Καθώς έβλεπα τους Χρυσαλήτες να βρυκολακιάζουν το «εν τούτω νίκα» της χουντικής αντ-«επανάστασης», μου ήρθε στο μυαλό ένα αξέχαστο στιγμιότυπο από την «παραθέρισή» μου στις φυλακές της Αίγινας, μάλλον καλοκαίρι του ’72 μ.Χ.
Με τη λήξη του επισκεπτηρίου μας φόρτωσαν στην κλούβα μαζί με τον Αντώνη και το Στέργιο, για να μας μεταγάγουν για ιατρικές εξετάσεις στο νοσοκομείο κρατουμένων «Σωτηρία» στην Αθήνα – στο σανατόριό του νοσηλευόταν με φυματίωση ο αξέχαστος Ρούσος Βρανάς.
Μεταξύ των επιβατών του φέριμποτ που μας μετέφερε στον Πειραιά ήταν συγγενείς και μικρά παιδιά πολιτικών κρατουμένων – ορισμένα είχαν γνωρίσει τον πατέρα τους στη φυλακή. Οι αστυνομικοί του Τμήματος Μεταγωγών του Πειραιά που μας συνόδευαν είχαν ανοίξει την πόρτα της κλούβας, καθώς έβραζε από τη ζέστη. Θυμάμαι στο κατάστρωμα του πλοίου διακρινόταν η φιγούρα του Νιόνιου με το χαρακτηριστικό σαν «δεκαεξάρα» καρό σακάκι του. Ο Αντώνης μάλιστα του φώναξε, αλλά δεν πήραμε απόκριση.












