Το «χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου» της δημόσιας, δωρεάν και ανθρωποκεντρικής θεραπείας.
Για τον μέσο πολίτη, η καθημερινότητα τρέχει με ρυθμούς που δεν αφήνουν περιθώρια για τη μελέτη των ΦΕΚ. Έτσι, όταν το καλοκαίρι του 2024 ψηφίστηκε ο Νόμος 5129 και, λίγους μήνες μετά, στις αρχές του 2025, άρχισε να «ρολάρει» στις ράγες ο ΕΟΠΑΕ (Εθνικός Οργανισμός Πρόληψης και Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων), η κοινή γνώμη νόμιζε ότι πρόκειται για άλλη μια τυπική, βαρετή αναδιοργάνωση του Δημοσίου. Μια «διοικητική τακτοποίηση» για τη μείωση των δαπανών και της γραφειοκρατίας, όπως υποστήριξε το υπουργείο Υγείας.
Πίσω όμως από τους γυαλιστερούς τίτλους των κυβερνητικών non-papers και την ορολογία της «ορθολογικής διαχείρισης», συντελέστηκε ένα ιστορικό έγκλημα σε βάρος των πιο ευάλωτων ανθρώπων της χώρας.
Αυτό που συνέβη με την ίδρυση του ΕΟΠΑΕ δεν ήταν μεταρρύθμιση, αλλά μια βίαιη, ισοπεδωτική επιβολή. Ένας διοικητικός οδοστρωτήρας που πήρε σαράντα χρόνια συσσωρευμένης εμπειρίας, διαφορετικών φιλοσοφιών και επιτυχημένων μοντέλων απεξάρτησης και τα τσουβάλιασε κάτω από την ίδια στέγη, επιβάλλοντας μια μονοκρατορία που απειλεί να εξαφανίσει τα «στεγνά» προγράμματα και τη φιλοσοφία της Κοινότητας.
Σήμερα, μήνες μετά την εφαρμογή αυτής της μεταρρύθμισης, ξετυλίγουμε το κουβάρι της υπόθεσης. Τι ακριβώς συνέβη, ποιοι ήταν οι ιστορικοί φορείς που θυσιάστηκαν στο βωμό του συγκεντρωτισμού και γιατί οι θεραπευτές, οι απεξαρτημένοι και οι οικογένειές τους βρίσκονται ακόμα σε κατάσταση μόνιμου ξεσηκωμού;
Όταν η απεξάρτηση δεν ήταν «ένα κοστούμι για όλους»
Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της καταστροφής, πρέπει να καταλάβει πώς λειτουργούσε το σύστημα μέχρι χθες. Η απεξάρτηση στην Ελλάδα δεν ήταν ποτέ μια ενιαία, ψυχρή ιατρική διαδικασία. Ήταν ένα ζωντανό μωσαϊκό. Κάθε άνθρωπος που έπεφτε στα δίχτυα των ουσιών, του τζόγου ή του διαδικτύου, είχε μια μοναδική προσωπικότητα και ένα μοναδικό τραύμα. Το ελληνικό σύστημα, με όλα τα προβλήματα υποχρηματοδότησής του, είχε ένα τεράστιο πλεονέκτημα. Προσέφερε επιλογές.
Το ιστορικό «18 ΑΝΩ»:
Μέσα στην καρδιά του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ), στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, το «18 ΑΝΩ» έχτισε τον δικό του μύθο. Υπό την καθοδήγηση φωτισμένων ανθρώπων, όπως η Κατερίνα Μάτσα, το πρόγραμμα αυτό ανέδειξε τη σημασία της ψυχοθεραπείας και, κυρίως, της τέχνης. Το «18 ΑΝΩ» απέδειξε ότι το δημόσιο σύστημα μπορεί να παρέχει υψηλού επιπέδου, δωρεάν, ανθρώπινη απεξάρτηση, εστιάζοντας στις ιδιαιτερότητες των γυναικών, των μητέρων και των εφήβων.
