Η Ημέρα της Μητέρας

Η Ημέρα της Μητέρας

Τον κοίταζα καθώς πλησίαζε να καθίσει στο τραπέζι μου, στην καφετέρια του διαστημικού σταθμού. Τα μαλλιά του ήταν φλογάτα, αλλά το πρόσωπό του ήταν ακόμη πιο κόκκινο. Ποτέ μου δεν είχα ξαναδεί τόση θλίψη αποτυπωμένη σε ανθρώπινα μάτια. Και δεν ήταν κάποιος καινούριος πόνος, αλλά κάτι παλιό και δυνατό, βαθιά θαμμένο μέσα του.

«Καλησπέρα», τον χαιρέτησα με χαμόγελο.

Ανασήκωσε το βλέμμα του, έβγαλε το κράνος του και έτριψε το ιδρωμένο πρόσωπό του κάνοντάς το να πάρει ένα ακόμη πιο κόκκινο χρώμα.

«Καλησπέρα» επανέλαβα, δίχως χαμόγελο τούτη τη φορά.

«Μπύρα!» γρύλισε στο μικροσκοπικό αφροδισιανό σερβιτόρο που τον πλησίασε. «Γήινη μπύρα. Αμερικάνικη μπίρα – κατάλαβες;» Ο σερβιτόρος κούνησε θυμωμένα τις κεραίες του κι έκανε χειρονομίες που σήμαιναν «χρησιμοποίησε τα Κοινά Σινιάλα Συνεννόησης εξυπνάκια».

Ο μελαγχολικός κοκκινομάλλης και κοκκινομούρης συμμορφώθηκε, ανασηκώνοντας καρτερικά τους ώμους του. Καθόταν εκεί σιωπηλός σαν τάφος, μέχρι που έφτασε η μπύρα του και ο σερβιτόρος απομακρύνθηκε. Ύστερα ρούφηξε θορυβώδικα μια γερή γουλιά και ρεύτηκε με ακόμη πιο ηχηρό τρόπο. «Μπάτσος;» ρώτησε λακωνικά, κοιτάζοντας με.

«Όχι».

«Με την κακοτυχία του με δέρνει, τι άλλο θα μπορούσες να ‘σαι; Σαν να μην έφτανε που ζω σε μόνιμη βάση με αυτές τις μεγαλόσωμες αράχνες, πρέπει και ο πρώτος γήινος που συναντώ εδώ και χρόνια να είναι ένας αναθεματισμένος μπάτσος». Ρουθούνισε αγανακτισμένα.

«Κάνετε λάθος», τον διαβεβαίωσα, και του πρόσφερα ένα τσιγάρο. Το πήρε, το περιεργάστηκε προσεκτικά και είδε ότι ήταν γήινο. Το άναψε αναστενάζοντας.

Άπλωσα το χέρι προς το μέρος του. «Όπως φαίνεται, μάλλον θα πρέπει να ανεχτούμε ο ένας τον άλλο για κάμποση ώρα ακόμη», παρατήρησα. «Το Τζίντζερ δεν πρόκειται να φτάσει σε λιγότερο από τρεις ώρες. Υποθέτω ότι πάτε για τη Γη, έτσι;»

«Πάψε να παίζεις θέατρο, παλικάρι μου! Ξέρεις πολύ καλά ποιος είμαι, και μόλις κρατιέσαι τώρα για να μη γελάσεις. Εντάξει, δεν με νοιάζει καθόλου, κατάλαβες; Δεν δίνω πεντάρα. Άντε, μην κρατιέσαι, γέλα όσο σου κάνει κέφι. Γέλα μέχρι σκασμού!»

«Συγγνώμη, αλλά εδώ και χρόνια δεν έχω καμία επαφή με τη Γη. Γιατί θα πρέπει να γελάσω μαζί σας;»

Ο κοκκινομάλλης με περιεργάστηκε με εκείνα τα διαπεραστικά, καχύποπτα μάτια του. Ύστερα βούλιαξε πίσω στο κάθισμά του. «Υπάρχουν λόγοι», είπε τελικά.

«Θα ήθελα να τους ακούσω, αν δεν σας πειράζει», πρότεινα, και τον κέρασα άλλη μια μπύρα.

«Δοξάζω μονάχα το Θεό που η αγαπημένη και γλυκιά μου μανούλα – αιωνία της η μνήμη – δεν έζησε για να δει τα ρεζιλίκια μου», μουρμούρισε ο συνομιλητής μου. «Αν ζούσε να τα δει, θα είχε πεθάνει».

«Μιλήστε μου να ξαλαφρώσετε», τον ενθάρρυνα.

«Ε, λοιπόν, μα την πίστη μου, θα σας πω!» δήλωσε τελικά ο κοκκινομάλλης, και άρχισε την αφήγησή του:

Λοιπόν, να το ξέρεις, ποτέ δεν θα ανακάλυπταν ότι είχα σκοτώσει εκείνο το λεχρίτη αν δεν με κυνηγούσε η γρουσούζα η ιρλανδέζικη τύχη μου. Δεν λέω, υπήρχαν, βέβαια, και τα αποτυπώματα που είχα αφήσει παντού σε όλο το σπίτι… Μετά, ήταν και το γεγονός ότι το θύμα είχε ανακοινώσει ότι σκόπευε να παντρευτεί τη μικρότερη αδερφή μου, την Αμαράνθα, πράγμα που με έκανε εξαρχής ύποπτο, αν λάβουμε υπόψη τις απειλές εναντίον του που είχα εκφράσει δημόσια… Εξάλλου, υπήρχαν και τρεις αυτόπτες μάρτυρες που με είχαν δει να τον σκοτώνω, Αλλά, κατά τα άλλα, ποιος θα υποψιαζόταν ποτέ ότι εγώ το έκανα; Σίγουρα κανένας.

