Ο Φίλιππος ο Μακεδόνας είχε ονομάσει τη θυγατέρα του Θεσσαλονίκη για να γιορτάσει τη νίκη του εναντίον των Θεσσαλών. Ο Αλέξανδρος είχε ένα στρατηγό που τον έλεγαν Κάσσανδρο. Αυτός παντρεύτηκε τη Θεσσαλονίκη κι ανέβηκε στο θρόνο της Μακεδονίας αφού σκότωσε τη μητέρα του Αλέξανδρου – μετά το θάνατο του τελευταίου. Για να αποκατασταστήσει το κύρος του ως πολιτικού ηγέτη ίδρυσε μια σειρά από πόλεις μεταξύ των οποίων κι η πόλη στην οποία έδωσε το όνομα της γυναίκας του.Τη Θεσσαλονίκη τη γέννησε μια ελληνιστική δυναστεία, αλλά η πόλη ευδοκίμησε με τους Ρωμαίους, οι οποίοι συνειδητοποιώντας τη στρατηγική της θέση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, κατασκεύασαν την Εγνατία οδό, μια αρτηρία 700 χιλιομέτρων που συνέδεε την Ιταλία με τη Μ.Ασία. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι οι Έλληνες ακόμη και σήμερα αυτοαποκαλούνται Ρωμιοί. Όμως, κρυμμένη μέσα στη λέξη αυτή βρίσκεται η χριστιανική πίστη. Κι οι Οθωμανοι όταν μιλούσαν για την κοινότητα των Ρωμιών δεν εννοούσαν αναγκαστικά τους Έλληνες, αλλά τους Ορθόδοξους Χριστιανους. Εξάλλου, το πρόσωπο που κατέληξε να συμβολίζει το θρίαμβο του Χριστού στη Θεσσαλονίκη ήταν ένας Ρωμαίος αξιωματικός ονόματι Δημήτριος.
Αλλά η αλληλεπίδραση των λαών και των θρησκειών δεν σταματάει εδώ. Οι Σλάβοι, παρότι απέτυχαν να κατακτήσουν την πόλη, εγκαταστάθηκαν στις παρυφές της κι αποτέλεσαν το αγροτικό δυναμικό, το οποίο εισέδυε σιγά – σιγά στη Θεσσαλονίκη. Όμως, η πόλη δεν δέχτηκε απλώς τους Σλάβους αλλά τους μετέτρεψε, μέσω του Κύριλλου και του Μεθόδιου, σε μέλη του δικού της πολιτισμού. Τα επόμενα 600 χρόνια η πόλη έγινε κέντρο ανθρωπιστικών σπουδών και θεολογικών συζητησεων, μέχρι που μια νέα δύναμη ανέτειλε στις αρχες του 14ου αιώνα, η οθωμανική δυναστεία, στην οποία το 1354 ο Ιωάννης Ε’ Παλαιολογος δήλωσε υποταγή. Η οθωμανική ιδεολογία φρονούσε ότι οι θρησκείες της αυτοκρατορίας ήταν «σαν τα πέντε δάχτυλα του ίδιου χεριού» με αποτέλεσμα, όταν το 1387, οι οθωμανικές στρατιές πήγαν να καταλάβουν τη Θεσσαλονίκη, η πολη να παραδοθεί χωρίς να πολεμήσει. Όμως, το 1402 ο πρώην αφέντης της πόλης Μανουήλ Παλαιολόγος θέλησε να εκμεταλλευτεί μια πρόσκαιρη αδυναμία των Οθωμανών και να επιστρέψει την πόλη στους Βυζαντινούς, αλλά ο σουλτάνος Μουράτ Β’ δεν του το επέτρεψε.