Το ΚΕΘΕΑ και το μοντέλο της «Κοινότητας»:
Ιδρυμένο με βάση την αυτονομία των δομών του, το Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ) εφάρμοσε «στεγνά» προγράμματα, χωρίς τη χρήση υποκατάστατων φαρμάκων. Στο μοντέλο αυτό, η παρέμβαση βασιζόταν στην πίεση της ομάδας, την εργασιοθεραπεία και την ανάληψη ατομικής ευθύνης για την αλλαγή του τρόπου ζωής του χρήστη. Το ΚΕΘΕΑ λειτουργούσε με ένα δικό του σύστημα εσωτερικής διακυβέρνησης, στο οποίο συμμετείχαν εργαζόμενοι, θεραπευόμενοι και συγγενείς, αποτελώντας τον κύριο εκφραστή της μη-ιατρικής προσέγγισης.
Ο ΟΚΑΝΑ και η μείωση της βλάβης:
Στην άλλη όχθη στεκόταν ο Οργανισμός Κατά των Ναρκωτικών (ΟΚΑΝΑ). Ο ρόλος του ήταν τελείως διαφορετικός και εξαιρετικά κρίσιμος: η μείωση της βλάβης μέσω των προγραμμάτων υποκατάστασης (χορήγηση μεθαδόνης ή βουπρενορφίνης). Ο ΟΚΑΝΑ απευθυνόταν σε ανθρώπους που, για διάφορους λόγους, δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να μπουν σε στεγνό πρόγραμμα.
Τα κέντρα πρόληψης:
Διάσπαρτα σε δήμους και περιφέρειες σε όλη την Ελλάδα, τα κέντρα αυτά λειτουργούσαν ως τοπικές δομές στις οποίες μπορούσε να απευθυνθεί ο πολίτης. Παρότι δεν προχωρούσαν σε ευρείες εκστρατείες ενημέρωσης του κοινού, αποτελούσαν υπαρκτά σημεία στο γεωγραφικό χάρτη της πρόληψης, προσφέροντας ένα πλαίσιο υποστήριξης.
Όταν η πολυφωνία έγινε «κρατικός μονοκέφαλος»
Με τον Νόμο 5129/2024, η κυβέρνηση αποφάσισε να βάλει τέλος σε αυτή την πολυφωνία. Με μια μονοκονδυλιά, όλοι οι παραπάνω οργανισμοί καταργήθηκαν ως αυτόνομα νομικά πρόσωπα.
Ο ΕΟΠΑΕ είναι ένα Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ) που τελεί υπό τον απόλυτο έλεγχο του υπουργείου Υγείας. Όλη η περιουσία, το προσωπικό, οι δομές και τα προγράμματα του 18 ΑΝΩ, του ΚΕΘΕΑ και των κέντρων πρόληψης μεταφέρθηκαν σε αυτόν τον έναν, συγκεντρωτικό οργανισμό.
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία βασίστηκε σε μια τεχνοκρατική λογική. «Δημιουργούμε έναν ισχυρό φορέα, ψηφιοποιούμε τις υπηρεσίες, κάνουμε οικονομίες κλίμακας, ελέγχουμε τα κονδύλια και προσφέρουμε μια ενιαία πύλη εισόδου για τον χρήστη, ο οποίος δεν θα μπερδεύεται ανάμεσα σε διαφορετικούς φορείς».
Γιατί λοιπόν αυτή η «λογική» πρόταση αντιμετωπίστηκε από τους εργαζόμενους και τους θεραπευόμενους σαν κήρυξη πολέμου;
Ένα «κουστούμι» κομμένο και ραμμένο από το κράτος για το κράτος
Το πιο σκοτεινό και ουσιαστικό πλήγμα που επιφέρει ο ΕΟΠΑΕ δεν αφορά τα ονόματα των οργανισμών, αλλά τον ίδιο τον άνθρωπο που ψάχνει σανίδα σωτηρίας. Με το νέο συγκεντρωτικό σύστημα, αφαιρείται ουσιαστικά από τον χρήστη το θεμελιώδες δικαίωμα να επιλέξει τον δρόμο της θεραπείας του.
Μέχρι πρότινος, η θεραπευτική πολυσυλλεκτικότητα εξασφάλιζε ότι η θεραπεία προσαρμοζόταν στον άνθρωπο. Ένας χρήστης μπορούσε να επιλέξει το «18 ΑΝΩ» για τη θεραπεία μέσω τέχνης. Ένας άλλος, με διαφορετικό προφίλ, μπορούσε να πει: «Δεν θέλω να πάρω άλλα φάρμακα, θέλω να παλέψω στεγνά στο ΚΕΘΕΑ», και ούτω καθεξής. Υπήρχε σεβασμός στην προσωπικότητα και την ελεύθερη βούληση.