Έτσι με συνέλαβαν – όχι δίχως να προβάλω άγρια αντίσταση πρώτα, αν θες να ξέρεις – και πριν προλάβεις να πεις κύμινο, ο αγαπημένος γιόκας της μάνας μου βρέθηκε στη στενή.

Λοιπόν, δεν υπάρχει χειρότερο μέρος στη γη, ή και οπουδήποτε αλλού, από αυτές τις αναθεματισμένες μοντέρνες φυλακές. Κάποτε, πιο παλιά, είχαν σιδερένια κάγκελα κι έτσι δεν έμπαινες εύκολα στον πειρασμό. Τη σήμερον ημέρα οι φυλακές είναι σαν ευάερα και ευήλια διαμερίσματα με τα παράθυρα ορθάνοιχτα. Βέβαια, έτσι και απλώσεις το κουλό σου προς τα παράθυρα, τρως μια τέτοια εκκένωση που μαζεύεις αρκετό ρεύμα για να καίνε τα φώτα της συνοικίας σου για μια βδομάδα. Το ξέρω. Λες να μην άπλωσα κι εγώ το κουλό μου;

«Γκάβιν Μακ Κρη», μου ανακοίνωσε επίσημα ο δικαστής. «για τον εκ προμελέτης φόνο του Έντγκαρ Τζόνσον καταδικάζεσαι σε ισόβια εξορία στον αστεροειδή Σπάρτανμπεργκ».

Ειλικρινά σου λέω, τα λόγια του με έκαναν να νιώσω κρυάδες στη ραχοκοκαλιά μου. Στον c! Σε εκείνο το απαίσιο κοτρόνι του διαστήματος το «ισόβια» σήμαινε μια μέρα, άντε μιάμιση το πολύ. Τόσο συνήθως ζούσε κανείς, εκεί!

Αλλά, όντας λευκός, Ιρλανδο-Αμερικάνος και σκληρό καρύδι, το δέχτηκα παλικαρίσια. Είπα, τι να γίνει; Αυτά έχει η ζωή’ μια σε ανεβάζει και μια σε κατεβάζει.

O Σπάρτανμπεργκ, όπως θα ξέρεις, αν βλέπεις ποτέ τα μικρό-νέα στην τηλεόραση, βρίθει από γιγάντια σαρκοβόρα μαμούνια και από τις πιο απαίσιες αρρώστιες που μπορεί να φανταστεί κανείς. Πριν κάνεις το δεύτερο βήμα εκεί πάνω, έχεις ήδη πεθάνει από το πρώτο.

Που λες, εγώ ήμουν άνθρωπος που αγαπούσε τη ζωούλα του όσο κι ο καθένας, και δεν είχα καμιά διάθεση να αφήσω τα κόκαλά μου σε μια διαστημική κοτρόνα στου διαόλου τη μάνα. Έτσι, όταν μου ήρθαν με μια εναλλακτική πρόταση, το σκέφτηκα.

«Γκάβιν Μακ Κρη», μου είπαν, «διάλεξε τι προτιμάς: να πεθάνεις ή να ζήσεις;»

«Θέλει και ρώτημα; Να ζήσω», τους διαβεβαίωσα με ενθουσιασμό.

«Τότε έλα μαζί μας» μου είπαν.

Η αλήθεια είναι πως όταν μου εξήγησαν τι με ήθελαν λίγο έλειψε να μου πεταχτούν τα μάτια έξω και να μου φύγει η μασέλα. Αν ήταν δυνατό – εγώ, ο Γκάβιν Μακ Κρη! Ένας Αμερικάνος!

(Δεν παραγγέλνεις ένα ποτηράκι ακόμη; Πες σ’ εκείνο τον πηδηχτό βάτραχο να μας φέρει λίγη μπύρα).

«Για την πρόοδο της επιστήμης», μου είπαν. Ειλικρινά, στην αρχή πίστεψα ότι μου έκαναν πλάκα. Στ’ ορκίζομαι, αυτό νόμισα, αλλά τελικά μιλούσαν πολύ σοβαρά.

Εγώ, ο Γκάβιν Πάτρικ Κουεντίν Μακ Κρη, θα ήμουν ο πρώτος γήινος που θα παντρευόταν μια Αρειανή!

Περιττό να σου πω ότι τους απάντησα αμέσως που να βάλουν την πρότασή τους. «Χίλιες φορές καλύτερα τον Σπάρτανμπεργκ!» φώναξα. «Τι καθόμαστε και δεν ξεκινάμε; Πάω και με τα πόδια αν χρειαστεί ή στείλτε με με ρυμούλκα, δεμένο πίσω από ρουκέτα – οτιδήποτε παλικάρια μου, οτιδήποτε. Αλλά όχι κι αυτό

Βέβαια, σπουδαία περιθώρια εκλογής μου είχαν δώσει, θα πεις. Ή να τα τινάξω από μια βασανιστική αρρώστια ένα εκατομμύριο μίλια μακριά από την πατρίδα ή να τελέσω το Θείο Μυστήριο με μια πελώρια κατσαρίδα!

«Αν είναι για το καλό της επιστήμης», τους φώναξα, «γιατί δεν την παντρεύεστε εσείς;»

Έτσι με πέταξαν πάλι πίσω στην τρύπα μου και έμεινα εκεί μετρώντας τις μέρες. Έχεις ακούσει ποτέ ιστορίες για τον Σπάρτανμπεργκ; Ένας άνθρωπος είναι ξεγραμμένος εκεί. Το περισσότερο που άντεξε κανείς σε εκείνη την κόλαση είναι δύο βδομάδες. Σε παρακολουθούν στις οθόνες τους – όλος ο κοσμάκης – καθισμένοι μπροστά στην οθόνη στα σπιτάκια τους. Ναι, σε βλέπει όλος ο κόσμος. Σε ολάκερο τον κόσμο. Σε παρακολουθούν να αρρωσταίνεις και να πεθαίνεις.

