνηγόρων υπερασπίσεως, κατά την άσκηση των υπερασπιστικών τους καθηκόντων, στο πλαίσιο γνωστής δίκης, που διεξάγεται στο ΜΟΔ Καρδίτσας τις ημέρες αυτές.

Ανακοίνωση του Δικηγορικού Συλλόγου Βόλου, 22 Μαΐου 2026

Επειδή αυτή η εικόνα απέχει παρασάγγας από την πραγματική κατάσταση στην αίθουσα του ΜΟΔ Καρδίτσας, εμείς ως OmniaTV απευθύναμε τα παρακάτω ερωτήματα γραπτώς στον Δικηγορικό Σύλλογο Βόλου:

1) Ποια ήταν τα επαναλαμβανόμενα (όπως αναφέρονται στο ψήφισμα) περιστατικά λεκτικών επιθέσεων, απαξιωτικών σχολίων και στοχοποίησης σε βάρος συνηγόρων υπερασπίσεως; Θα ήταν αξιοσημείωτο εάν μπορούσαν να αναφερθούν αυτά, καθώς αφ’ ενός δεν έγιναν αντιληπτά από τις και τους συναδέλφους δημοσιογράφους που ήμαστε παρούσες και παρόντες, παρ’ ότι ο χώρος των δικαστηρίων Καρδίτσας αφ’ ενός είναι μικρός, αφ’ ετέρου οι συνήγοροι μετά των κατηγορουμένων αστυνομικών εξέρχονται της αίθουσας ξεχωριστά από το κοινό που παρακολουθεί τη δίκη, κάτω από ακραία αστυνομικά μέτρα ασφαλείας.

2.α) Εάν ο Δικηγορικός Σύλλογος Βόλου δεν έχει διασταυρώσει την αλήθεια τέτοιων καταγγελιών, και δεν έχει λάβει γνώση πραγματικών περιστατικών, ποιος είναι ο σκοπός αυτού του ψηφίσματος; Μήπως εκδόθηκε σκοπίμως, για να προσκομιστεί από συνηγόρους υπεράσπισης στο δικαστήριο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως εκ του μη όντος «τεκμήριο» για να υποστηρίξει υπερασπιστικούς ισχυρισμούς;

2. β) Σε μια τέτοια περίπτωση, μήπως συνιστά κατάχρηση του θεσμικού ρόλου του ΔΣΒ προκειμένου να διευκολυνθεί απόπειρα αθέμιτου επηρεασμού του δικαστηρίου με ψευδείς ισχυρισμούς που λαμβάνουν υπόσταση από το περιεχόμενο αυτής της ανακοίνωσης και μόνον;

3) Αποτελεί μέρος του πυρήνα του δικαιώματος υπεράσπισης η περιύβριση νεκρού, η δολοφονία χαρακτήρα μαρτύρων και η αυθάδεια κατά της Προέδρου και της Εισαγγελέως της έδρας με διακοπές, υποδείξεις, φωνασκίες, και λοιπή οχλαγωγία εκ μέρους της ομάδας συνηγόρων υπεράσπισης; Την ως άνω κατάσταση εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει και να τεκμηριώσει, όχι με δευτερογενή μεταφορά αφηγήσεων αλλά ζητώντας τα πρακτικά του δικαστηρίου. Με δεδομένο αυτό, προκύπτει και ένα ακόμα ερώτημα,

4) Προτίθεται ο ΔΣΒ να διερευνήσει πειθαρχικά την ως άνω από κοινού συμπεριφορά της ομάδας των συνηγόρων υπεράσπισης;

Από τις 26 Μαΐου που στείλαμε γραπτά τα ερωτήματά μας στον ΔΣΒ (και επανήλθαμε με υπενθύμιση στις 27 Μαΐου) μέχρι σήμερα που δημοσιεύεται αυτό το άρθρο δεν λάβαμε κάποια απάντηση.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, αξίζει να σημειωθεί ότι οι συνήγοροι υπεράσπισης των αστυνομικών έχουν «εργόχειρο» τις ψευδείς εκδικητικές καταγγελίες. Για παράδειγμα, έχουν υποβάλει μήνυση SLAPP κατά του τοπικού ενημερωτικού ιστοτόπου “The Newspaper”.

