Η Ιστορία επί σκηνής: το Ζ του Β. Βασιλικού στο Εθνικό Θέατρο

Η Ιστορία επί σκηνής: το Ζ του Β. Βασιλικού στο Εθνικό Θέατρο

Μια κατεξοχήν πολιτική παράσταση

Της Έφης Γιαννοπόυλου

Όταν τον Μάρτιο του 2011 το Εθνικό Θέατρο ανακοίνωνε διετές ρεπερτόριο υπό τον τίτλο «Τι είναι η πατρίδα μας;», η επιλογή της Έφης Θεοδώρου να μεταφέρει στη σκηνή το μυθιστόρημα Ζ του Βασίλη Βασιλικού κέντρισε οπωσδήποτε το ενδιαφέρον. Στο πλαίσιο ενός προγραμματισμού που εστίαζε στη διερεύνηση της εθνικής μας ταυτότητας μέσα από θεατρικά (κυρίως) έργα που είτε αποτελούν σταθμούς στην ελληνική δραματουργία είτε, στην περίπτωση που δεν είναι ελληνικά, εμπνέονται από ελληνικούς μύθους, το Ζ ξεχώριζε όχι μόνο επειδή είναι ένα από τα λίγα μη θεατρικά, αφηγηματικά, κείμενα, ούτε μόνο επειδή αφορά την πρόσφατη και αρκετά ταραγμένη ιστορία μας, αλλά και επειδή η παράσταση θα έπρεπε να αναμετρηθεί με ένα σημαντικό μυθιστόρημα, που προκάλεσε αίσθηση όταν κυκλοφόρησε, το 1966, αλλά και με μια ταινία-σταθμό στην ιστορία του πολιτικού κινηματογράφου. Με το Ζ του Βασιλικού Βασιλικού, αλλά και το Ζ του Κώστα Γαβρά. Λίγοι ωστόσο θα μπορούσαν να φανταστούν τότε πόσο επίκαιρο θα ήταν το Ζ τη στιγμή που θα ανέβαινε πια στη σκηνή, το Δεκέμβριο του 2012.

Και δεν είναι μόνο η είσοδος στη Βουλή και η περαιτέρω δημοσκοπική άνοδος της Χρυσής Αυγής. Ούτε οι «σχέσεις στοργής» που φαίνεται να συνδέουν την ελληνική αστυνομία με τα τέκνα των «αρπακτικών» και των «σαρκοβόρων» που στοιχειώνουν το μυθιστόρημα του Βασιλικού. Είναι που στον δημόσιο χώρο επανέρχονται ρητορικές και πρακτικές που θυμίζουν άλλες εποχές. Μόλις χτες ο υπουργός Ανάπτυξης Κωστής Χατζηδάκης από το βήμα της Βουλής αναρωτήθηκε για το σεβασμό που τρέφει το ΚΚΕ στη συνταγματική νομιμότητα. Λίγες μέρες νωρίτερα ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Ν. Δένδιας αμφισβητούσε την πρόσφατη «διαδικασία μετάβασης» του ΣΥΡΙΖΑ προς τη νομιμότητα. Μνήμες εποχών που τα κομμουνιστικά κόμματα ήταν πράγματι εκτός νόμου.