Σχεδόν πέντε αιώνες αργότερα, όταν ο ελληνικός στρατός, μετά από πολεμική εκστρατεία και εισβολή στα εδάφη της τότε οθωμανικής αυτοκρατορίας, μπήκε (και) στη συγκεκριμένη πόλη οι ελληνόφωνοι ορθόδοξοι ήταν μόλις η τρίτη σε αριθμό πληθυσμιακή ομάδα με περίπου 25%[1] . Αντίθετα το 29% του πληθυσμού το αποτελούσαν μουσουλμάνοι και το μεγαλύτερο ποσοστό, το 38,9% το αποτελούσαν οι Σεφαραδίτες Εβραίοι, οι οποίοι είχαν κατακλύσει την πόλη μετά το 1492, όταν με διάταγμα ο Φερδινάνδος κι η Ισαβέλα τους απέλασε από την πατρίδα τους την Ισπανία κι οι οποίοι είχαν καταλήξει να νιώθουν «την εξορία σαν το σπίτι τους» όπως είχε πει κι ένας ιστορικός. Ο σουλτάνος Βαγιαζίτ Β΄ το 1487 τους είχε δώσει άδεια να εγκατασταθούν, λαμβάνοντας από αυτούς χρήματα και παραχωρώντας τους προνόμια προκειμένου να επιδοθούν στην προσφιλή τους δραστηριότητα, το εμπόριο, με αποτέλεσμα σιγά – σιγά να γίνουν οι επιχειρηματικοί φορείς της αυτοκρατορίας.
Επομένως, ακόμη λοιπόν και με συμβατικά εθνοκρατικά κριτήρια, ο καταλληλότερος χαρακτηρισμός για αυτό που συνέβη το 1912 θα ήταν μάλλον «η κατάληψη της Θεσσαλονίκης από
τον ελληνικό στρατό»[2]. Φυσικά από κει και πέρα τα πράγματα άλλαξαν. Οι Έλληνες έκαναν σαφές ότι η πόλη ήταν υπό τον αποκλειστικό τους έλεγχο. Ο βασιλιάς Γεώργιος και η αυλή του μετακόμισαν εκεί από την Αθήνα. Όσοι αρνιόνταν να πάρουν την ελληνική υπηκοότητα απολύονταν: πολλοί Μουσουλμάνοι, επιλέγοντας να παραμείνουν Οθωμανοί υπήκοοι, παραιτήθηκαν. Οι περισσότεροι Εβραίοι εργάτες συμμορφώθηκαν. Σκάφη έφταναν καθημερινά από τον Πειραιά φέρνοντας μια νέα άρχουσα τάξη απο αστυνομικούς, χωροφύλακες, δικαστές και δικηγόρους[3].Από το 1912 ως το 1916 με το κύμα των Ελλήνων προσφύγων, των κρατικών υπαλλήλων, των πλανόδιων πωλητών, των επιχειρηματιών, αλλά και των στρατιωτών, ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης υπερδιπλασιάστηκε. Φραγμό στην ανάπτυξη της πόλης έβαλε η μεγάλη πυρκαγιά του 1917, η οποία κατέστρεψε ουσιαστικά όλη την οθωμανική πόλη καθώς και τον εβραϊκό της πυρήνα. Μεταξύ 1917 και 1923 πάνω από 30000 Μουσουλμάνοι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη. Την ίδια στιγμή, σχεδόν εκατό χιλιάδες Χριστιανοί πρόσφυγες έφτασαν από την ανατολική Θράκη, τη Μικρά Ασία και τη Μαύρη Θάλασσα, καθιστώντας και πάλι τους Έλληνες πλειονότητα στη Θεσσαλονίκη για πρώτη φορά μετά τα βυζαντινά χρόνια. Το 1913 οι Έλληνες αποτελούσαν μειονότητα μέσα στους 157000 κατοίκους της πόλης. Το 1928 ήταν το 75% του πληθυσμού της, που έφτανε τις 236000[4]. Τέλος, κατά τη διάρκεια της κατοχής, οι Ναζί έστειλαν στο Άουσβιτς περίπου 45000 Εβραίους, οι περισσότεροι από τους οποίους θανατώθηκαν λίγες μόνο ώρες από την άφιξη τους. Η Θεσσαλονίκη έχασε το 94% των Εβραίων κατοίκων της στο Ολοκαύτωμα. Μόνο 1.200 Εβραίοι ζουν εκεί τώρα, μια απλή σκιά της άλλοτε «Μητέρας του Ισραήλ»…