Λαθροχειρία ΙΙΙ: Παρουσίασαν στη μάρτυρα κατάθεση άλλου ως δική της

Η τρίτη και μεγαλύτερη λαθροχειρία, καταγγέλθηκε από τον Γιάννη Μάγγο δημόσια:

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΓΓΟΥ

(Λαθροχειρία συνηγόρου υπεράσπισης των βασανιστών του Βασίλειου Μάγγου)

Στις 26.5.2026 εμείς οι γονείς του Βασίλειου Μάγγου ολοκληρώσαμε τις πολύωρες καταθέσεις μας για την υπόθεση βασανισμού του από αστυνομικούς.

Στη διάρκεια της διαδικασίας δεχτήκαμε αρκετές ερωτήσεις και οι περισσότερες δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με τα πραγματικά γεγονότα, αλλά απέβλεπαν στην μετά θάνατον δολοφονία χαρακτήρα του παιδιού μας, όπως και στη δική μας. Στη διάρκεια των απαντήσεών μας δεχτήκαμε προσωπικές επιθέσεις, προσβολές, ειρωνείες και υποτιμητικούς εν χορώ σχολιασμούς.

Έγινε προσπάθεια να μας παγιδεύσουν με “ύπουλες” ερωτήσεις, ώστε να απαξιωθεί και να αμφισβητηθεί ακόμα και η σχέση που είχαμε με το παιδί μας.

Αποκορύφωμα αυτών ήταν, όταν ένας συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων, στην προσπάθειά του να απαξιώσει τη σχέση της μητέρας προς τον Βασίλειο, κρατώντας ένα έγγραφο και ισχυριζόμενος ότι ήταν η κατάθεσή της στις 11-11-2021 στα πλαίσια της ΕΔΕ, με στόμφο τη ρώτησε αν μετά τις 14-6-2020 ξαναείδε τον Βασίλειο. Η μητέρα του απάντησε ότι και φυσικά έβλεπε το παιδί της και μάλιστα κάθε μέρα. Και τότε ο συνήγορος κραδαίνοντας το έγγραφο, επιτιμητικά, υποτιμητικά και προσβλητικά, τις διάβασε δύο φορές τη σχετική ερώτηση από την “κατάθεσή” της και δύο φορές την απάντηση που υποτίθεται ότι έδωσε και που ήταν: “όχι δεν μίλησα ούτε συναντήθηκα μαζί του”. Η μητέρα του απόρησε και αμφισβήτησε ότι είπε κάτι τέτοιο και ο συνήγορος ανεμίζοντας θριαμβευτικά το έγγραφο και με έπαρση κραύγαζε: “κυρία μου είστε η κ. Μουρτζοπούλου, είστε η μητέρα του, αυτό είπατε και το υπογράψατε”.

Μελετώντας τη δικογραφία, διαπιστώσαμε και καταγγέλλουμε ότι ο συνήγορος διάβαζε άλλη(!) κατάθεση, άλλου προσώπου που δόθηκε σε άλλη ημερομηνία και δεν είναι καν μάρτυρας στο δικαστήριο. (Επισυνάπτω το έγγραφο στα σχόλια). Μάλιστα, απομόνωσε τη συγκεκριμένη ερώτηση και απάντηση, γιατί από όλα τα υπόλοιπα προκύπτει καταφανώς ότι δεν ήταν κατάθεση της μητέρας του Βασίλειου. Καταγγέλλουμε ότι επιχειρήθηκε προσπάθεια σκόπιμης παγίδευσης της μητέρας, αλλά και εξαπάτησης του δικαστηρίου από τον συγκεκριμένο συνήγορο.