Έβαλαν μια τηλεόραση στο θαλαμό μου για να παρακολουθήσω στον Σπάρτανμπεργκ εκείνο το φονιά με το τσεκούρι – πως τον λέγαν να δεις; Μπύχνερ, νομίζω – να χάνει τα λογικά του και να πεθαίνει. Ο δύστυχος έτρεχε πάνω κάτω, εντελώς τρελός πια, μέχρι που τον πρόλαβαν τα μαμούνια. Χρειάστηκαν δύο λεπτά τα αναθεματισμένα, δύο λεπτά με το ρολόι, πριν απομείνει από τον Μπύχνερ μονάχα ο σκελετός του.

Λοιπόν, αυτό το θέαμα με έπεισε. Έτσι έκανα την ανάγκη φιλοτιμία, κατάπια την παράφορη ιρλανδέζικη περηφάνια μου και χτύπησα το κουδούνι. Εντάξει, παιδιά, τους είπα όταν ήρθαν, με πείσατε. Θα παντρευτώ εκείνη την αρειανή κατσαρίδα, μονάχα κάντε γρήγορα να ξεμπερδεύουμε μια ώρα αρχύτερα.

Το πως άλλαξαν τα πράγματα τότε, δεν λέγεται! Ούτε ο βασιλιάς της Αγγλίας να ήμουν, έτσι που με περιποιούνταν και με κανάκευαν. Να σου φέρουμε αυτό, να σου φέρουμε εκείνο. Όχι ότι με άφηναν να βγω στιγμή από το κελί μου, καταλαβαίνεις, αλλά δεν μου έλειπε ούτε το κοκτέιλ μου ούτε ο φασιανός στο δίσκο. Ωραίο ήταν, δεν λέω. Από την άποψη αυτή δεν έχω παράπονο.

Στο μεταξύ όλες οι εφημερίδες έγραφαν με μεγάλα γράμματα για την υπόθεση, οι τηλεοράσεις μιλούσαν συνέχεια και γενικά είχα γίνει διασημότητα. Εξάλλου, είχαν κουβαληθεί όλα τα μεγάλα κεφάλια από τον Άρη, και ελόγου τους ήταν διπλάσια ευχαριστημένοι από τους δικούς μας. Σκόπευαν βλέπεις να μας καλοπιάσουν για να τους αφήσουμε να μετακομίσουν στη Γη πριν ξεραθεί εντελώς ο κόσμος τους. Τους έβλεπες να τριγυρίζουν εδώ και εκεί, και σου ‘ρχόταν να ξεράσεις.

Αν με ρωτήσεις, πάντοτε πίστευα ότι αρκετά ρατσιστικά προβλήματα είχαμε από μόνοι μας, αλλά φαντάζομαι να ξέρεις ποια ήταν η συνέχεια. Το κακό είχε αρχίσει ήδη από την εποχή που ήμουν ακόμα εκεί. Οι Αρειανοί μας πλημμύρισαν σαν τα σκαθάρια, άρχισαν να χτίζουν τα σπίτια τους, και πριν προλάβεις να το πάρεις χαμπάρι, όλος ο τόπος είχε γεμίσει με τις γυάλινες σφαίρες τους. Χα! Όπως καταλαβαίνεις, οι τύποι μετάνιωσαν πικρά που έφτιαχναν τα σπίτια τους από γυαλί. Φαντάζεσαι τι γινόταν κάθε φορά που κάποιο από τα αγόρια μας πατούσε κανά δυο πέτρες για πλάκα, κι έτσι, εντελώς τυχαία, έπεφταν στην αρειανή τζαμαρία!

Πάντως εγώ τους προειδοποίησα. Κοιτάξτε, παιδιά, τους είπα, δεν μας έφταναν οι δικές μας σκοτούρες; Εδώ ακόμη παλεύουμε να τα βρούμε μεταξύ μας και να βολευτούμε στον ίδιο πλανήτη, αντάμα άσπροι, κίτρινοι, μαύροι και λοιποί. Ήταν ανάγκη να φέρουμε και άλλους, που δεν μοιάζουν καν με ανθρώπους αλλά με κατσαρίδες; Δηλαδή, δεν μας έφταναν τα ντόπια προβλήματα, έπρεπε να κάνουμε και εισαγωγή;

Αλλά που να με ακούσουν τα ζωντόβολα. Ούτε που ίδρωνε το αυτί τους. Δες τώρα πως έμπλεξαν! Η Γη δεν είναι πια εκείνη που ξέραμε. Ειλικρινά, χαίρομαι που δεν έμεινα άλλο εκεί για να δω και τη συνέχεια… Θέλω να πω, το πως εξελίχθηκαν τα πράγματα μετά τη μέρα που άρχισε για τα καλά το κακό.

Για να μην τα πολυλογώ, με έντυσαν με τα καλά μου, με στόλισαν σαν γαμπρό, και, με πλήρη φρουρά ολόγυρα, με οδήγησαν στο νοσοκομείο της φυλακής. Ήταν φίσκα ως το ταβάνι από τον κόσμο: δημοσιογράφοι, φωτογράφοι, διπλωμάτες, επίσημοι και όλο το κακό συναπάντημα.

Και μετά – μετά λιποθύμησα. Ναι, στ’ ορκίζομαι, λιποθύμησα. Ή, τουλάχιστον θα ήθελα να λιποθυμήσω. Αυτό όταν με συνέστησαν στη μέλλουσα συμβία μου!