τον ελληνικό στρατό»[2]. Φυσικά από κει και πέρα τα πράγματα άλλαξαν. Οι Έλληνες έκαναν σαφές ότι η πόλη ήταν υπό τον αποκλειστικό τους έλεγχο. Ο βασιλιάς Γεώργιος και η αυλή του μετακόμισαν εκεί από την Αθήνα. Όσοι αρνιόνταν να πάρουν την ελληνική υπηκοότητα απολύονταν: πολλοί Μουσουλμάνοι, επιλέγοντας να παραμείνουν Οθωμανοί υπήκοοι, παραιτήθηκαν. Οι περισσότεροι Εβραίοι εργάτες συμμορφώθηκαν. Σκάφη έφταναν καθημερινά από τον Πειραιά φέρνοντας μια νέα άρχουσα τάξη απο αστυνομικούς, χωροφύλακες, δικαστές και δικηγόρους[3].Από το 1912 ως το 1916 με το κύμα των Ελλήνων προσφύγων, των κρατικών υπαλλήλων, των πλανόδιων πωλητών, των επιχειρηματιών, αλλά και των στρατιωτών, ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης υπερδιπλασιάστηκε. Φραγμό στην ανάπτυξη της πόλης έβαλε η μεγάλη πυρκαγιά του 1917, η οποία κατέστρεψε ουσιαστικά όλη την οθωμανική πόλη καθώς και τον εβραϊκό της πυρήνα. Μεταξύ 1917 και 1923 πάνω από 30000 Μουσουλμάνοι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη. Την ίδια στιγμή, σχεδόν εκατό χιλιάδες Χριστιανοί πρόσφυγες έφτασαν από την ανατολική Θράκη, τη Μικρά Ασία και τη Μαύρη Θάλασσα, καθιστώντας και πάλι τους Έλληνες πλειονότητα στη Θεσσαλονίκη για πρώτη φορά μετά τα βυζαντινά χρόνια. Το 1913 οι Έλληνες αποτελούσαν μειονότητα μέσα στους 157000 κατοίκους της πόλης. Το 1928 ήταν το 75% του πληθυσμού της, που έφτανε τις 236000[4]. Τέλος, κατά τη διάρκεια της κατοχής, οι Ναζί έστειλαν στο Άουσβιτς περίπου 45000 Εβραίους, οι περισσότεροι από τους οποίους θανατώθηκαν λίγες μόνο ώρες από την άφιξη τους. Η Θεσσαλονίκη έχασε το 94% των Εβραίων κατοίκων της στο Ολοκαύτωμα. Μόνο 1.200 Εβραίοι ζουν εκεί τώρα, μια απλή σκιά της άλλοτε «Μητέρας του Ισραήλ»…Η ιστορία των εθνικιστών είναι φτιαγμένη από πλαστές συνέχειες και βολικές αποσιωπήσεις. Ο Μπεναρόγια[5], ένας από τους πρωτοπόρους του εργατικού κινήματος στον ελλαδικό χώρο, στην εργατική εφημερίδα που εξέδιδε, είχε γράψει το 1911: «Η καθεμιά από αυτές τις ομάδες που σήμερα ονομάζουμε έθνη κρατιέται σε ικανή απόσταση από τις άλλες, σαν να φοβάται μην κολλήσει τίποτε. Είναι καλό αυτό ή όχι; Ποτέ δεν μπορεί να είναι καλό!»
της Έλενας Παπαγεωργίου
[1] «Κατά την πρώτη συστηματική απογραφή του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης που έγινε από τις ελληνικές αρχές στις 28 Απριλίου 1913, η (…) ελληνική κοινότητα βρισκόταν στην τρίτη θέση του συνόλου των 157889 κατοίκων, με 39965 άτομα (25,3%) έναντι 61439 Ισραηλιτών (38,9%), 45867 μουσουλμάνων(29%), 6263 Βουλγάρων(3,9%) και 4364 (2,7%) άλλων εθνικοτήτων» (http://users.auth.gr/~marrep/LESSONS/ERGASTIRI/TOPIKH_ISTORIA/site1999/%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%B8%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7.htm )
[2] http://antiethnikistiki.blogspot.gr/2011/12/1912.html
[3] Mark Mazower, «Θεσσαλονίκη, Πόλη των φαντασμάτων»,Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
[4]Α.Pallis, «Racial migrations in the Balkans during the years 1912 – 1924», Geographical Journal, 315 – 317 R.Darques, Salonique au XXe siecle (Παρίσι, 2000)
[5]Υπήρξε γραμματέας της Σοσιαλιστικής Εργατικής Ομοσπονδίας της πόλης, γνωστότερης ως Φεντερασιόν και πρωταγωνίστησε στη δημιουργία του Σοσιαλιστικού Εργατικου Κόμματος Ελλάδας (ΣΕΚΕ) και τηςΓενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας.
105