Και ειδικά τώρα που ως γνωστόν δεν έχουμε υπεράσπιση, δημιουργείται τεράστιο ζήτημα αξιοπιστίας των όσων λέγονται και ακούγονται από τους συνηγόρους. Και όταν επιχειρούμε να διαμαρτυρηθούμε στο δικαστήριο, επειδή μας πνίγει το δίκιο μας, είναι πιθανόν ότι θα βρεθούμε εκτός αιθούσης, γιατί δεν έχουμε πια κανένα δικαίωμα…

Διαπιστώσαμε επίσης ότι λέγονται ψέματα ενώπιον του δικαστηρίου για δημιουργία εντυπώσεων. Για παράδειγμα, συνήγορος των κατηγορουμένων ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν ιατρικά έγγραφα που βεβαιώνουν ότι ήταν υπό την επήρεια ουσιών, όταν εισήχθη το παιδί μας στο νοσοκομείο.

Γεγονός που δεν ισχύει.

Όλα τα παραπάνω θέτουν τουλάχιστον δύο τεράστια ζητήματα σ αυτή τη δίκη: α. Το υπερασπιστικό καθήκον των συνηγόρων που υπηρετούν την απονομή της δικαιοσύνης, αγγίζει τα όρια της χυδαιότητας β. Στην περίπτωση του συγκεκριμένου συνηγόρου κατέληξε σε λαθροχειρία.

Και αυτό είναι τα ουσιώδες που θα έπρεπε πραγματικά να απασχολήσει τους δικηγορικούς συλλόγους και ειδικά τον δικηγορικό Σύλλογο Βόλου…

Βόλος 28.5.2026

Η κατάθεση της μητέρας του Βασίλη Μάγγου

Η μητέρα του Βασίλη Μάγγου μίλησε αρχικά για τη ζωή του γιου της, τις προσπάθειές του να σταθεί όρθιος, την εξάρτηση και την απεξάρτηση, την εργασία του, τις σχέσεις του με την οικογένεια. Τον περιέγραψε ως «πολύ καλό κι ευαίσθητο παιδί», αγαπητό, πρόθυμο, με σεβασμό στους μεγαλύτερους. Αναφέρθηκε στην προσπάθειά του να βάλει τη ζωή του σε τάξη, να δουλέψει, να ζήσει με τη σύντροφό του, να ξαναφτιάξει την καθημερινότητά του.

Η πρόεδρος επέμεινε σε ερωτήσεις για τη χρήση ουσιών, για προηγούμενες εμπλοκές με την αστυνομία και τη Δικαιοσύνη, καθώς και για το αν ο Βασίλης Μάγγος είχε ποινικό παρελθόν. Η μητέρα αναφέρθηκε σε περιπτώσεις των οποίων είχε γνώση. Επέμεινε, όμως, ότι όσο ήταν καθαρός «δεν είχε κάνει τίποτα» και ότι η εικόνα του, εκείνη την περίοδο που συνέβησαν τα γεγονότα του βασανισμού του, ήταν εικόνα ανθρώπου που προσπαθούσε να ζήσει.

Για το επίδικο περιστατικό, η μητέρα ξεκαθάρισε ότι δεν ήταν παρούσα έξω από τα δικαστήρια του Βόλου. Κατέθεσε επομένως για όσα της είπε ο γιος της, όταν τον βρήκε να έχει επιστρέψει στο σπίτι μετά την προσαγωγή του. Περιέγραψε ότι όταν άνοιξε το διαμέρισμα, τον είδε στον καναπέ, χωρίς χρώμα, να δυσκολεύεται να αναπνεύσει και να μιλήσει. «Με τσακίσανε οι μπάτσοι», της είπε.

Η μάρτυρας μετέφερε όσα της είχε πει ο γιος της: ότι είχε πλησιάσει τους αστυνομικούς έξω από τα δικαστήρια λέγοντας «Τι κάνετε εκεί ρε;», ότι κάποιος ασφαλίτης με πολιτικά τον υπέδειξε, ότι αστυνομικοί τον έσπρωξαν, τον ακινητοποίησαν και τον έβαλαν σε αυτοκίνητο, όπου, κατά τα λεγόμενά της, συνεχίστηκε ο ξυλοδαρμός. Ανέφερε ότι της είπε πως μέσα στην αστυνομική διεύθυνση τον έβριζαν, τον χλεύαζαν, τον αποκαλούσαν «μαλάκα» και «πούστη», ενώ όταν πονούσε και βογκούσε, φέρεται να του είπαν: «Τι βογκάς ρε;».

