Καρλ Σάντμπεργκ (Carl Sandburg, Γκέιλσμπεργκ, Ιλινόις, 1878 – Φλατ Ροκ, Βόρεια Καρολίνα, 1967)

Καρλ Σάντμπεργκ (Carl Sandburg, Γκέιλσμπεργκ, Ιλινόις, 1878 – Φλατ Ροκ, Βόρεια Καρολίνα, 1967)

Screenshot_14O Καρλ Σάντμπεργκ (Carl Sandburg, Γκέιλσμπεργκ, Ιλινόις, 1878 – Φλατ Ροκ, Βόρεια Καρολίνα, 1967) ήταν Αμερικανός ποιητής, ιστορικός και μυθιστοριογράφος. Καταγόταν από οικογένεια φτωχών Σουηδών μεταναστών, που ήρθαν στο Νέο Κόσμο για καλύτερη τύχη.Η ζωή τουΟ Σάντμπεργκ έλαβε μικρή σχολική μόρφωση κι έκανε πολλές σκληρές δουλειές στα παιδικά του χρόνια – γαλατάς, θυρωρός κουρείου, κτίστης, χαμάλης θεατρικών σκηνικών, εργάτης πλινθοποιίας και τορναδόρος κεραμευτικής – που τον έφεραν σε επαφή με τους ανθρώπους, τις σκηνές και τα περιβάλλοντα που θα περιγράψει αργότερα στα έργα του.

Σε ηλικία 17 ετών πήγε στο Κάνσας, όπου δούλεψε ως θεριστής σταριού και λαντζέρης, πριν ξαναγυρίσει στο Γκέιλσμπεργκ και γίνει μαθητευόμενος σ’ ένα εργαστήριο ζωγραφικής. Το 1898 πήρε μέρος στον Ισπανοαμερικανικό πόλεμο.

Αργότερα πείσθηκε να συμπληρώσει την πενιχρή μόρφωσή του και να παρακολουθήσει το Πανεπιστημιακό Κολέγιο Λάμπαρντ (1898 – 1902), όπου διδάχτηκε λατινικά, αγγλική φιλολογία, απαγγελία, δράμα και ρητορική. Την τελευταία όμως χρονιά εγκαταλείπει τις σπουδές του και ταξιδεύει στο Νιού Τζέρσεϊ, τη Νέα Υόρκη και το Ντελάουερ. Το 1913 εγκαταστάθηκε στο Σικάγο, όπου συνεργάστηκε με την εφημερίδα «Chicago Daily News».

Στην αυτοβιογραφία του με τον τίτλο «Πάντα οι Νεαροί Ξένοι (Always the Young Strangers), που έγραψε το 1953, περιγράφει τις εμπειρίες των νεανικών του χρόνων μέχρι και τη θητεία του στον Ισπανοαμερικανικό πόλεμο (1898) και τις κατοπινές σπουδές του στο Κολέγιο Λάμπαρντ.
Η ποίηση του Σάντμπεργκ

Ο Σάντμπεργκ περιγράφει με εύγλωττη ποίηση και τρόπο ρεαλιστικό τη δύσκολη και πολλές φορές απάνθρωπη προσαρμογή των μεταναστών σε μια βιομηχανική κοινωνία. Μίλησε με βροντερή και ξεκάθαρη φωνή για τις αμέτρητες φάμπρικες και τα σφαγεία, τους σιταγρούς και τα λιβάδια, τις ασφυκτικές πόλεις, την αποπνικτική ατμόσφαιρα και τους μαύρους ουρανούς στις φτωχογειτονιές που ζούσαν οι νεοφερμένοι μετανάστες. Τα περισσότερα έργα του τα διατρέχει ένας σπόρος δυνατός της αμερικανικής κοινωνικής ιστορίας. Είναι η ιστορία της Αμερικής που αλλάζει, του Σικάγου που γίνεται το μεγάλο σύμβολο της αστυφιλίας, των εργατών και νέων μεταναστών που πολεμούν για ψωμί και αξιοπρέπεια.

Το 1904 γράφει το πρώτο βιβλίο του με τον τίτλο «Σε αδιάφορη έκσταση». Η φήμη του όμως αδιάκοπα και σταθερά ανεβαίνει με τις ποιητικές συλλογές «Ποιήματα του Σικάγου» (Chicago Poems, 1916), «Ξεφλουδιστές καλαμποκιού» (Cornhuskers, 1918), «Καπνός και Ατσάλι» (Smoke and Steel, 1920), «Πλάκες της ηλιοκαμμένης Δύσης» (Slabs of the Sunburnt West, 1922), «Διαλεγμένα ποιήματα» (Selected Poems, 1926), «Καλημέρα, Αμερική» (Good Morning, America, 1928), «Ο Λαός, Ναι» (The People, Yes, 1936), «Τα Πλήρη Ποιήματα» (The Complete Poems, 1950).

Η ποίηση του Σάντμπεργκ ήταν επηρεασμένη από το μεγάλο Αμερικανό ποιητή Γουόλτ Ουίτμαν (Walt Whitman) και όλο το έργο του διαπνεόταν από βαθιά πίστη στα δημοκρατικά ιδεώδη.

Στα χρόνια που ακολούθησαν τη δημοσίευση της συλλογής «Τα Ποιήματα του Σικάγου» (1916), ο Σάντμπεργκ συνήθιζε να λέει δημόσια: «Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στο Δάντη, το Μίλτον και μένα. Αυτοί έγραψαν για την Κόλαση χωρίς ποτέ να δουν το μέρος. Εγώ έγραψα για το Σικάγο κοιτάζοντας την πόλη για χρόνια και χρόνια». Το ποίημά του «Σικάγο» είναι η επικύρωση και η κατηγόρια της Αμερικής. Το πρόσωπο της Αμερικής είναι η πόλη μ’ ένα πρόσωπο ελεεινό, ζαρωμένο, κτηνώδες και αμαρτωλό, μα συγχρόνως κι ένα πρόσωπο περήφανο, τραχύ, δυνατό και πανούργο.

Η ποιητική συλλογή του «Ο Λαός, Ναι» δημοσιεύτηκε το 1936, στα μέσα της Μεγάλης Κρίσης. Αποτελείται από 107 ποιήματα κι είναι ιστορία ειπωμένη με ποιητική ακρίβεια, μονόλογος και δραματικό περιστατικό, ακριβώς στο είδος του βιβλίου που ο ‘Εζρα Πάουντ προσπάθησε να φτιάξει στα «Κάντος» του. Είπαν γι αυτό το έργο του, πως ο Σάντμπεργκ έφτιαξε την ποίηση σαν άγαλμα του Ροντέν.

Στο ποίημά του «Πάντα ο όχλος» κλείνει την έννοια της αιωνιότητας στην καθημερινότητα του κοινωνικού συνόλου, κάνει το λαό πηγή κάθε αναγέννησης ή καταστροφής, προβάλλει το κάθε άτομο ως αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της αιωνιότητας – «ο όχλος σκοτώνει ή οικοδομεί…ο όχλος είναι ο Αττίλας ή ο Τσένγκις Χαν… ο όχλος είναι ο Ναπολέων ή ο Λίνκολν». Και ο ίδιος ο Σάντμπεργκ γνώριζε πως ήταν ένα άτομο κι ένα μέρος του όχλου.

ΤΟ «ΣΙΚΑΓΟ» ΤΟΥ ΣΑΝΤΜΠΕΡΓΚ

Χασάπη τού Κόσμου,
Εργαλειομάστορα και σιτοκουβαλητή!
Παίχτη των Τραίνων και των Φορτίων του ‘Εθνους Χειριστή,
Σικάγο, ορμητικό, γεροδεμένο και βουερό,
Πόλη με τους φαρδειούς ώμους:

Μού λένε πώς είσαι πόλη αμαρτωλή και τους πιστεύω γιατι έχω δει
τις γυναίκες σου βαμμένες, χωριατόπουλα να πλανεύουν στα φανάρια του δρόμου κάτω ‘κει.
Μου λένε πώς είσαι διεφθαρμένο και απαντώ: Ναι, άλήθεια είναι,
γιατι τον πιστολά να σκοτώνει είδα κι ελεύθερο να τον αφήνουν πάλι να σκοτώσει.
Μου λέν πως είσαι βάναυσο και να η απάντησή μου: Στων γυναικών τα πρόσωπα
και των παιδιών τα μάτια πείνας αβάσταχτης σημάδια είδα.
Αυτά καθώς τους λέω πάλι γυρνώ, σ’όσους την πόλη μου καταφρονούν,
και πάνω τους γυρνά αυτή η καταφρόνια, για να τους πω:
Βρείτε μου μια πόλη άλλη με ψηλά το κεφάλι να τραγουδά περήφανη
που να ‘ναι τόσο ζωντανή και δυνατή, τραχειά και πολυμήχανη.
‘Οπου καθηλώνουν οι βρισιές και ποταμός ο ίδρωτας κυλάει, ορθώνεται στον κάμπο
τρισθεώρατη και άλλα μικρά και μαλακά άστεα κοιτάει.
‘Αγρια σαν το σκυλί με κρεμασμένη γλώσσα, για δράση διψασμένη, σαν άγριο ζώο πονηρή
στην αγριάδα ενάντια βρίσκεσαι στητή,
ξεσκούφωτη,
φτυαρίζεις,
γκρεμίζεις,
σχεδιάζεις,
χτίζεις, ρίχνεις και ξαναχτίζεις.
Μές τους καπνούς με σκόνη ολόγυρα απ’ το στόμα, με κάτασπρα τα δόντια σου γελάς.
Κάτω απ’το τρομερό της μοίρας βάρος, το ίδιο όπως ένας άντρας νέος έτσι και συ γελάς.
Σαν τον πολεμιστή που μάχη ποτέ δεν έχασε και τί τον περιμένει αγνοεί – έτσι και συ γελάς.
Κομπάζοντας, πως του χεριού του είναι ο σφυγμός
και μεσα στα παϊδια του ενός λαού η καρδιά χτυπά.
Γελάς!
Γελάς με γέλιο ορμητικό, γερά στημένο και βουερό, με γέλιο νιότης, γυμνόστηθο,
ιδρωμένο και περήφανο που είσαι συ ο Χασάπης, ο Εργαλειομάστορας και ο Σιτοκουβαλητής,
ο Παίχτης των Τραίνων και των Φορτίων του ‘Εθνους ο Χειριστής.

Πηγη:http://el.wikipedia.org/wiki/Καρλ_Σάντμπεργκ

180