Τρεις ιστορίες μεταναστών που παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής λόγω της κρίσης
Του Κωστα Ονισενκο
«Κρατάμε από τη χώρα σας τα καλά, θα θυμόμαστε τους Ελληνες που μας βοήθησαν και δεν μας έβλεπαν σαν εχθρούς, αλλά φεύγουμε γιατί δύσκολα βρίσκουμε πια ψωμί εδώ». Οι μετανάστες που συναντάμε στον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης (ΔΟΜ) στον Αλιμο καταθέτουν αιτήσεις εθελοντικού επαναπατρισμού και μαζί κάνουν έναν πρόχειρο απολογισμό παραμονής τους στην Ελλάδα. Ο περισσότεροι λένε ότι ήρθαν πριν από χρόνια, με ελπίδα αλλά και φόβο. Και φεύγουν με φόβο, γυρνώντας στις παλιές σελίδες της ζωής τους.
Η 23χρονη Νουρούλ Αστουτίκ είναι αφοπλιστική όταν εξηγεί γιατί φεύγει από την Ελλάδα με προορισμό το Ιράκ. Η νεαρή Ινδονήσια έζησε στη χώρα μας πάνω από τρία χρόνια εργαζόμενη ως οικιακή βοηθός. Το τελευταίο διάστημα δεν είχε τα απαραίτητα έγγραφα λόγω του νόμου που απαιτεί συγκεκριμένο αριθμό ενσήμων για την άδεια παραμονής. Αντίστοιχο πρόβλημα αντιμετωπίζει και ο 33χρονος αγαπημένος της Γιαχία Αζαντίν από το Ιράκ. Ο ίδιος είχε έρθει στην Ελλάδα «των θαυμάτων» το 2004 και εργάστηκε στον κατασκευαστικό κλάδο. Τα πράγματα πήγαιναν καλά για χρόνια, ώσπου τα μεροκάματα στέρεψαν, ενώ η αρμόδια επιτροπή απέρριψε την αίτηση ασύλου που είχε καταθέσει. Ο Γιαχία και η Νουρούλ, αμφότεροι μουσουλμάνοι, παντρεύτηκαν πριν από μερικούς μήνες σε κάποιο από τα ανεπίσημα τζαμιά στο κέντρο της Αθήνας. Η τελετή επισημοποίησε τη σχέση τους ενώπιον του δικού τους θεού και στη μουσουλμανική κοινότητα, αλλά όχι στα επίσημα έγραφα. «Δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ γιατί δεν υπάρχει δουλειά, ούτε καν χαρτιά μπορούμε να βγάλουμε για να παντρευτούμε κανονικά» μας λέει ο Γιαχία. «Οχι, δεν ήθελα να φύγω από την Ελλάδα, αλλά δεν έχω άλλη επιλογή. Θα πάμε στο Ιράκ και βλέπουμε». Φοβάσαι να ζήσεις στο Ιράκ;», ρωτάμε τη Νουρούλ κι αυτή δείχνει τον άντρα της. Τα μάτια της αναβλύζουν αγάπη. «Ινδονησία και Ιράκ συναντήθηκαν στην Ελλάδα».
Καθημερινά, δεκάδες μετανάστες καταφθάνουν στον ΔΟΜ για το «διαβατήριο» επαναπατρισμού και όλοι έχουν μια προσωπική ιστορία να διηγηθούν. «Οι Ελληνες είναι καλοί, φιλόξενοι. Ωστόσο, η οικονομική κατάσταση στη χώρα είναι άσχημη και σε τέτοιες συνθήκες οι άνθρωποι σκληραίνουν». Ο 26χρονος Ναβίντ Αμπάς ήρθε στην Ελλάδα από το Πακιστάν δίνοντας 4.000 ευρώ στο «κύκλωμα που με έφερε εδώ». Μιλάει καλά αγγλικά, «έχω πτυχίο στη διοίκηση επιχειρήσεων και μεγάλη εμπειρία στις επισκευές υπολογιστών». Στην Ελλάδα δούλεψε κυρίως σε αγροτικές εργασίες. «Ηρθα σήμερα από τη Σκάλα Λακωνίας για να καταθέσω τα χαρτιά μου για να γυρίσω πίσω. Δουλειά δεν υπάρχει. Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω», λέει ο Ναβίντ όταν τον φωνάζει ένας συμπατριώτης του για να τον βοηθήσει στη συνεννόηση με τα στελέχη του ΔΟΜ. «Δεν είναι φίλος μου, εδώ τον γνώρισα. Προσπαθεί και αυτός να επιστρέψει, αλλά δεν ξέρει ούτε ελληνικά ούτε αγγλικά», λέει στην «Κ» ο 26χρονος Πακιστανός. Και αυτός αντιμετωπίζει προβλήματα «με τα χαρτιά». Γιατί έφυγες από την πατρίδα σου; «Κάποια οικογενειακή βεντέτα που έχει αιτία περιουσιακές διαφορές. Σκοπεύω να ανοίξω κατάστημα με ηλεκτρονικά, όχι στην πόλη μου, αλλά σε κάποια άλλη πόλη. Θα θυμάμαι πάντα την Ελλάδα παρά τις δυσκολίες και τις αδικίες που έζησα», λέει «πριν από λίγους μήνες μου επιτέθηκαν κοντά στην πλ. Βικτωρίας».
