Είναι αντικειμενικά μια ωραία φωτογραφία. Εχει σωστό κάδρο, ανθρώπους σε κίνηση, ο φωτισμός της είναι όπως πρέπει, τα χρώματα επίσης. Κάτι, όμως, δεν πάει καλά.
Η φωτογραφία δείχνει ένα αυτοκίνητο σε κίνηση και έναν άνθρωπο να εκτινάσσεται στον αέρα. Δύο άλλοι τρέχουν, ο ένας πανικόβλητος, ο άλλος πιο χαλαρός, γνωρίζοντας πως την έχει γλιτώσει προσωρινά. Ενας άλλος κοιτάζει σαν να αντικρίζει ένα αδιάφορο θέαμα. Ο οδηγός είναι χαλαρός, λες και πηγαίνει μια βόλτα στο πάρκο. Το κεντρικό πρόσωπο βρίσκεται στον αέρα, χτυπημένο από το αυτοκίνητο. Μάλλον πονάει και πιθανότατα θα πονέσει περισσότερο όταν πέσει. Μια μικρή καθημερινή στιγμή, ένα απόγευμα κάπου στην Κόρινθο, στις αρχές του 2012.
Το θέμα μας, όμως, δεν είναι η αρτιότητα της φωτογραφίας. Το θέμα είναι ότι, αντί να σοκάρει, αφυπνίζει καλλιτεχνικές ανησυχίες. Αντί να ανησυχεί, γαργαλάει τον φωτογραφικό ουρανίσκο. Αντί να θλίβει, προκαλεί εικαστικές παρατηρήσεις. Ετσι γίνεται, όμως, με τα πράγματα που συνηθίζεις. Στο τέλος, τα φωτογραφίζεις.
Φλασμπάκ στο βράδυ της 19ης και της 21ης Οκτωβρίου του 1999: ο 23χρονος Παντελής Καζάκος βγήκε βόλτα στη σκοτεινή πλευρά της πόλης, κοντά στην Ομόνοια. Φωνάζοντας «Είμαι ορθόδοξος εγώ, ρε», ο τότε φύλακας της ΕΡΤ, οπλισμένος με ένα Βrowning, σκότωσε δύο μετανάστες και τραυμάτισε άλλους επτά. Η τότε αθώα Αθήνα συγκλονίστηκε. Οι εφημερίδες έγραφαν σεντόνια για τη μισαλλοδοξία. Κάποιοι άλλοι, για τις σχέσεις του Καζάκου με την τότε εξόριστη στο περιθώριο Χρυσή Αυγή. Κάποια βιβλία εκδόθηκαν με λογοτεχνικές προσεγγίσεις των δολοφονιών. Ο δικαστής τού επέβαλλε δις ισόβια. Και μετά το σοκ, η ζωή συνεχίστηκε με όλο και λιγότερη αθωότητα.
Επιστροφή στο 2013. Πριν από λίγες ημέρες, κοντά στο ξημέρωμα, στα Πετράλωνα, στην οδό Τριών Ιεραρχών, δύο τύποι επάνω σε ένα μηχανάκι επιτέθηκαν στον 27χρονο Σαχζάντ Λουκμάν, ο οποίος εργαζόταν νόμιμα στην Ελλάδα, στη λαϊκή αγορά. Αυτός ήταν ποδηλάτης, αυτοί έξαλλοι, τον σταμάτησαν, τον μαχαίρωσαν, τον σκότωσαν. Στο σπίτι του ενός δολοφόνου βρέθηκαν 50 φυλλάδια της Χρυσής Αυγής. Είτε έκανε συλλογή από πολιτικά τσιτάτα αυθεντικού μίσους είτε είχε άμεση σχέση με την οργάνωση. Κανείς δεν ασχολήθηκε παραπάνω, κανείς δεν ζήτησε να «καταδικαστεί η βία». Η ζωή και πάλι συνεχίστηκε. Κανείς δεν σοκαρίστηκε δημοσίως, καμία σχέση με το 1999. Εχουν περάσει 14 χρόνια και έχουν μεσολαβήσει ακόμη αρκετοί φόνοι από την εποχή του Παντελή Καζάκου. Το σοκ είναι ξεπερασμένο.
Το αντίθετο είναι σχεδόν παρωχημένο. Το Σάββατο, κατά τη διάρκεια της Αντιρατσιστικής Πορείας στο κέντρο της Αθήνας, ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Θάνος Πλεύρης έγραψε στο Τwitter πως η πορεία είναι «ένα καρναβάλι» και πως η Αθήνα «είναι πόλη ελληνική και όχι πολυπολιτισμική». Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο ο Πλεύρης. Το πρόβλημα είναι ότι όλο και περισσότεροι έχουν συνηθίσει να ακούν αυτά που λέει ο Πλεύρης και οι όλο και περισσότεροι μιμητές του. Τα έχουν συνηθίσει τόσο, που τα θεωρούν λογικά. Το περιθώριο έγινε mainstream, ο παραλογισμός κοινή λογική, ο ρατσισμός μόδα.
Σε αυτές τις καταστάσεις, επιστρέφουμε στις σίγουρες λύσεις. Στα μυαλά ανθρώπων που έβλεπαν περισσότερα από τον εκάστοτε μέσο όρο. Στον Μάνο Χατζιδάκι, για παράδειγμα, που είχε πει: «Οποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος πάει να πει ότι του μοιάζει (…) Η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά (…) Αναμφισβήτητα, αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοηθά να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά. Η μορφή του τέρατος είναι αποκρουστική. Οταν, όμως, το πρόσωπο του τέρατος πάψει να μας τρομάζει, τότε πρέπει να φοβόμαστε. Γιατί αυτό σημαίνει ότι έχουμε αρχίσει να του μοιάζουμε».
Αυτό που χρειάζεται είναι να σταματήσουμε για λίγο την ανάγνωση της επικαιρότητας και να σκεφτούμε ποιοι ήμασταν και τι γινόμαστε. Και μετά, να δούμε με άλλα μάτια αυτή τη φωτογραφία. Να εστιάσουμε στο πρόσωπο του οδηγού: θα διαπιστώσουμε πως είναι τόσο συνηθισμένο, τόσο ατάραχο, τόσο καθημερινό, που σχεδόν μας μοιάζει.
* Η φωτογραφία του Ιταλού Αλεσάντρο Πένσο απέσπασε το βραβείο Terry O’Neill και εκτίθεται ως τις 31 Ιανουαρίου στη Strand Gallery του Λονδίνου.
Αναδημοσίευση άρθρου του Δημήτρη Θεοδωρόπουλου από Το Βήμα
*Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι του συγγραφέα και δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να θεωρηθεί ότι αντανακλούν την επίσημη άποψη της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες






