Αναρίθμητοι άνθρωποι που καταδιώχτηκαν έχουν λόγους να ευχαριστούν τον Βρετανό δικηγόρο Πίτερ Μπένενσον, ιδρυτή της Διεθνούς Αμνηστίας. Η δική του έμπνευση, στη δεκαετία του 1960, ήταν αυτή που οδήγησε στη δημιουργία ενός παγκόσμιου κινήματος πολιτών για την αποκάλυψη και την αντιμετώπιση της κρατικής αδικίας.
Η κλίση του για αμφιλεγόμενες ενέργειες εμφανίστηκε από νωρίς, όταν η διαμαρτυρία του προς τον διευθυντή του σχολείου λόγω της κακής ποιότητας της σχολικής διατροφής είχε ως αποτέλεσμα να σταλεί στη μητέρα του επιστολή που την προειδοποιούσε για τις «επαναστατικές ροπές» του γιου της. Σε ηλικία 16 ετών, εγκαινίασε την πρώτη του εκστρατεία. Στόχος ήταν να εξασφαλίσει την υποστήριξη του σχολείου προς την Ισπανική Επιτροπή Αρωγής, η οποία βοηθούσε ορφανά του Ισπανικού Εμφυλίου. Ο ίδιος «υιοθέτησε» ένα από αυτά τα μωρά, συμβάλλοντας στην κάλυψη των εξόδων συντήρησής του.
Στη συνέχεια έστρεψε την προσοχή του στα βάσανα των Εβραίων που προσπαθούσαν να διαφύγουν από τη Χιτλερική Γερμανία. Παρά τις κάποιες αντιδράσεις, κατάφερε τους φίλους του στο σχολείο και τις οικογένειές τους να συγκεντρώσουν 4.000 λίρες για να φέρουν στη Βρετανία δύο νεαρούς Γερμανοεβραίους, κάτι που πιθανότατα τους έσωσε τη ζωή.
Σπούδασε για έναν χρόνο για πτυχίο ιστορίας στο Κολέγιο Μπάλιολ του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, που αργότερα τον αναγόρευσε σε Επίτιμο Εταίρο, σε αναγνώριση της ίδρυσης της Διεθνούς Αμνηστίας. Ο Μπένενσον κατατάχτηκε στον βρετανικό στρατό, όπου εργάστηκε στο γραφείο τύπου του Υπουργείου Πληροφόρησης. Στη συνέχεια εντάχθηκε στο Μπλέτσλεϊ, διάσημο κέντρο αποκρυπτογράφησης. Εγκατέλειψε τις ένοπλες δυνάμεις για να μπει στη μαχόμενη δικηγορία, δίνοντας τις εισαγωγικές εξετάσεις για τον δικηγορικό σύλλογο μετά το τέλος του πολέμου. Εντάχθηκε επίσης στο Κόμμα των Εργατικών και αναδείχθηκε ηγετικό μέλος του Συλλόγου Εργατικών Δικηγόρων.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, το Συνέδριο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων τον έστειλε στην Ισπανία ως παρατηρητή σε δίκες συνδικαλιστών. Ο Μπένενσον έφριξε με τα όσα είδε και συνέταξε κατάλογο καταγγελιών, με τον οποίο έφερε αντιμέτωπο τον πρόεδρο του δικαστηρίου. Οι δίκες κατέληξαν σε αθώωση, γεγονός σπάνιο στη φασιστική Ισπανία.
Μέσα από τέτοιες ενέργειες άρχισε να αποκτά διεθνή φήμη. Στην Κύπρο βοηθούσε και συμβούλευε Ελληνοκύπριους δικηγόρους, που οι πελάτες τους είχαν επισύρει τη μήνη των βρετανικών αρχών του νησιού. Έπεισε Εργατικούς, Φιλελεύθερους και Συντηρητικούς δικηγόρους να στείλουν παρατηρητές στην Ουγγαρία στην εξέγερση του 1956 και στις μετέπειτα δίκες, καθώς και στη Νότια Αφρική όπου επρόκειτο να πραγματοποιηθεί μεγάλη «δίκη προδοσίας». Η σχετική επιτυχία αυτών των ενεργειών οδήγησε στον σχηματισμό της οργάνωσης «Δικαιοσύνη», οργάνωσης νομικής και ανθρωπίνων δικαιωμάτων με έδρα τη Βρετανία.