«Από δω η Τζέην η Αρειανή», μου είπε ο διευθυντής των φυλακών. «Σφίξτε τα χέρια», πρόσθεσε αγριοκοιτάζοντάς με.

Έχεις ανταλλάξει ποτέ χειραψία με Αρειανό; Ασ’ τα να πάνε… Είναι σαν να σφίγγεις μουλιασμένο σφουγγάρι. Αλλά μετά θυμήθηκα τον Μπύχνερ και της έσφιξα τα χέρι.

Τούτη η Τζέην… ε, δεν ήταν και πολύ διαφορετική από τους άλλους της ράτσας της. Ήταν στο μπόι μου όταν στεκόταν στα τέσσερα πόδια της, και μου κουνούσε τις κεραίες της. «Χαίρω πολύ», μου είπε με τους αντίχειρες.

Κάποιος καλός άγγελος πρέπει να με φύλαξε και δεν ξέρασα επί τόπου, αυτό είναι σίγουρο.

Τέλος πάντων, οι επίσημοι με παρέλαβαν και με διαβεβαίωσαν ότι η Τζέην είχε επιλεγεί παμψηφεί – αν είναι δυνατό! – Μις Άρης. Μετά μου εξήγησαν τι έπρεπε να κάνουμε, και γιατί είχαμε μαζευτεί όλοι εδώ, και όλα εκείνα τα φούμαρα που λένε οι επίσημοι σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Μετά μου κουβάλησαν έναν Αρειανό και έναν δικό μας και, ώσπου να πεις κύμινο, είχαν αρχίσει να λένε (ο ένας με κανονική φωνή και ο άλλος με τη γλώσσα των κινήσεων):

«Μπλαμπλάμπλα και τα τέτοια. Τζέην του Αρη, δέχεσαι ως νόμιμο σύζυγό σου αυτόν το Γήινο;»

«Ναι», είπε η κατσαρίδα.

«Εσύ, Γκάβιν Πάτρικ Μακ Κρη, δέχεσαι αυτή τη γυναίκα, την Τζέην του Αρη, ως νόμιμη σύζυγό σου;»

Από μέσα μου έβραζα από νεύρα, ντροπή και ταπείνωση. «Ναι», είπα τελικά».

«Από τούτη τη στιγμή είστε σύζυγοι».

«Λοιπόν;» έκανε ο διευθυντής των φυλακών, κοιτάζοντάς με.

«Τι λοιπόν;» ρώτησα εγώ.

«Δεν θα φιλήσεις τη γυναικούλα σου;»

Τέλος πάντων, για να μην τα πολυλογούμε, και επειδή αυτό το σημείο της ιστορίας είναι ιδιαίτερα οδυνηρό για μένα θα παραλείψω τις σχετικές λεπτομέρειες.

Μας παραχώρησαν και σπίτι, ένα κανονικό σπίτι, αλλά ειδικά διαρρυθμισμένο για να μπορούμε να ζήσουμε και οι δυο σε δαύτο. Θα πρέπει να κόστισε πολλά λεφτά να το φτιάξουν. Το μισό ήταν δικό της, κι αυτό ήταν γεμάτο βραχάκια και διάφορα μυστήρια, γενικά όλα εκείνα όπου ανάμεσα τους οι Αρειανοί ζουν σαν τις σαύρες.

Ήμουν συνεχώς υπό αυστηρή επιτήρηση. Αυτό, υποθέτω, γιατί ήξεραν ότι με την πρώτη ευκαιρία θα το έβαζα στα πόδια. Ιδίως τις νύχτες, δεν μας άφηναν στιγμή από τα μάτια τους. Δεν ξέρω τι περίμεναν να γίνει. Εγώ, πάντως, κρατούσα το στόμα μου κλειστό, μιλούσα όσο πιο ευγενικά γινόταν στη λεγάμενη και φρόντιζα να κρατώ τις αποστάσεις μας.

Αλλά κι εκείνη κρατούσε τις δικές της. Φαινόταν μόνιμα θλιμμένη και μελαγχολική και δεν έπαυε να μου λέει ότι έπρεπε να κάνουμε μια πιο φιλότιμη προσπάθεια για χάρη αυτού ή εκείνου. Αλλά όταν την προειδοποίησαν ότι κάπου είχα κρύψει έναν μπαλτά, το μόνο που είπε ήταν, «Δεν καταλαβαίνω, δεν καταλαβαίνω». Δεν ξέρω τι δεν καταλάβαινε, πάντως έπαψε να με ενοχλεί.

Περάσαμε έτσι καμιά βδομάδα σε αυτή τη δυστυχία και την κόλαση. Ήδη είχα σχεδόν αρχίσει να μετανιώνω που δεν είχα προτιμήσει τον Σπάρτανμπεργκ. Οπωσδήποτε είχα διατηρήσει στο ακέραιο την τιμή και την αξιοπρέπειά μου, όταν, να ΄σου και καταφθάνουν πάλι τα καλόπαιδα.

«Γκάβιν Μακ Κρη και Τζέην Αρειανή», μας λένε τα παλικάρια. «Πρέπει να σας μιλήσουμε».