Ιδιαίτερη σημασία είχε η αναφορά της ότι μέσα στην αστυνομική διεύθυνση ακούστηκε, σύμφωνα πάντα με όσα της μετέφερε ο γιος της, πως «αυτός είναι για νοσοκομείο». Παρ’ όλα αυτά, δεν μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο, αλλά τον έβαλαν σε χώρο σαν κελί και αφέθηκε αργότερα να φύγει μόνος του. Η μητέρα περιέγραψε τη μεταφορά του στο σπίτι και την απόφαση της οικογένειας να τον πάει στο νοσοκομείο, όταν ο πατέρας του, που γνώριζε πρώτες βοήθειες, εκτίμησε ότι η κατάστασή του ήταν σοβαρή.

Μεγάλο μέρος της εξέτασης της μητέρας από τους συνηγόρους υπεράσπισης αναλώθηκε στην ανάρτηση-καταγγελία που έκανε ο Βασίλης Μάγγος μετά το περιστατικό. Οι συνήγοροι επιχείρησαν να αμφισβητήσουν την αυθεντικότητα ή την αξιοπιστία της αφήγησης, εστιάζοντας στο ύφος του κειμένου, στις εκτενείς αναφορές στην ΑΓΕΤ και στο πολιτικό πλαίσιο της κινητοποίησης. Η μητέρα απάντησε ότι η αναφορά στην ΑΓΕΤ είχε ιστορική σημασία για την πόλη του Βόλου και ότι το κείμενο αποτύπωνε όσα είχε ζήσει και ήθελε να καταγγείλει ο ίδιος ο γιος της.

Η υπεράσπιση επανήλθε επανειλημμένα στο αν ο Βασίλης Μάγγος έκανε χρήση εκείνη την περίοδο, αν βρισκόταν σε επήρεια ή στέρηση, αν είχε υπερκινητικότητα στο νοσοκομείο, αν οι γιατροί ή οι νοσηλευτές είχαν σχηματίσει τέτοια εικόνα. Η μητέρα απαντούσε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τα πάντα, αλλά επέμενε ότι έβλεπε έναν άνθρωπο που είχε αναθαρρήσει, δούλευε, κινούνταν, έκανε πράγματα, είχε ζωή. «Ένας χρήστης είναι σαν πολύ γερασμένος, γέρος άνθρωπος, κι ας είναι 18 χρονών. Γι’ αυτό αναθαρρήσαμε», είπε, προσπαθώντας να εξηγήσει γιατί η οικογένεια πίστευε ότι είχε ξανασταθεί στα πόδια του.

«Οι αστυνομικοί έγιναν δικαστές και δήμιοι»

Κατά την εξέταση από άλλους συνηγόρους, η υπεράσπιση επανήλθε στο ερώτημα τι ακριβώς συγκροτεί, κατά τη μάρτυρα, τον βασανισμό. Η μητέρα απάντησε συνοψίζοντας την αλληλουχία όπως την αντιλαμβάνεται: «Υποδεικνύω – μαζεύω – βασανίζω – διώχνω. Δεν μπορούν να είναι έτσι οι κρατικοί και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Αυτό πρέπει να κάνει ο υπηρέτης του πολίτη;» Σε άλλη ερώτηση, για το αν η αστυνομία είδε τον γιο της και άδραξε την ευκαιρία επειδή τον είχε στοχοποιήσει, απάντησε: «Έτσι έγιναν και δικαστές και δήμιοι».

