του Κωνσταντίνου Κωμαΐτη
Στις αρχές της δεκαετίας του 2010, η Κίνα έθεσε σε εφαρμογή το σύστημα real-name registration, υποχρεώνοντας σταδιακά κάθε χρήστη του Διαδικτύου να συνδέσει την online παρουσία του με τον κρατικό αριθμό ταυτότητας και τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου. Το επίσημο αφήγημα του Πεκίνου ήταν εντυπωσιακά παρόμοιο με τα επιχειρήματα που ακούγονται σήμερα στη Δύση: «καταπολέμηση των fake news, πάταξη του κυβερνοεγκλήματος και εξοστρακισμός της τοξικότητας». Μέσα σε λίγα χρόνια, η ψευδωνυμία εξαφανίστηκε. Το αποτέλεσμα δεν ήταν η εξάρθρωση εγκληματικών δικτύων, αλλά η πλήρης αδρανοποίηση της κοινωνικής κριτικής. Οι πολίτες, γνωρίζοντας ότι κάθε τους σχόλιο, ανάρτηση ή «κλικ» φέρει το ονοματεπώνυμό τους ενώπιον των αρχών, εσωτερίκευσαν τον φόβο, οδηγώντας σε μια πρωτοφανή κατάσταση μαζικής αυτολογοκρισίας. Αυτή ακριβώς η δυστοπική πραγματικότητα, που κάποτε φάνταζε μακρινή, αποτελεί πλέον τον οδικό χάρτη για μια ανησυχητική μετατόπιση εντός των ευρωπαϊκών συνόρων.
Η Ελλάδα δεν επιχειρεί απλώς να περιορίσει την ανωνυμία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά φαίνεται να φιλοδοξεί να επαναπροσδιορίσει ριζικά τη σχέση του πολίτη με το ίδιο το ψηφιακό οικοσύστημα. Πρόκειται για μια μετατόπιση βαθύτερη, πιο επικίνδυνη και δομικά πολιτική από όσο αφήνει να εννοηθεί η ρηχή δημόσια συζήτηση.
Το Internet υπήρξε ο πιο συμπεριληπτικός και δημοκρατικός χώρος στην ανθρώπινη ιστορία ακριβώς επειδή κανείς δεν χρειαζόταν κρατική έγκριση για να υπάρξει μέσα σε αυτό. Η αποδόμηση της ανωνυμίας δεν αποτελεί μια απλή διοικητική τροποποίηση αλλά μια βαθιά ιδεολογική αναθεώρηση.
Το κυβερνητικό αφήγημα ακούγεται σχεδόν αυτονόητο: λιγότερη ανωνυμία ισούται με λιγότερο έγκλημα, αναχαίτιση της παραπληροφόρησης και εξοστρακισμό της τοξικότητας. Όμως, αυτή η συλλογιστική συγχέει σκόπιμα δύο ασύμβατες έννοιες: την ταυτοποίηση για τη χρήση εξειδικευμένων υπηρεσιών και την καθολική κατάργηση της ανωνυμίας ως θεμελιώδους αρχής του Διαδικτύου.
Το Internet δεν είναι τραπεζικός λογαριασμός, ούτε μια ψηφιακή προέκταση του gov.gr. Δεν είναι ένα περίκλειστο κρατικό δίκτυο. Αντίθετα, αποτελεί ένα ανοιχτό πρωτόκολλο επικοινωνίας, σχεδιασμένο πάνω στην παραδοχή ότι οι άνθρωποι μπορούν να μιλούν, να ενημερώνονται, να οργανώνονται και να αλληλεπιδρούν χωρίς να υποχρεούνται να επιδεικνύουν την κρατική τους ταυτότητα σε κάθε ψηφιακό τους βήμα. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ιστορική ειρωνεία: η χώρα που γέννησε τη δημοκρατία εμφανίζεται έτοιμη να ενσωματώσει δομικά στοιχεία από το αυταρχικό ψηφιακό μοντέλο της Κίνας.