Αυτή η συνεχής δραστηριότητα ήταν που προετοίμασε την κύρια προσπάθειά του, την ίδρυση της Διεθνούς Αμνηστίας το 1961. Ο Μπένενσον αγανάκτησε όταν διάβασε την είδηση της σύλληψης και φυλάκισης δύο φοιτητών σε ένα καφενείο της Πορτογαλίας, επειδή είχαν υψώσει τα ποτήρια τους κάνοντας πρόποση στην ελευθερία.
Με τη δημοσίευση στην εφημερίδα The Observer πρωτοσέλιδης έκκλησης, με τίτλο «Οι Ξεχασμένοι Κρατούμενοι», γεννήθηκε η Διεθνής Αμνηστία. Ο όρος «κρατούμενος συνείδησης» σύντομα έγινε κοινόχρηστος, ενώ το σύμβολο του κινήματος, ένα κερί κλεισμένο σε αγκαθωτό συρματόπλεγμα, έγινε παγκόσμιο σύμβολο ελπίδας και ελευθερίας.
Τα πρώτα χρόνια, ο κ. Μπένενσον εργάστηκε ακούραστα για το νέο, ανερχόμενο κίνημα, προσφέροντας μεγάλο μέρος των ζωτικών οικονομικών πόρων, πραγματοποιώντας ερευνητικές αποστολές σε διάφορες χώρες και συμμετέχοντας σε όλες τις πτυχές της οργάνωσης.
«Εκείνη την εποχή ακόμα δοκιμάζαμε τα νερά και μαθαίναμε βήμα το βήμα», αναθυμόταν αργότερα ο κ. Μπένενσον.«Δοκιμάσαμε κάθε τεχνική δημοσιότητας και ήμαστε πολύ ευγνώμονες για την εκτεταμένη βοήθεια δημοσιογράφων και τηλεοπτικών συνεργείων σε ολόκληρο τον κόσμο που, όχι μόνο μας έστελναν πληροφορίες για τα ονόματα κρατουμένων, αλλά και όποτε μπορούσαν δημοσίευαν ειδήσεις για τους κρατουμένους. Πιστεύω ότι ήταν η προσπάθεια δημοσιότητας της Αμνηστίας που έκανε το όνομά της τόσο ευρύτατα γνωστό, όχι μόνο στους αναγνώστες ανά τον κόσμο, αλλά και στις κυβερνήσεις – και αυτό είναι που μετράει».
Ο Πίτερ Μπένενσον ποτέ δεν σταμάτησε να αγωνίζεται για έναν καλύτερο κόσμο. Ίδρυσε έναν σύλλογο για πάσχοντες από κοιλιακές ασθένειες – μια πάθηση που ταλαιπωρούσε και τον ίδιο. Στη δεκαετία του 1980 έγινε πρόεδρος του νεοϊδρυθέντος Συλλόγου Χριστιανών Κατά των Βασανιστηρίων, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οργάνωσε την αποστολή βοήθειας για τα ορφανά στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου.
Το πάθος του ποτέ δεν αργούσε να βγει στην επιφάνεια. Σε μια τελετή έξω από την εκκλησία του Αγίου Μαρτίνου των Αγρών στο Λονδίνο, για την 25η επέτειο της Διεθνούς Αμνηστίας, άναψε ένα συμβολικό κερί κοντά στον τόπο όπου είχε για πρώτη φορά την ιδέα μιας διεθνούς εκστρατείας υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, λέγοντας τα λόγια που έκτοτε κοσμούν αφίσες, μπλουζάκια και ευχετήριες κάρτες σε δεκάδες γλώσσες σε ολόκληρο τον κόσμο:
«Το κερί δεν καίει για μας, αλλά για όλους εκείνους που δεν καταφέραμε να σώσουμε από τη φυλακή, που τους εκτέλεσαν στον δρόμο προς τη φυλακή, που τους βασάνισαν, που τους απήγαγαν, που ‘εξαφανίστηκαν’. Αυτό σημαίνει το κερί».
πηγή:amnestyusa.org







