Ο Τζακ Λόντον, που αυτοβιογραφείται στο βιβλίο «Τι σημαίνει για μένα η ζωή. Πως έγινα σοσιαλιστής», των εκδόσεων «Ποταμός», γεννήθηκε στο Σαν Φρανσίσκο το 1876, εγκατέλειψε το σχολείο στα 14 και δούλεψε από εφημεριδοπώλης μέχρι χρυσοθήρας. Έκανε μικροκομπίνες – διαβάζουμε στον πρόλογο της Κατερίνας Σχινά, που μετέφρασε το κείμενο εξαιρετικά – αλήτεψε, μπήκε φυλακή και αναδύθηκε από το περιθώριο σαν ύστερος ρομαντικός.«Γνώρισε από πρώτο χέρι τη φτώχεια και την εξαθλίωση και διάβαζε βουλιμικά, για να ξεδιαλύνει αισθήματα, να αυτοπροσδιοριστεί και να βρει τη θέση του στον μεγάλο κόσμο».Από νωρίς – όπως γράφει ο ίδιος – ένιωσε πάνω από το κεφάλι του να πυργώνεται το κολοσσιαίο οικοδόμημα της κοινωνίας και θεωρούσε ότι η μόνη διέξοδός του ήταν το σκαρφάλωμα προς τα πάνω.
«Σ’ αυτό το οικοδόμημα αποφάσισα νωρίς να αναρριχηθώ».Έγινα αλήτης – γράφει κάπου – ζητιανεύοντας για το ψωμί μου από πόρτα σε πόρτα. Περιπλανήθηκα στις Ηνωμένες Πολιτείες και έχυσα μαύρο δάκρυ σε παραγκουπόλεις και φυλακές.«Ήμουν παιδί της εργατικής τάξης και τώρα βρισκόμουν, σε ηλικία 18 ετών, πολύ πιο χαμηλά από το σημείο απ’ όπου είχα ξεκινήσει. Είχα κατρακυλήσει στο κατώγι της κοινωνίας, στα υπόγεια βάθη της μιζέριας, για την οποία δεν είναι ούτε ωραίο, ούτε σωστό να μιλάει κανείς. Βρισκόμουν στον πάτο, στην άβυσσο, στον ανθρώπινο βόθρο, στα έγκατα, στο οστεοφυλάκιο του πολιτισμού μας. Στο κομμάτι του κοινωνικού οικοδομήματος που η κοινωνία επιλέγει να αγνοεί».
Και όταν πλέον ο Τζακ Λόντον συνειδητοποιεί ότι «όλα τα πράγματα ήταν εμπορεύσιμα και όλοι οι άνθρωποι πουλούσαν και αγόραζαν», αποφάσισε να μην πουλάει πια τα γερά χέρια του και να γίνει «μικροπωλητής μυαλού». Και τότε άρχισε το «φρενιασμένο κυνηγητό της γνώσης». Επέστρεψε στην Καλιφόρνια και άνοιξε τα βιβλία. Εντάχθηκε στις ομάδες των επαναστατών, εργατών και διανοουμένων και, για πρώτη φορά, μυήθηκε στην πνευματική ζωή.«Εδώ βρήκα θερμή πίστη στον άνθρωπο, φλογερό ιδεαλισμό, γλυκύτητα, έλλειψη εγωισμού, αυταπάρνηση και αυτοθυσία – όλα τα μεγαλειώδη χαρακτηριστικά του πνεύματος».Ο Τζακ Λόντον γυρίζει την πλάτη του στις ωραία ντυμένες όμορφες γυναίκες που μωρολογούσαν «για ευαίσθητα ιδανικούλια και αξιολάτρευτες ηθικές αρχούλες», στους κάτοχους υψηλών θέσεων που «όταν δεν τους ζωντάνευε η σαπίλα, όταν δεν τους κινητοποιούσε η βρωμιά, ήταν απλώς άταφοι νεκροί, άμεμπτοι και ευγενείς σαν καλά συντηρημένες μούμιες». Ανακαλύπτει ότι δεν του αρέσει να ζει στο «σαλόνι της κοινωνίας». Αηδιάζει ηθικά και πνευματικά. Έτσι, ξαναγυρίζει στην εργατική τάξη, εκεί όπου ανήκε. Δεν τον ενδιέφερε πια να αναρριχηθεί.«Αισθάνομαι βαθιά ικανοποίηση όταν μοχθώ εκεί κάτω με το λοστό στο χέρι πλάι σε διανοούμενους, ιδεαλιστές και ταξικά συνειδητοποιημένους εργάτες, ρίχνοντας πότε πότε μια βαριά σφυριά και κάνοντας όλο το οικοδόμημα να κλυδωνίζεται.
Κάποια μέρα θα έχουμε περισσότερα χέρια και πιο πολλούς λοστούς […] Τότε θα καθαρίσουμε το κατώγι και θα χτίσουμε μία νέα κατοικία για το ανθρώπινο γένος, όπου δεν θα υπάρχει σαλόνι, όπου όλα τα δωμάτια θα είναι φωτεινά και ευάερα και όπου ο αέρας που θα αναπνέουμε θα είναι καθαρός, ευγενικός και ζωντανός».Κλείνω, με τα λόγια κάποιου Γάλλου, όπως ακριβώς κλείνει το κείμενό του, το Νοέμβρη του 1906, ο θαρραλέος ανθρωπιστής Τζακ Λόντον :«Η σκάλα του χρόνου αντηχεί από τα ξυλοπάπουτσα που ανεβαίνουν και από τις γυαλισμένες μπότες που κατεβαίνουν».Του όποιου χρόνου. Είτε είναι σήμερα, είτε αύριο.
Πηγη:http://ellispoint.gr