Και μου εξήγησαν σαφώς εκείνο που έπρεπε να κάνω. Όχι μόνο μου το εξήγησαν, αλλά και το απαίτησαν και επέμειναν να το κάνω, εννοείται για χάρη της επιστήμης πάντα. Ε, λοιπόν, αν και ήμουν ένας φυσιολογικός και θερμόαιμος αρσενικός, ευχήθηκα να είχα γεννηθεί ευνούχος. Αλλά τι θα μπορούσα να κάνω; Τι ελπίδες είχα;

Μου εξήγησαν ότι είχε ζωτική σημασία να διαπιστωθεί τι θα συνέβαινε αν οι δυο μας… καταλαβαίνεις. Και, δυστυχώς, δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να το διαπιστώσουν. Και επέμεναν ότι μονάχα ελόγου μου έβλεπα τους Αρειανούς σαν κατσαρίδες. Φταίνε σίγουρα οι προκαταλήψεις με τις οποίες ανατράφηκες, μου είπαν. Και προσπάθησαν να με πείσουν ότι, αν εξαιρέσουμε τα τέσσερα ποδάρια και τις κεραίες τους – και θα υπήρχαν αναγκαστικά πολλές επαφές ανάμεσα στις δύο ράτσες στο μέλλον – κατά τα άλλα έμοιαζαν πολύ με ανθρώπους. Άλλωστε, αυτός, εξήγησαν, ήταν και ο μόνος λόγος που μας πάντρεψαν.

Τους είπα έξω από τα δόντια τις απόψεις μου για την πρότασή τους. Ναι, τους τα ‘πα όπως σε βλέπω και με βλέπεις. Τους είπα ακόμη ότι αυτό που μου ζητούσαν ερχόταν κόντρα σε κάθε φυσικό νόμο, και ότι η κόλαση θα ήταν η δίκαιη τιμωρία για την αμαρτία τους.

«Γκάβιν Μακ Κρη!» αποκρίθηκαν εκείνοι. «Θα σε έχουμε υπό συνεχή παρακολούθηση και θα βλέπουμε το κάθετι που κάνεις». (Αυτό, όπως και να το πάρεις, πρόστυχο ακούγεται). «Εκτός κι αν θες να πας για διακοπές σε εκείνο τον αστεροειδή που ξέρεις, σε συμβουλεύουμε να κάνεις το καθήκον σου».

Ύστερα από την υπενθύμιση αυτή – και επειδή ένας Ιρλανδός κάνει πάντα ότι χρειάζεται να κάνει, και το κάνει καλά – έκανα το καθήκον μου.

Την άλλη βδομάδα συνέβη κάτι πολύ περίεργο.

Μ’ έστειλαν πάλι πίσω στη φυλακή.

Το τι ανακούφιση ένιωσα τότε είναι κάτι που δεν περιγράφεται! Χουζούρευα όλη μέρα παρακολουθώντας τηλεόραση και διαβάζοντας εφημερίδες, και αναρωτιόμουν κάπως αφηρημένα τι να σήμαινε πάλι αυτή η νέα εξέλιξη. Ποια να ήταν άραγε η συνέχεια; Θα με άφηναν στην ησυχία μου, με μόνη παρέα τον πόνο και το ρεζιλίκι μου, ή θα με πετούσαν πάλι πίσω σε εκείνη την Αρειανή; Πάντως, έλεγα μέσα μου, εγώ έκανα το καθήκον μου, μάρτυράς μου ο Θεός. Έτσι έλπιζα ότι και μπορεί να με άφηναν στον πόνο μου.

Όλα πήγαιναν φίνα και καλά, μέχρι που πέρασαν… μμμ, νομίζω δυο τρεις βδομάδες. Ύστερα ξύπνησα ένα πρωί νιώθοντας λες και ήμουν το τελευταίο ρόδο του καλοκαιριού που κάποιος το ‘χε ξεριζώσει και μετά το ‘χε τσαλαπατήσει καταγής. Όταν δοκίμασα να σηκωθώ από το κρεβάτι σωριάστηκα καταγής, με μια ζαλάδα σαν να ήμουν τύφλα στο μεθύσι. Το κεφάλι μου γύριζε και το μυαλό μου ήταν θολό. Όταν μου έφεραν το πρωινό, δεν άντεξα και ξέρασα εκεί στο πάτωμα.

Εκείνο που πρέπει να καταλάβεις τώρα είναι ότι για μένα, τον Γκάβιν Μακ Κρη, που δεν είχα αρρωστήσει ούτε μια μέρα στη ζωή μου, το γεγονός ήταν στα αλήθεια πολύ παράξενο. Πάντως δεν είπα τίποτα, η αδιαθεσία πέρασε, και την υπόλοιπη μέρα την έβγαλα δίχως κανένα πρόβλημα – μέχρι που ξημέρωσε πάλι το άλλο πρωί.

Άντε πάλι τα ίδια – μονάχα που τούτη τη φορά ήταν δυο φορές χειρότερα. Δεν μπορούσα να κρατήσω στο στομάχι μου ούτε μελάτο αυγό.

Ύστερα με έπιασαν οι κοιλόπονοι.

Έμεινα εκεί για κάμποση ώρα, διπλωμένος στα δυο, με τους πόνους να μου σουβλίζουν το κορμί σαν θυμωμένες κωλοφωτιές. Τελικά δεν άντεξα, σύρθηκα ως τη βιντεοθόνη και φώναξα βοήθεια.

Οι γιατροί ήρθαν τρέχοντας, λες και την είχαν στήσει καραούλι απέξω, γιατί αυτό ακριβώς περίμεναν. Δεν ήξερα ο δύστυχος… Όπως και να ‘χει, με πασπάτεψαν, με ψαχούλεψαν, με αφουγκράστηκαν, κούνησαν τα κεφάλια τους, και μετά μου έδωσαν να πιω κάτι γλοιώδες για να περάσουν οι πόνοι. «Άει παρατάτε με!» φώναξα τελικά αγανακτισμένος. «Μια χαρά είμαι!»

