της Βάσης Παναγοπούλου
Πώς νιώθει άραγε ένας δεκατετράχρονος έφηβος, μαύρος από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ), που ζει σε παρισινό, εργατικό προάστιο με τον Κονγκολέζο πατέρα του -ο οποίος εργάζεται ως μηχανικός και τον αγαπά- όταν υιοθετείται από τη λευκή κομμώτρια γυναίκα του πατέρα του, την Μπεατρίς;
Αν ένα βράδυ ο πραγματικός -βιολογικός- πατέρας του, που έχει χαθεί από τη ζωή του από τότε που ήταν παιδάκι, εμφανιστεί ξαφνικά στην πόρτα του σπιτιού του, τι κάνει; Πώς είναι να ερωτεύεται μια λευκή αστή Γαλλίδα, που ζει δίπλα από τον Πύργο του Αϊφελ; Και όταν αποκαλύπτεται το μεγάλο μυστικό ότι έχει δύο μπαμπάδες -τον θείο του, αδελφό του πατέρα του, γιατί αυτός έχει αναλάβει την ανατροφή του και ζουν μαζί στο Παρίσι, και τον βιολογικό πατέρα του που καταφτάνει ξαφνικά, τι βιώνει;
Ο Ερίκ Μουκεντί, συγγραφέας του μυθιστορήματος «Με δύο μπαμπάδες», καθηγητής γαλλικών στη Ρουέν, που έφτασε αεροπορικώς από την Κινσάσα στη Γαλλία ασυνόδευτος σε ηλικία επτά ετών, αφηγείται την περιπετειώδη ζωή του ήρωά του Μπορίς. Παρουσιάζει τα διλήμματα τα οποία πρέπει μόνος του να αντιμετωπίσει. Ο Μπορίς έχει δύο πατρίδες και μιλάει δύο γλώσσες: τα γαλλικά που μαθαίνει στο σχολείο και τα κονγκολέζικα γαλλικά που μιλούν στη Γαλλία οι συμπατριώτες του. Προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο κουλτούρες: μετράει τον χρόνο με τα λεπτά όπως οι Γάλλοι και με τις ώρες όπως οι Κονγκολέζοι, που καθυστερούν πάντα στο ραντεβού τους. Τρώει παστό ψάρι, ομελέτα με σαρδέλα για πρωινό, κρουασάν και ζαμπόν. Ακούει κονγκολέζικη ρούμπα και ραπ. Χάνεται στο Instagram και στο Snapchat.
Οταν ξαναβλέπει ύστερα από πολλά χρόνια τον πραγματικό του πατέρα δεν νοιώθει τίποτα: «Με έσφιγγε μεν δυνατά αλλά, από τη δική μου πλευρά, δεν υπήρχε κανένα συναίσθημα». Ο έφηβος εναντιώνεται σε αυτόν τον πατέρα, που βλέπει τη Γαλλία ασπρόμαυρα, ενώ ο θείος του, οι φίλοι του και ο ίδιος έχουν αποδεχτεί τις δύο ταυτότητες που βέβαια δημιουργούν δύσκολες καταστάσεις. Ο πατέρας του αρνείται να καταλάβει τις νέες συνήθειες τόσο του αδελφού του (θετού πατέρα) όσο και του γιού του, που έχει μετατραπεί σε «μικρό λευκό».
Και όταν ο Μπορίς ερωτεύεται, το μυθιστόρημα μετατρέπεται σε… κοινωνική μελέτη του Παρισιού, πραγματεύεται τη ζωή ανάμεσα σε μαύρους και λευκούς, αστούς και εργάτες, θύματα και εκμεταλλευτές και συναρπάζει τον αναγνώστη.
Η κοπέλα από πλούσια συνοικία του Παρισιού τον νιώθει και τον αποζητάει, γιατί ναι μεν υπάρχει το χάσμα των νοοτροπιών και συμπεριφορών που τους χωρίζει, όμως το Burger King, οι τηγανητές πατάτες με το κοτόπουλο από τον μεγάλο κουβά των KFC, το Messenger, το Face-Time, η μουσική τούς ενώνει. Ερωτευμένοι και αμέριμνοι περπατούν στις όχθες του Σηκουάνα.
Μυθιστόρημα μαθητείας, μυθιστόρημα για τον εφηβικό έρωτα, ένα κοινωνικό χρονικό, με το χιούμορ να κάνει αισθητή την παρουσία του, το βιβλίο «Με δύο μπαμπάδες» συγκεντρώνει σε ισόποσες δόσεις όλα αυτά τα στοιχεία, τα εντάσσει σε ένα πρωτότυπο και δυναμικό σύνολο.
Η μετάφραση του Αγγελου Μουταφίδη συλλαμβάνει τη ζωντάνια της αφήγησης. Κινείται με εξαιρετική επιτυχία σε διαφορετικά επίπεδα, μεταφέροντας στα ελληνικά την αργκό των εφήβων στα σχολεία των εργατικών προαστίων, τα σοφιστικέ γαλλο-κονγκολέζικα του καθηγητή βιολογικού πατέρα του ήρωα, την trendy γαλλική αυτών που κατοικούν στα πέριξ του Πύργου του Αϊφελ. Το εξώφυλλο της Ντανιέλας Σταματιάδη, που κινείται ανάμεσα στο μαύρο και στο λευκό, απεικονίζει τη διχοστασία του ήρωα. Πώς είναι να θέλεις όχι μόνο να επιβιώσεις, αλλά και να πας μπροστά, να εξελιχθείς σε μια πολυπληθή πολιτισμική μητρόπολη-γίγαντα όπως το Παρίσι;
Ο συγγραφέας παρουσιάζει όλα αυτά τα πολύπλοκα θέματα που βασανίζουν τους νεοαφιχθέντες στις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις χωρίς δράματα και δυστοπικές αναφορές.
Κερδίζει τον αναγνώστη καθώς τον ωθεί να νιώσει όχι απλώς συμπάθεια, αλλά να έχει και ενσυναίσθηση -και όχι μόνο για τον ήρωα του βιβλίου- και ταυτόχρονα κατανόηση για όλους εκείνους που ζουν στο περιθώριο περιχαρακωμένοι, περιφρονημένοι και αγνοημένοι από την καθωσπρέπει κοινωνία της γαλλικής πρωτεύουσας.
Πηγή: efsyn.gr