«Ο πατέρας μου με παρακαλάει κάθε μέρα να γυρίσω πίσω. Είναι μεγάλος σε ηλικία, μπορεί να πεθάνει και φοβάμαι ότι δεν θα προλάβω να τον δω». Ο 24χρονος Σαρ Ιμπραήμ κατάγεται από ένα χωριό της Σενεγάλης, οι περισσότεροι Ελληνες σίγουρα δεν ξέρουμε ούτε «περίπου» πού είναι η χώρα του στον χάρτη. Οπως λέει, στα πέντε χρόνια που βρίσκεται στην Ελλάδα δεν κατάφερε να κάνει φιλίες. «Οι μόνοι Ελληνες που γνώρισα ήταν αγρότες για τους οποίους δούλευα. Και με αυτούς δεν είχα ιδιαίτερη επικοινωνία γιατί οι προϊστάμενοί μου στη δουλειά ήταν επίσης ξένοι. Η κύρια απασχόλησή μου ήταν στις ελιές. Δεν έχω χρήματα γιατί όσα είχα μαζέψει τα προηγούμενα χρόνια τα ξόδευα για να ζήσω όταν δεν είχα δουλειά», μας λέει. Σύμφωνα με τον ίδιο, η κυριότερη «ψυχαγωγία» που είχε ήταν οι επικοινωνία μέσω Διαδικτύου με τους δικούς του. Μιλάει αρκετά καλά ελληνικά,. «Φοβάμαι. Φοβάμαι για μένα, για το μέλλον μου, για την οικογένειά μου. Αλλά φεύγω από την Ελλάδα».
14.000 αιτήσεις από τα τέλη του 2010
Περίπου 14.000 αιτήσεις μεταναστών που ζουν στην Ελλάδα και θέλουν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους έχουν κατατεθεί στον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης από τα τέλη του 2010 και καθημερινά, ιδίως το τελευταίο διάστημα, προσέρχονται δεκάδες άτομα. Οι λόγοι, σύμφωνα με τους εμπλεκομένους, για τους οποίους οι μετανάστες θέλουν να επιστρέψουν στη χώρα τους έχουν να κάνουν με την ανεργία και συνακολούθως την αδυναμία εξασφάλισης εγγράφων παραμονής, την αδυναμία μετακίνησης σε άλλες χώρες, αλλά και τις μεμονωμένες εις βάρος τους επιθέσεις. Το 2012 συνολικά 6.324 άτομα έφυγαν από την Ελλάδα με το πρόγραμμα του ΔΟΜ, ενώ περίπου 800 άτομα επαναπατρίσθηκαν με την επιπλέον οικονομική βοήθεια που προσέφερε γι’ αυτόν τον σκοπό η Νορβηγία. Πρόκειται για άτομα κυρίως απ Αφγανιστάν, Πακιστάν, Μπανγκλαντές και Ιράκ. Από αυτούς, περίπου 360 εντάχθηκαν στο πρόγραμμα επανεγκατάστασης που περιελάμβανε ειδική βοήθεια για άνοιγμα καταστημάτων ή εκπαίδευσης προκειμένου να δημιουργηθούν κίνητρα για την παραμονή τους στη χώρα τους. Η επιτυχία του προγράμματος, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΔΟΜ στην Ελλάδα κ. Δανιήλ Εσδρά, κέντρισε και το ενδιαφέρον της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία αναμένεται να διαθέσει απευθείας κονδύλια για εθελοντικό επαναπατρισμό.
Πηγη:kathimerini.gr