Έλα όμως που εκείνοι δεν εννοούσαν να με αφήσουν στην ησυχία μου. Μου έβγαλαν ακτινογραφίες, συμπλήρωναν πίνακες και, γενικά, δεν με άφησαν μόνο ούτε για δεκαπέντε λεπτά εκείνη τη μέρα.

Και άκου τώρα και τη συνέχεια. Μου πήραν την τηλεόραση, μου πήραν τις εφημερίδες, μου πήραν τις βιντεοταινίες, μου πήραν γενικά καθετί, με το οποίο διατηρούσα κάποια επαφή με τον έξω κόσμο. Ύστερα μ’ έβαλαν πίσω στο κρεβάτι μου – ναι, ειλικρινά – και μου είπαν, «Έλα, μη φοβάσαι, δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι».

Άκου να μη φοβάμαι!

Εδώ, διάολε, κόντεψα να πέσω από το κρεβάτι μου όταν είδα πόσα παραπανίσια κιλά είχα πάρει! Υποτίθεται πως όταν είναι κανείς άρρωστος γίνεται πετσί και κόκαλο’ εγώ, αντίθετα, είχα αρχίσει να γίνομαι θρεφτάρι.

«Εκπληκτικό!» έλεγαν εκείνοι. «Απίθανο!» Και μετά πρόσθεσαν, «Η περίοδος κύησης φαίνεται να είναι η ίδια μ’ εκείνη ενός κανονικού Αρειανού».

Ευτυχώς δεν ήξερα τότε τι θα πει η λέξη «κύηση», αλλιώς θα είχα αυτοκτονήσει με κάποιο από τα μυτερά εργαλεία που κυκλοφορούσαν ακόμη γύρω μου.

Αλλά βλέπω ότι εσένα η λέξη δεν σου είναι άγνωστη. Σε κάνει να απορείς και να αναρωτιέσαι, έτσι;

Τέλος πάντων. Πέρασαν πέντε βδομάδες, είχα γίνει σαν γουρούνι πρώτης διαλογής – αν και ένιωθα σαν άρρωστος σκύλος – και ακόμη δεν είχα καταλάβει τι έτρεχε. Ύστερα μπήκαν πάλι οι γιατροί στο κελί μου, με κάτι μυστήρια χαμόγελα ως τα αυτιά, αλλά και με ανήσυχα μάτια.

«Γκάβιν», μου ανακοίνωσε ο διευθυντής των φυλακών, «έχουμε μερικά νέα για σένα».

Και τότε μου τα είπαν.

Εγώ, ο Γκάβιν Πάτρικ Κουεντίν Μακ Κρη, ο γιος της κυρίας Σάμιουελ Ντένις Μακ Κρη, Ιρλανδο-Αμερικάνος από την Ατλάντα της Τζώρτζια, σαράντα δύο χρονών, απολύτως αρσενικός και έχων σώας τας φρένας – θα αποκτούσα μωρό!

 

Δεν θυμάσαι τίποτα από την υπόθεση; Τότε ίσως να μην τα πιστεύεις αυτά που σου λέω, έτσι; Καλά, λοιπόν, και για να μην νομίζεις ότι σε δουλεύω, βλέπεις τούτη εδώ την ουλή; Δεν την κέρδισα από καμιά μονομαχία, παλικάρι μου.

Μου έμεινε όταν, τρεις μέρες αργότερα, με μετέφεραν με το καροτσάκι στο νοσοκομείο – με φοβερό κοιλόπονο – και μου έκαναν κάτι που το ‘παν καισαρική τομή.

Μη με ρωτάς π ως έγινε. Δεν είμαι γιατρός, πανάθεμά τους. Τους άκουγα να μιλάνε για ~επιπλοκές~ ή κάτι τέτοιο, και για κάτι γονίδια, που ανάθεμα το γονιό τους αν ήξερα τι είναι.

Το μόνο που ήξερα τότε ήταν ότι με είχαν ναρκωμένο για πολλή ώρα και πως ξύπνησα είχα τούτη την ουλή στην κοιλιά, και είχα ξαναγυρίσει στο φυσιολογικό μου μέγεθος.

«Αυτό θέτει σε νέα βάση τις σχέσεις μας με τον Αρη», μου εξήγησε ο διευθυντής των φυλακών.

«Αυτό θέτει σε νέα βάση πολλά πράγματα», αποκρίθηκα.

«Λοιπόν, φιλαράκο μου», είπε ο διευθυντής, «το κάναμε».

«Μπορεί να το κάναμε», του απάντησα αμέσως, «αλλά σίγουρα δεν το έκαναν έτσι παλιά».

Ύστερα μου το έφεραν μέσα για να το χαρώ.

Τώρα, για να ‘μαστε ξηγημένοι, ποτέ δεν ήμουν από εκείνους που πιστεύουν ότι το κάθε νεογέννητο είναι απαραίτητα και το πιο όμορφο πλάσμα στον κόσμο. Αλλά όταν μου κουβάλησαν μέσα εκείνο το πράγμα, το πρώτο που σκέφτηκα από μέσα μου ήταν: Γκάβιν, φίλε μου, καλύτερα να ‘χες γεννηθεί φαλακρός κι Εγγλέζος. Γιατί το αναθεματισμένο ήταν – και δεν τα παραλέω καθόλου – το πιο άσχημο ζωντανό που φάνηκε ποτέ πάνω στη γη.

Ήταν κατακόκκινο κι έσκουζε σαν δαιμονισμένο, με όλη τη δύναμη που είχαν τα πνευμόνια του – αν δηλαδή, είχε πνευμόνια.

