Έμιλι Ντίκινσον: η μυστηριώδης…η τόσο γνωστή μα και τόσο άγνωστη

Έμιλι Ντίκινσον: η μυστηριώδης…η τόσο γνωστή μα και τόσο άγνωστη

Η παγκόσμια λογοτεχνική κοινότητα υποδέχθηκε με ενθουσιασμό τις τελευταίες μέρες, όχι την κυκλοφορία κάποιου σπουδαίου βιβλίου ή τη βράβευση ενός σημαντικού συγγραφέα, αλλά την ανακάλυψη μίας φωτογραφίας που εικάζεται πως απεικονίζει την κορυφαία Αμερικανίδα ποιήτρια Έμιλι Ντίκινσον (1830-1886).
Μέχρι σήμερα, η μόνη επιβεβαιωμένη – διάσημη πλέον – φωτογραφία (για την ακρίβεια, δαγγεροτυπία) της Ντίκινσον χρονολογείται από το 1846 ή το 1847, όταν η ποιήτρια ήταν μόλις 16 ετών.
Η παρουσίαση μίας δαγεροτυπίας που πιθανώς απεικονίζει την ποιήτρια έγινε σε συνάντηση της Παγκόσμιας Λογοτεχνικής Κοινότητας Έμιλι Ντίκινσον, στο Κλίβελαντ, από την ακαδημαϊκό Μάρθα Νελ Σμιθ, που ειδικεύεται στο έργο της Ντίκινσον.
Παρότι δεν έχει αποδειχθεί ακόμη αν το πρόσωπο που απεικονίζεται είναι όντως η Ντίκινσον, οι πιθανότητες, βάσει ομοιοτήτων στην κατασκευή του προσώπου, είναι αρκετά μεγάλες.
Η δαγγεροτυπία χρονολογείται από το 1859 ή 1850, έτος κατά το οποίο η Ντίκινσον είχε ήδη αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή, σύμφωνα με τις επίσημες βιογραφίες της.
Δίπλα στην Ντίκινσον απεικονίζεται, κατά πάσα πιθανότητα, η Κέιτ Σκοτ Τέρνερ, καλή φίλη της Ντίκινσον και, για ορισμένους ερευνητές, ίσως και ερωμένη της ποιήτριας.

*Μακάρι να ᾽μουνα για σένα καλοκαίρι,
Όταν οι μέρες του καλοκαιριού έχουν πετάξει!
Και μουσική σου που να παραμένει,
Όταν τα Νυχτοπούλια και οι Φλώροι – έχουν σωπάσει!

Για χάρη σου ακόμα και τον τάφο
Θα υπερπηδήσω, και θ᾽ανθίσω, όλον μ᾽ άνθη
Θα τον γεμίσω από πάνω! Καί μακάρι
Να με μαζέψεις όλη –
Aνεμώνη –
Παντοτινό – δικό σου άνθος!

*Όλοι δικαιούνται το πρωί –
Σε μερικούς αξίζει – η Νύχτα –
Για λίγους μόνο εκλεκτoύς-
Λάμπει το Σέλας την Αυγή.

[…] Η Emily Dickinson γεννήθηκε το 1830 στο Άμερστ της Μασσαχουσέττης. Ήταν 32 ετών όταν έστειλε στον Higginson (εκδότη λογοτεχνικού περιοδικού ) τέσσερα ποιήματα και αμέσως μετά ακόμα τρία, για πρώτη φορά αποτεινόμενη σε πρόσωπο αρμόδιο των γραμμάτων, για μια γνώμη. Από τα γράμματά της στη δική του απάντηση, που δεν σώζεται, εικάζεται πως της έγραψε ότι τα ποιήματά της υστερούσαν στην φόρμα, ότι ο ρυθμός της εχώλαινε, ότι το μέτρο της ήταν σπασμωδικό […]

Μόνο έξι από τα ποιήματα που έστειλε στον Higginson δημοσιεύτηκαν, αλλά τόσο “διορθωμένα” και “αλλαγμένα” που η Dickinson έκτοτε, εκτός από ποιήματα που συμπεριελάμβανε σε γράμματά της προς φίλους, ποτέ πια δεν έστειλε κάτι για δημοσίευση, έχοντας παραιτηθεί από την ιδέα να γίνει εν ζωή γνωστή, αφήνοντας την τύχη του έργου της στο μέλλον ή στο ποτέ […]