Τώρα, με τη δημιουργία μιας ενιαίας «πύλης εισόδου» και ενός κεντρικού ιατρικού αλγόριθμου αξιολόγησης, ο χρήστης μετατρέπεται σε «περιστατικό». Η επιλογή της θεραπευτικής διαδρομής δεν είναι πλέον αποτέλεσμα δικής του επιθυμίας και ζύμωσης με τους θεραπευτές, αλλά μιας ψυχρής, υπηρεσιακής απόφασης που λαμβάνεται από μια κεντρική επιτροπή του ΕΟΠΑΕ.
Αν η κεντρική διοίκηση αποφασίσει, για λόγους κόστους, πληρότητας ή έλλειψης προσωπικού, ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος πρέπει να οδηγηθεί σε ένα πρόγραμμα υποκατάστασης, ο χρήστης δεν έχει εναλλακτική. Η ελεύθερη επιλογή καταργείται. Το κράτος αποφασίζει τι είναι «καλό» για σένα, επιβάλλοντας ένα οριζόντιο, ισοπεδωτικό μοντέλο. Η θεραπευτική σχέση, που παραδοσιακά χτιζόταν πάνω στην εμπιστοσύνη και την εθελούσια προσέλευση, αντικαθίσταται από μια διοικητική εντολή.
Γιατί αντιδρά σύσσωμη η θεραπευτική κοινότητα
Τα επιχειρήματα κατά του ΕΟΠΑΕ δεν είναι απλώς θεωρητικά, αλλά βαθύτατα πολιτικά, κοινωνικά και θεραπευτικά.
Όταν ενώνεις το 18 ΑΝΩ με τον ΟΚΑΝΑ κάτω από μια κοινή διοίκηση που ελέγχεται από ψυχιάτρους, η ζυγαριά είναι μαθηματικά βέβαιο πού θα γείρει.
Οι επικριτές του νόμου προειδοποιούσαν, και πλέον το βλέπουν να συμβαίνει, ότι ο ΕΟΠΑΕ προκρίνει τη «φθηνή» και «γρήγορη» λύση, δηλαδή τη φαρμακευτική υποκατάσταση. Είναι πολύ πιο εύκολο και φθηνό για το κράτος να μοιράζει υποκατάστατα σε χιλιάδες χρήστες, κρατώντας τους «ναρκωμένους» αλλά κοινωνικά ήσυχους, παρά να χρηματοδοτεί τις ακριβές, χρονοβόρες και απαιτητικές Θεραπευτικές Κοινότητες που στοχεύουν στην πλήρη ελευθερία του ατόμου.
Μια θεραπευτική κοινότητα είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Με τη δομή του ΕΟΠΑΕ, τα πάντα περνούν μέσα από ένα κεντρικό, δυσκίνητο Διοικητικό Συμβούλιο. Οι εγκρίσεις για προσωπικό, για αναλώσιμα, για μετακινήσεις, ακόμα και για το μενού των κοινοτήτων, πρέπει να περάσουν από τα γρανάζια της κρατικής γραφειοκρατίας. Η αυτονομία των προγραμμάτων, που ήταν το μυστικό της επιτυχίας τους, αντικαταστάθηκε από την ακαμψία του δημόσιου μάνατζμεντ.
Ο Νόμος 5129/2024 δεν ίδρυσε μόνο τον ΕΟΠΑΕ, αλλά ενέταξε την απεξάρτηση μέσα στο ευρύτερο δίκτυο Ψυχικής Υγείας. Αυτό αποτελεί ιδεολογικό σοκ για το 18 ΑΝΩ και το ΚΕΘΕΑ. Για δεκαετίες, οι φορείς αυτοί πάλεψαν να αποδείξουν ότι ο τοξικοεξαρτημένοι δεν είναι «τρελοί» ή «άρρωστοι» που χρειάζονται εγκλεισμό και ψυχοφάρμακα. Είναι άνθρωποι με κοινωνικό και συναισθηματικό έλλειμμα.
Επιστρέφοντας τον χρήστη κάτω από την ομπρέλα της ψυχιατρικής, ο νόμος του αφαιρεί το δικαίωμα της προσωπικής ευθύνης. Τον μετατρέπει ξανά σε έναν παθητικό λήπτη θεραπείας, έναν «ψυχικά ασθενή» με τη βούλα του κράτους.
Τέλος, τα κέντρα πρόληψης λειτουργούσαν επειδή ανήκαν στην τοπική κοινωνία. Ο κοινωνικός λειτουργός ήξερε το σχολείο της γειτονιάς, τον δήμαρχο, τα προβλήματα της συγκεκριμένης επαρχιακής πόλης. Μετατρέποντας αυτά τα κέντρα σε απλά, απρόσωπα παραρτήματα του ΕΟΠΑΕ, η πρόληψη έχασε την οργανική της σχέση με την κοινότητα. Έγινε μια διεκπεραιωτική υπηρεσία που εφαρμόζει οριζόντιες οδηγίες από ένα γραφείο στην πρωτεύουσα.
Η ισοπέδωση των συλλογικών συμβάσεων και η ομηρία των εργαζομένων
Αν η κατάργηση των δικαιωμάτων των χρηστών είναι η μία όψη του νομίσματος, η άλλη όψη είναι η πρωτοφανής επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα των ανθρώπων της πρώτης γραμμής. Οι θεραπευτές, οι ψυχολόγοι, οι κοινωνικοί λειτουργοί και το διοικητικό προσωπικό που κράτησαν όρθιο το σύστημα όλα αυτά τα χρόνια, βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι με μια ζοφερή πραγματικότητα.
Η σύγκριση της εργασιακής καθημερινότητας πριν και μετά τη δημιουργία του νέου φορέα αποκαλύπτει μια βίαιη οπισθοδρόμηση. Στην εποχή προ ΕΟΠΑΕ, οι εργαζόμενοι προστατεύονταν από αυτοτελείς συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ), οι οποίες είχαν κερδηθεί με σκληρούς αγώνες και ήταν απόλυτα προσαρμοσμένες στις ιδιαίτερες, εξαντλητικές συνθήκες κάθε φορέα (όπως οι 24ωρες βάρδιες στις κλειστές κοινότητες του ΚΕΘΕΑ ή οι εξορμήσεις στον δρόμο). Υπήρχε εργασιακή σταθερότητα και εξειδίκευση, ενώ τα σωματεία είχαν λόγο στις αποφάσεις.
Με την έλευση του ΕΟΠΑΕ, το τοπίο αυτό ισοπεδώνεται πλήρως. Οι υφιστάμενες συλλογικές συμβάσεις καταργούνται μονομερώς, πετώντας τους εργαζόμενους σε ένα καθεστώς απόλυτης εργασιακής ανασφάλειας. Το πιο εφιαλτικό σημείο της νέας πραγματικότητας είναι η καθιέρωση των λεγόμενων «λειτουργικών μετακινήσεων». Πλέον, η διοίκηση έχει το δικαίωμα να μετακινεί αυθαίρετα το προσωπικό από τη μια δομή στην άλλη. Ένας θεραπευτής με πολυετή εξειδίκευση στα στεγνά προγράμματα μπορεί να βρεθεί ξαφνικά να εκτελεί χρέη υπαλλήλου σε δομή χορήγησης υποκατάστατων ή σε ψυχιατρικό τμήμα, καταστρέφοντας την επιστημονική του συγκρότηση και τη θεραπευτική σχέση που έχει χτίσει με τους ωφελούμενους.
Οι συμβάσεις αυτές που χάθηκαν δεν αφορούσαν μόνο τους μισθούς, αλλά ρύθμιζαν κρίσιμες ασφαλιστικές δικλείδες, όπως την αποζημίωση για το streetwork και τη συστηματική εποπτεία των ίδιων των θεραπευτών για την αποφυγή της επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout). Χωρίς αυτές, οι εργαζόμενοι μετατρέπονται σε αναλώσιμα γρανάζια. Η υποστελέχωση, η καθήλωση των μισθών και το καθεστώς του φόβου, καθώς το διορισμένο Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να κινήσει πειθαρχικές διαδικασίες ή μεταθέσεις σε όποιον αντιδρά, οδηγούν ήδη έμπειρους επιστήμονες στην παραίτηση, αφήνοντας τις δομές γυμνές.