Δεν είχε κεραίες, και ως τη μέση ήταν σαν κανονικό ανθρώπινο μωρό. Το κακό είναι ότι είχε και δυο ποδάρια παραπάνω από ένα κανονικό μωρό: τέσσερα για την ακρίβεια. Τέσσερα κατσαριδίσια ποδαράκια, που τα κουνούσε πέρα δώθε εκεί μπροστά μου μέχρι που δεν άντεξα κι έβαλα τις φωνές. Έτσι το πήραν από μπροστά μου.

Ήταν ένα σοκ άλλο πράγμα!

Πάντως, σκέφτηκα, τώρα σίγουρα θα μπει τελεία και παύλα σε κάθε ιδέα για γάμους ανάμεσα στις δυο ράτσες αν το αποτέλεσμα θα είναι κάτι τέτοιο. Αλλά ξέρεις κάτι; Εκείνοι οι ρεζίληδες είπαν ότι ήταν νοστιμούλι ! Το φαντάζεσαι τώρα;

«Πιο όμορφο μωράκι δεν έχουμε ξαναδεί!» τους άκουσα να λένε.

 

Είναι πολύ δύσκολο να τσαντίσεις έναν Ιρλανδό, ξέρεις αλλά εκείνο το μικρό τέρας τα κατάφερε’ σε αυτό μπορείς να στοιχηματίσεις και τη ψυχή της μάνας σου. Κατάλαβα ότι έπρεπε κάτι να κάνω, και γρήγορα μάλιστα, αλλιώς ξεργράψτε τον τον Γκάβιν Μακ Κρη.

Ξέρεις τι είχαν στα υπόψη τους να κάνουν; Σκόπευαν να με ξαναστείλουν πίσω στο σπίτι για να δουν, λέει, αν θα έδενε η σχέση! Έτσι απλά: σε οικογενειακό στιλ!

«Δε σφάξανε!» τους είπα.

Ο Σπάρτανμπεργκ απέχει μονάχα δυο βδομάδες με τη ρουκέτα», μου θύμισαν αμέσως εκείνοι.

«Αν μου επιτρέπετε να σας επιστήσω την προσοχή, κύριοι», τους είπα εγώ, «σύμφωνα με το νόμο και την παράδοση, μονάχα οι γυναίκες κάνουν παιδιά – σωστά;»

«Ναι, δηλαδή…», μουρμούρισαν εκείνοι.

«Και σύμφωνα με τα επίσημα έγγραφα, ο Γκάβιν Πάτρικ Μακ Κρη, άρρην , κρίθηκε ένοχος εγκλήματος και καταδικάστηκε να σταλεί στο Βράχο. Σωστά;»

«Ναι, δηλαδή…», έκαναν πάλι εκείνοι.

«Ωραία. Τώρα, εφόσον εγώ γέννησα μωρό και εφόσον εκ των πραγμάτων ένας άντρας δεν μπορεί να γεννήσει μωρό, αυτό σημαίνει ότι είμαι μητέρα. Σωστά;»

«Μμμμ», έκαναν σαστισμένοι εκείνοι.

«Και όντας μητέρα, είμαι συνεπώς κάποιο άλλο πρόσωπο πλέον. Και το να σταλεί μια μητέρα στον Σπάρτανμπεργκ είναι αντισυνταγματικό και ενάντιο στους ανθρώπινους και τους ηθικούς νόμους, και -»

Ας είναι καλά η γλυκόλαλη ιρλανδέζικη γλώσσα μου, αυτό μονάχα σου λέω. Γιατί όταν τελείωσα, τα είχαν τόσο χαμένα που δεν ήξεραν αν έπρεπε να με στήσουν στον τοίχο και να με εκτελέσουν ή να μου στείλουν καρτ-ποστάλ για την Ημέρα της Μητέρας.

Τελικά απέσυραν τις κατηγορίες εναντίον μου και – νομικά τουλάχιστον – ήμουν πια ελεύθερος άνθρωπος.

Δηλαδή, ελεύθερος να ζήσω με την ντροπή μου. Ρίχτηκαν όλοι πάνω μου σαν τα κοράκια:  υπόγραψε τούτο, υπόγραψε το άλλο. Θες να δώσεις αποκλειστική συνέντευξη; Θες να διαφημίσεις τούτο ή το άλλο, από παιδικά καρεκλάκια (με χώρο για έξτρα πόδια) μέχρι κρέμες για μωρά; Άλλο να στα λέω κι άλλο να τα βλέπεις! Είχαν λυσσάξει να με προσλαμβάνουν για διαφημίσεις οι μισές βιομηχανίες για πάνες – βρακάκια της χώρας!

Για να μην τα πολυλογώ, κατάλαβα ότι συνέφερε οικονομικά να μείνω για ένα φεγγάρι στο ίδιο σπίτι με εκείνη την Αρειανή, την Τζέην. Δεν ήταν εύκολο, αλλά τα δύσκολα τα είχα περάσει, κι έτσι άρχιζα να παίζω το ρόλο του αλλαγμένου ανθρώπου: έκανα ότι τάχα ήμουν ο καλός πατήρ και σύζυγος για τη μικρή μου φαμίλια. Μπλιεχ! Φαμίλια να σου πετύχει! Τρία κορμιά και οχτώ πόδια!

Κάποτε έκρινα ότι είχα μαζέψει αρκετά λεφτά από τις συνεντεύξεις, τα άρθρα και τις διαλέξεις στη Δανία ή κι εγώ δεν ξέρω που, για να πάρω δρόμο. Ο μικρός δεν είχε ακόμα όνομα, είχαν προκηρύξει, μάλιστα, διεθνή διαγωνισμό γι’ αυτό. Μόλις είχε κλείσει χρόνο και, σύμφωνα με όλο το βλαμμένο κόσμο ήταν ο πιο χαριτωμένος πιτσιρικάς που υπήρξε ποτέ. Αλλά για μένα δεν ήταν παρά ένα τετράποδο μικρό τέρας.