Έτσι η έκπληξη ήταν μεγάλη όταν η αδελφή της Λαβίνια βρήκε στο γραφείο της Έμιλυ, μετά τον θάνατό της (1886), το πλήθος των ποιημάτων που ήταν ριγμένα εκεί, γραμμένα πάνω σε κάθε λογής χαρτιά (φύλλα ημερολογίου, λογαριασμούς από ψώνια, αποδείξεις, συνταγές…), κάποια σε μισοτελειωμένη μορφή, άλλα σε παραλλαγές, μεμονωμένους στίχους, καθώς επίσης και ένα μικρό κουτί, που μόνο αυτό περιείχε 900 ποιήματα, καθαρογραμμένα σε χαρτί αλληλογραφίας και χωρισμένα σε “Τομίδια” ραμμένα χωριστά το καθένα από την ίδια με σπάγκο, φτάνοντας όλα μαζί, μετά την καταμέτρησή τους στον εκπληκτικό αριθμό των 1775 […]

Από το 1890 μέχρι το 1945, ολοκληρώνεται η δημοσίευση του έργου της Emily Dickinson, αλλά και πάλι με απαράδεκτες επεμβάσεις όπως αλλαγές στο μέτρο, αντικαταστάσεις λέξεων […] και πάνω απ’ όλα με αλλαγές στην στίξη σύμφωνα με τους γραμματικούς κανόνες. Δεν αντιλήφθηκαν πως μέρος της προσωπικότητας και του ψυχισμού της ήταν ακριβώς αυτή η αιωρούμενη αύρα που αναδυόταν με την χρήση της παύλας, που σχεδόν αποκλειστικά εκείνη χρησιμοποιούσε, που δεν μπορεί να αποδοθεί με κόμματα, τελείες και άνω τελείες χωρίς να ισοπεδώνεται η θαυμαστή ανάσα των ποιημάτων της […]

Στη ζωή της ταξίδεψε ελάχιστες φορές για μικρά διαστήματα στη Βοστώνη για ιατρικές εξετάσεις και μια φορά στην Ουάσινγκτον […]

Η Emily Dickinson έφυγε απ ‘τη ζωή σε ηλικία 56 ετών. Παράκλησή της ήταν ν’ αφήσει το σπίτι της από την πίσω πόρτα κι όχι από την κυρία είσοδο, απ’ την πόρτα που ίσως έβγαινε με τον σκύλο της τον Κάρλο σε μακρινούς περιπάτους στους γύρω λόφους.

{288}

Είμαι ο Κανένας! Εσύ είσαι ποιός;
Είσαι—κι εσύ—Κανένας;
Τότε μαζί ζευγάρι να κάνουμε!
Και μη μιλάς! μήπως μας εξορίσουν—ξέρεις!

Τί βαρετό—να ‘ σαι—ο Κάποιος!
Πόσο δημόσιο—ένα βατραχάκι ας πούμε κάπως—
Που τ’ όνομά του—έναν Ιούνη ατέλειωτο—κοάζει—
Σ’ έναν Λασπότοπο που το θαυμάζει!

{352}

Ίσως να ζήτησα τ’ απέραντα—
Από ουρανούς όχι πιο λίγα—παίρνω—
Γιατί, στην Πόλη που γεννήθηκα
Πυκνώνουνε σαν Μούρα, οι Γαίες—

Το Καλάθι μου έχει μέσα—μόνο—το Άπειρο—
Που ελεύθερα—στο μπράτσο μου—αιωρείται,
Αλλά μικρότερα δεμάτια—Συνωθούνται.

{1246}

Η Πεταλούδα σίγουρα
Σε Σκόνη τιμημένη θα ξαπλώσει
Αλλά κανείς να πειθαρχήσει τόσο δεν θ’ αναγκασθεί
Όσο η Μύγα όταν διαβεί την Κατακόμβη—

{1050}

Όπως βλέφαρο πρόθυμο σε κουρασμένο μάτι
Το Σούρουπο πάνω στη Μέρα γέρνει
Ώσπου απ’ ολόκληρο της φύσης μας το Σπίτι
Μόνο ο Εξώστης μένει

{31}

Καλοκαίρι για σένα, εγώ να είμαι
Όταν οι μέρες του Καλοκαιριού περάσουν!
Και μουσική σου ακόμα, όταν η Οριόλη
Και το Νυχτοχελίδονο—σωπάσουν!

Για ν’ ανθοφορώ για σε, τον τάφο θα τον δρασκελίσω
Και τους ανθούς μου πάνω σου θε να σκορπίσω!
Παρακαλώ σε δρέψε με—
Ανεμώνη—
Λουλούδι σου—για πάντα κι απ’ το πάντα πιο!

πηγή: pteroen.wordpress.com

1.073