Όταν ο χρήστης γνωρίζει ότι είναι διαρκώς ορατός και αναγνωρίσιμος από την εξουσία, το σύστημα δεν χρειάζεται καν να λογοκρίνει ενεργά· αρκεί η βεβαιότητα του πολίτη ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να εντοπιστεί. Πρόκειται για την απόλυτη ψηφιακή υλοποίηση του Πανοπτισμού, όπου η αρχιτεκτονική του χώρου αναγκάζει τον επιτηρούμενο σε διαρκή συμμόρφωση.
Τεχνικά, η μετάβαση σε ένα τέτοιο καθεστώς απαιτεί μια βίαιη, βαθιά παρέμβαση στις υποδομές του Internet. Δεν αρκεί μια απλή φόρμα ταυτοποίησης στο Facebook ή στο TikTok. Απαιτείται η οικοδόμηση ενός στενού ψηφιακού κλοιού, όπου κάθε πύλη εισόδου στο Internet θα ελέγχεται κεντρικά. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από ένα πλέγμα τριών αξόνων:
- Υποχρεωτική ταυτοποίηση στην πηγή: Κάθε σύνδεση μέσω παρόχων (ISP) και κινητής τηλεφωνίας πρέπει να αντιστοιχεί νομοτελειακά σε φυσικό πρόσωπο, με το κράτος να διατηρεί το «κλειδί» της άμεσης πρόσβασης.
- Κεντρικοποίηση της ψηφιακής ταυτότητας: Οι online πλατφόρμες υποχρεούνται να διασυνδεθούν με κρατικά συστήματα αυθεντικοποίησης (authentication).
- Ολοκληρωτική επιτήρηση σε επίπεδο δικτύου: Επιστρατεύονται μέθοδοι όπως η διακράτηση δεδομένων (data retention), το DNS filtering και η βαθιά επιθεώρηση πακέτων (Deep Packet Inspection), τεχνολογίες που επιτρέπουν στο κράτος και στους παρόχους να χαρτογραφούν σε πραγματικό χρόνο τη συμπεριφορά, τις εφαρμογές και τις προτιμήσεις των χρηστών.
Το πρόβλημα είναι ότι το Internet δεν σχεδιάστηκε για να λειτουργεί ως ψηφιακό κρατητήριο. Η αρχιτεκτονική του βασίζεται στην αποκέντρωση και στην ελευθερία σύνδεσης χωρίς την ανάγκη κεντρικής πολιτικής αδειοδότησης. Η επιβολή της καθολικής ταυτοποίησης ακυρώνει αυτή τη φιλοσοφία, μετατρέποντας το Internet από ένα ελεύθερο κοινό αγαθό σε έναν ελεγχόμενο, περίκλειστο χώρο περιορισμένης πρόσβασης.
Οι συνέπειες για τη δημοκρατία είναι ισοπεδωτικές, με πρώτη τη θυσία της ελευθερίας της έκφρασης. Η ανωνυμία δεν είναι το καταφύγιο των «trolls» και του κοινού ποινικού εγκλήματος, όπως επιχειρεί να μας πείσει η κυβερνητική ρητορική. Αντιθέτως, είναι η ασπίδα προστασίας για τους δημοσιογράφους που ερευνούν τη διαφθορά, τους whistleblowers που αποκαλύπτουν εταιρικά ή κρατικά σκάνδαλα, τους πολιτικούς αντιφρονούντες, τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα και τα θύματα κακοποίησης που αναζητούν στήριξη μακριά από τον φόβο του κοινωνικού ή επαγγελματικού διασυρμού.