Το πλήγμα στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας
Κάθε ένας από τους παλιούς οργανισμούς είχε κατακτήσει, μέσα από πολυετείς αγώνες, συγκεκριμένες συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Οι συμβάσεις αυτές δεν αφορούσαν μόνο τους μισθούς, αλλά ρύθμιζαν τις ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας, τις οδοιπορικές αποζημιώσεις για τις εξορμήσεις στους δρόμους (streetwork), τις βάρδιες στις 24ωρες κλειστές κοινότητες, την εποπτεία των ίδιων των θεραπευτών για την αποφυγή της επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout).
Με τη γέννηση του ΕΟΠΑΕ, οι συμβάσεις αυτές πετάχτηκαν στο καλάθι των αχρήστων. Οι εργαζόμενοι μεταφέρθηκαν στον νέο φορέα χωρίς ένα ξεκάθαρο, συμφωνημένο εργασιακό πλαίσιο, με τη διοίκηση να επιβάλλει μονομερώς όρους που υποβαθμίζουν την αξιοπρέπειά τους και μειώνουν τις αποδοχές τους.
Τι κρύβεται πίσω από τη βιτρίνα της «Μεταρρύθμισης»;
Αν κανείς ξύσει την επιφάνεια των κυβερνητικών διακηρύξεων, θα βρει δύο βασικές παραμέτρους που εξηγούν τη βιασύνη για την ίδρυση του ΕΟΠΑΕ: το χρήμα και τον έλεγχο.
Η χρηματοδότηση για την ψυχική υγεία και τις εξαρτήσεις πλέον περνά μέσα από συγκεκριμένα χρηματοδοτικά εργαλεία (όπως το Ταμείο Ανάκαμψης). Για την ΕΕ, είναι πολύ πιο εύκολο να υπογράφει συμβάσεις με έναν νομικό φορέα (τον ΕΟΠΑΕ) παρά με δέκα διαφορετικούς οργανισμούς. Το κράτος, δηλαδή, προτίμησε τη λογιστική διευκόλυνση από τη θεραπευτική αποτελεσματικότητα.
Από την άλλη, το 18 ΑΝΩ είχε μια ριζοσπαστική, κινηματική λογική. Το ΚΕΘΕΑ είχε διαχρονικά μια ενοχλητική για τις εκάστοτε κυβερνήσεις αυτοδιοίκηση. Συγχωνεύοντάς τα στον ΕΟΠΑΕ, η κυβέρνηση διόρισε μια δική της, ελεγχόμενη διοίκηση. Κανένας θεραπευτής και κανένας διευθυντής προγράμματος δεν μπορεί πλέον να υψώσει ανάστημα, καθώς ο εργασιακός πέλεκυς είναι έτοιμος να πέσει.
Το διακύβευμα της επόμενης μέρας
Ο ΕΟΠΑΕ είναι πλέον μια πραγματικότητα. Οι ταμπέλες έξω από τα κτίρια άλλαξαν, τα ΑΦΜ συγχωνεύτηκαν, οι προϋπολογισμοί ενοποιήθηκαν. Όμως, η οργή στους διαδρόμους των κοινοτήτων και στα σωματεία των εργαζομένων δεν έχει κοπάσει.
Οι εργαζόμενοι, παρά την εργασιακή τους εξόντωση και την κατάργηση των συμβάσεών τους, προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή την ψυχή των προγραμμάτων. Συνεχίζουν να δίνουν έμφαση στην ομάδα, στην τέχνη, στην προσωπική επαφή, αρνούμενοι να μετατραπούν σε απλούς, φοβισμένους υπαλλήλους που συμπληρώνουν στατιστικά στοιχεία.
Το ερώτημα που τίθεται για το μέλλον της κοινωνίας μας είναι αμείλικτο. Όταν ένας άνθρωπος ζητάει βοήθεια, τι κράτος θέλουμε να τον υποδεχτεί; Ένα κράτος-φαρμακείο, που θα του στερήσει το δικαίωμα της επιλογής και θα του δώσει ένα επίσημο κρατικό υποκατάστατο, ή ένα δίκτυο ζωντανών Θεραπευτικών Κοινοτήτων, στελεχωμένο από εργαζόμενους με δικαιώματα και αξιοπρέπεια, που θα τον κοιτάξει στα μάτια και θα του μάθει πώς να ζει ελεύθερος;
Ο ΕΟΠΑΕ επέλεξε το πρώτο. Η μάχη για το δεύτερο συνεχίζεται στους δρόμους, στα σωματεία και στις καρδιές των ανθρώπων της πρώτης γραμμής.
Πηγή: TheUntold