Η μέθοδος των τεχνητών εντάσεων

Η διαδικασία φορτίστηκε με τη δημιουργία τεχνητής έντασης από τους συνηγόρους, όταν ο Σινέλης ρώτησε τη μάρτυρα για παλιότερα περιστατικά και εμπλοκές με την αστυνομία. Η μητέρα αντέδρασε λέγοντας: «Δεν είναι ληστής ο γιος μου». Ο συνήγορος απάντησε: «Ληστής είναι». Η πρόεδρος παρενέβη: «Παρακαλώ, όχι κρίσεις για τον νεκρό». Η μάρτυρας, εμφανώς ταραγμένη, είπε ότι δεν μπορεί να ηρεμήσει, ότι προσπαθεί εδώ και έξι χρόνια και ότι τα παιδιά της βρίσκονται σε άθλια κατάσταση, με ψυχολογική υποστήριξη, αδυνατώντας ακόμη και να δουν φωτογραφία του αδελφού τους.

Σε άλλο σημείο, όταν η υπεράσπιση επιχείρησε να της δείξει το βίντεο από τα γεγονότα, η μάρτυρας αντέδρασε: «Δεν θα το δω το βίντεο. Δεν θέλω να δω το βίντεο». Ο συνήγορος υποστήριξε, με τη γνωστή μέθοδο της κατά βούληση προφορικής ερμηνείας οπτικοακουστικών μέσων ότι δεν δείχνει να χτυπούν το παιδί της, αλλά «το παιδί της να χτυπάει τον αστυνομικό». Η πρόεδρος παρενέβη, θέτοντας ζήτημα για το αν είναι δυνατόν κι αν έχει νόημα να προβληθεί το υλικό στη μητέρα.

Η επιθετικότητα των συνηγόρων προς τη μάρτυρα ήταν συνεχής. Σε κάποια στιγμή, άτομο από το κοινό είπε: «Είναι βία αυτό που βλέπουμε, μας εκπαιδεύετε να βλέπουμε βία», αναφερόμενο σε παλιότερη παρέμβαση της προέδρου, η οποία είχε αναφέρει στην προηγούμενη δικάσιμο ότι «ο ρόλος της διαδικασίας είναι, μεταξύ άλλων, και παιδευτικός». Η πρόεδρος ζήτησε επανειλημμένα από άτομα στο κοινό, μεταξύ αυτών και από τον Γιάννη Μάγγο, να αποχωρήσουν προσωρινά για να ηρεμήσουν. Ενώ οι συνήγοροι απηύθυναν στη μητέρα του νεκρού εκφράσεις όπως αυτή του συνηγόρου Κατσουλάκη: «Απαντήστε σε αυτή την ερώτηση, γιατί η επόμενη θα είναι χειρότερη». Ακριβώς με το ύφος που φαντάζεται κανείς.

Η υπεράσπιση, χωρίς να αρκείται στο γεγονός ότι κυριολεκτικά αλωνίζει στην αίθουσα με πολύ λίγες παρεμβάσεις από τη διευθύνουσα τη διαδικασία, ζήτησε επιπλέον αυστηρότερη αντιμετώπιση. Η πρόεδρος εξήγησε ότι, ειδικά ως προς τον πατέρα του Βασίλη Μάγγου, λαμβάνει υπόψη τη θέση του και το γεγονός ότι το αίτημά του να παρασταθεί ως υποστήριξη της κατηγορίας έχει απορριφθεί.

Όμως κάθε έννοια ισορροπίας ανάμεσα στα υπερασπιστικά δικαιώματα των αστυνομικών που εκπροσωπούνται από μεγαλοδικηγόρους με πολιτική καριέρα, συνεργάτες του Μπέου κλπ, και την ανάγκη προστασίας της μνήμης του θύματος και της οικογένειάς του, έχει εντελώς εξαφανιστεί από την αίθουσα της Καρδίτσας.

***

Η δίκη θα συνεχιστεί σήμερα, 4 Ιουνίου.

Για τον μήνα Ιούνιο έχουν προγραμματιστεί επίσης δικάσιμοι στις 11, 17, 23 και 27.

Πηγή: omniatv.com

4