Επιπλέον, μια τέτοια οργουελιανή στροφή απειλεί να γκρεμίσει το αφήγημα της Ελλάδας ως ενός σύγχρονου, φιλικού προς τις επενδύσεις τεχνολογικού κόμβου (tech hub). Οι σοβαροί διεθνείς επενδυτές, τα κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capitals) και οι παγκόσμιοι κολοσσοί της τεχνολογίας αναζητούν σταθερά, προβλέψιμα νομοθετικά περιβάλλοντα που ευθυγραμμίζονται με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Όταν ένα κράτος-μέλος επιλέγει να γίνει ο ψηφιακός πειραματάνθρωπος αυταρχικών πρακτικών, αυτομάτως μετατρέπεται στον πιο απρόβλεπτο και μη ελκυστικό προορισμό στην Ευρώπη. Καμία σοβαρή high-tech εταιρεία δεν θα διακινδυνεύσει να μεταφέρει την έδρα της ή τα δεδομένα της σε μια δικαιοδοσία όπου το νομικό πλαίσιο φλερτάρει με το κινεζικό μοντέλο ελέγχου, δημιουργώντας μόνιμη ανασφάλεια δικαίου και εκθέτοντας τις επιχειρήσεις σε τεράστιους κινδύνους κυβερνοασφάλειας και διαρροής ευαίσθητων πληροφοριών.
Σε περιβάλλοντα με εδραιωμένη δημοκρατική κουλτούρα, αυτά τα δικαιώματα θεωρούνται αυτονόητα. Η ιστορία όμως προειδοποιεί για το πόσο ολισθηρή είναι η πολιτική πραγματικότητα. Ένα εργαλείο καθολικής ψηφιακής καταγραφής που σήμερα φαντάζει «αθώο» ή «χρήσιμο» στα χέρια μιας μετριοπαθούς κυβέρνησης, αύριο, στα χέρια μιας αυταρχικής ή λαϊκιστικής εξουσίας, μετατρέπεται ακαριαία σε όπλο μαζικού διωγμού. Αυτή είναι η ουσία που αποσιωπάται τεχνηέντως στην Ελλάδα: οι υποδομές επιτήρησης δεν αυτοκαταστρέφονται όταν αλλάζουν οι ένοικοι του Μεγάρου Μαξίμου. Παραμένουν εκεί, κληρονομούνται και νομοτελειακά επεκτείνονται.
Η Ευρώπη επιχείρησε ιστορικά να αντιτάξει ένα εναλλακτικό ψηφιακό πρότυπο απέναντι στον ολοκληρωτισμό της Κίνας και τον άκριτο καπιταλισμό της επιτήρησης των ΗΠΑ, ένα μοντέλο προσηλωμένο στα ανθρώπινα δικαιώματα και στην προστασία των προσωπικών δεδομένων. Η Ελλάδα επιλέγει να διολισθήσει στην αντίθετη κατεύθυνση. Υιοθετώντας το δόγμα της «ασφάλειας μέσω της απογύμνωσης της ιδιωτικότητας», ανοίγει την κερκόπορτα για ένα μέλλον όπου η παρακολούθηση θα θεωρείται το απαραίτητο «εισιτήριο» για την ψηφιακή μας ύπαρξη.
Η ψηφιακή δυστοπία δεν εγκαθίσταται ποτέ με τυμπανοκρουσίες. Εισβάλλει αθόρυβα, μεταμφιεσμένη σε «ορθολογικά» μέτρα, «προσωρινές» ρυθμίσεις και «αναγκαίες» παραχωρήσεις για το κοινό καλό. Κάθε βήμα σερβίρεται ως μια απλή τεχνική επικαιροποίηση, μέχρι τη στιγμή που η υποδομή του ελέγχου γίνεται πλέον αμετάκλητη.
Το Internet υπήρξε ο πιο συμπεριληπτικός και δημοκρατικός χώρος στην ανθρώπινη ιστορία ακριβώς επειδή κανείς δεν χρειαζόταν κρατική έγκριση για να υπάρξει μέσα σε αυτό. Η αποδόμηση της ανωνυμίας δεν αποτελεί μια απλή διοικητική τροποποίηση αλλά μια βαθιά ιδεολογική αναθεώρηση. Και αυτή η μετάβαση, για μια κοινωνία που θέλει να αυτοαποκαλείται ελεύθερη, δεν αποτελεί τεχνολογικό εκσυγχρονισμό. Είναι μια απαραβίαστη κόκκινη γραμμή που ήδη παραβιάζεται.
Πηγή: https://wired.com.gr/article/psifiakos-panoptismos-i-ellada-ston-dromo-tis-kinas/