Εμείς οι Ιρλανδοί δεν ξεχνάμε ποτέ, παλικάρι μου. Και η αφεντιά μου είχε περάσει περισσότερα μαρτύρια και βάσανα κι από τον Άγιο Πατρίκιο με τα φίδια – χώρια που εκείνα ήταν πολύ πιο συμπαθητικά πλάσματα. Περίμενα, λοιπόν, μέχρι να σιγουρευτώ ότι δεν μας παρακολουθούσαν πια με όλα εκείνα τα κρυμμένα μαραφέτια τους. Ύστερα πήρα ένα γερό ματσούκι, μπήκα στην κρεβατοκάμαρα και ξύπνησα εκείνη τη βρομο-Αρειανή που περνούσε τάχα για γυναίκα μου κι εκμεταλλευόταν εμένα και όλους μας, για να ‘ρθει μετά να μας μαγαρίσει τον τόπο εκείνη η κατσαριδοφάρα τους.

«Σήκω πάνω!» της φώναξα.

«Δεν κοιμάμαι», μου είπε εκείνη.

Της εξήγησα τι είχα κατά νου να κάνω, αλλά δεν φάνηκε να σκιάζεται καθόλου. Αυτοί οι Αρειανοί δεν ξέρουν ούτε από φόβο ούτε από κανένα άλλο συναίσθημα της προκοπής. Απλώς με κοίταξε μονάχα με εκείνα τα κιτρινιάρικα μάτια της, γεμάτα απορία και θλίψη, επίτηδες η παλιοβρόμα, για να τη λυπηθώ και να παρατήσω το ματσούκι μου.

Αυτό με έκανε τόσο έξω φρενών που άφησα μια βλαστήμια που μύρισε ο αέρας θειάφι, και της έριξα την πρώτη. Αλλά εκείνη δεν έβγαλε ούτε άχνα, πανάθεμά την! Καθόταν εκεί, έτσι βουβή, και τις άρπαζε. Αν είχε φωνάξει ή με είχε παρακαλέσει να σταματήσω – αν είχε κάνει οτιδήποτε ανθρώπινο τελοσπάντων – μπορεί και να μην είχε γίνει αυτό που έγινε.

Όταν κατάλαβα τι είχα κάνει, κοίταξα ολόγυρα και τότε είδα εκείνο το άλλο το τερατάκι. Είχε σηκωθεί στα τέσσερα πόδια του στο κρεβατάκι του και με αγριοκοίταζε με όλες τις φωτιές της κόλασης να αστράφτουν στα μάτια του. Ύστερα άρχισε να σκούζει σαν σειρήνα της πυροσβεστικής, αρκετά δυνατά για να σηκώσει όλο το τετράγωνο στο πόδι. Θέλοντας και μη, αναγκάστηκα να το βάλω στα πόδια, και πολύ σβέλτα μάλιστα.

Δεν δυσκολεύτηκα να βρω θέση σε μια διαστημική μαούνα που έφευγε για κάπου πολύ μακριά.

Έτσι ξέφυγα από μερικά πράγματα. Αλλά από μερικά άλλα δεν κατάφερα να ξεφύγω. Έχω ακόμη μέσα μου πληγές που δεν πρόκειται να γειάνουν ποτέ, ακόμη κι αν ζήσω παραπάνω από τα εκατό. Ούτε και μπορώ να ξαναγυρίσω πίσω. Ακόμη κι αν μπορούσα, δεν θα το έκανα. Πως να ξαναγυρίσω πίσω στο ρεζιλίκι μου, πίσω σε έναν κόσμο που βρίθει πια από βρομοκατσαρίδες;

Δεν υπάρχει πια θέση για μένα εκεί πέρα. Πρώτα με ντρόπιασαν για μια αιωνιότητα και μετά με πέταξαν έξω. Ο Γκάβιν Μακ Κρη ποτέ δεν πρόκειται να ξαναποκτήσει πατρίδα…

 

Ο άνθρωπος που λεγόταν Γκάβιν Μακ Κρη σηκώθηκε από το κάισμά του. «Ξέχνα ότι σου είπα, παλικάρι μου», μουρμούρισε. «Όλα αυτά τα είχα μέσα μου και με έπνιγαν’ τώρα τα είπα και ξαλάφρωσα. Αλλά ελόγου σου καλύτερα να τα ξεχάσεις. Κι αν θες τη συμβουλή μου, ούτε καν να ζυγώσεις ποτέ στη Γη – καλύτερα να τη θυμάσαι όπως ήταν, πριν παλαβώσουν όλοι τους με εκείνα τα μεγάλα λόγια περί αδελφότητας των λαών και τα παρόμοια».

Ύστερα έκανε να φύγει, φορώντας το κράνος του και πιέζοντας το κουμπί της εσωτερικής στεγανής πόρτας της καφετέριας.

«Περίμενε!» του φώναξα.

Γύρισε να με κοιτάξει.

«Λυπάμαι, Γκάβιν», του είπα, «αλλά έχεις δίκιο. Ένας Ιρλανδός δεν ξεχνάει ποτέ, ούτε ακόμα κι όταν θέλει να ξεχάσει. Ελόγου σου είσαι παρελθόν πια, ο τελευταίος του είδους σου στο Γαλαξία. Αλλά σε αναζητούσα από πολύ καιρό, ξέρεις. Από πάρα πολύ καιρό… Μαμά!»

Έκανε να τρέξει, αλλά δεν δυσκολεύτηκα να τον προλάβω.

Στο κάτω κάτω, τέσσερα πόδια είναι πιο σβέλτα από δύο.

 

Charles Beaumont

 

70