Επί σκηνής η ιστορία του Ζ ξετυλίγεται μέσα σ’ ένα σκηνικό λιτό, όπου κυριαρχεί ένα τεράστιο μακρόστενο τραπέζι, γκρίζα χρώματα, ένα τεράστιο φωτιστικό από νέον που ανεβοκατεβαίνει ανάλογα με τις ανάγκες κάθε επεισοδίου, κάποια λίγα αντικείμενα που παραπέμπουν στην εποχή που συμβαίνουν τα πραγματικά γεγονότα, ίδιο ύφος και τα ρούχα. Η Έφη Θεοδώρου δεν φέρνει την ιστορία στο παρόν, αλλά καθιστά σαφές ότι το βλέμμα που τη φωτίζει προέρχεται από το σήμερα. Έχοντας επιδείξει και στο παρελθόν την ικανότητά της στη σκηνική μεταφορά λογοτεχνικών κειμένων (με τις Έξι νύχτες στην Ακρόπολη του Γ. Σεφέρη, που παρουσιάστηκαν στο ΚΘΒΕ το 2004) δεν μετατρέπει το μυθιστόρημα σε θεατρικό έργο, αλλά διατηρεί τον αφηγηματικό του χαρακτήρα, αφήνοντας έτσι χώρο και στον σκηνικό σχολιασμό της δράσης. Γι’ αυτό και η επιτυχία του εγχειρήματός της ξεκινά από το χειρισμό του μυθιστορηματικού υλικού. Το δικό της, δεύτερο, μοντάζ του κειμένου συμπυκνώνει την ουσία του μυθιστορήματος μέσα στον περιορισμένο χρόνο μιας θεατρικής παράστασης. Και καταφέρνει να διατηρήσει την ισορροπία μεταξύ του υλικού τεκμηρίωσης που χρησιμοποίησε ο Βασιλικός και του ποιητικού του αιτήματος που εκφράζεται μέσα από τα λυρικά αποσπάσματα του κειμένου.

Σ’ αυτό το σκηνικό και κειμενικό περιβάλλον οι εννιά ηθοποιοί εναλλάσσουν ρόλους φανερά πάνω στη σκηνή, φτιάχνουν χώρους, δημιουργούν το σύμπαν μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία. Από τη μια, τα αρπακτικά, οι βροντόσαυροι, τα σαρκοφάγα, κράτος και παρακράτος που κινούνται μεταξύ φωτός και σκότους, στο μεταίχμιο μεταξύ νόμου και παρανομίας, ένας ζοφερός κόσμος που έχει επιβιώσει από τον εμφύλιο διχασμό αφού κατάφερε όχι μόνο να μη λογοδοτήσει για τίποτα, αλλά και να καταλάβει στρατηγικές θέσεις του κρατικού μηχανισμού. Από την άλλη κυρίως μεμονωμένα πρόσωπα, άτομα, ο Ζ (δηλαδή ο Γρηγόρης Λαμπράκης), ο ανακριτής, ο εισαγγελέας, ο δημοσιογράφος (τρία πραγματικά πρόσωπα που αναλαμβάνουν σχεδόν προσωπικά την εξιχνίαση του φόνου και αποκαλύπτουν τη σκοτεινή και δυσώδη όψη των μηχανισμών), αλλά και η γυναίκα του Ζ, που κινείται σε έναν άλλο δικό της άξονα, του έρωτα και της μνήμης, και ενίοτε έρχεται σε αντιπαράθεση με το σύμπαν όπου ο νεκρός αγαπημένος μετατρέπεται σε ήρωα, «σε φωτογραφία», όπως λέει ο ίδιος ο Ζ. Γύρω τους οι ίδιοι ηθοποιοί συγκροτούν κι έναν άλλο ευρύτερο κύκλο, των ανώνυμων και αφανών ηρώων της Ιστορίας, τον τρόπο με τον οποίο οι δικές τους ζωές εμπλέκονται στο στρόβιλο των μεγάλων γεγονότων.

Η παράσταση που παρουσιάζεται στο Εθνικό μέχρι τις 24/2 είναι μια κατεξοχήν πολιτική παράσταση, ένα ξανακοίταγμα της ταραχώδους δεκαετίας του ’60, ενώ γύρω μας τρέχει ένα παρόν που τη θυμίζει και σε κάποιο βαθμό απορρέει από αυτήν. Την ξανακοιτάζει όμως με τη γλώσσα του θεάτρου, της τέχνης, από αυτήν αντλεί τα μέσα και τα εργαλεία για να προσφέρει γνώση και συγκίνηση. Μέσα και εργαλεία σύγχρονα και απλά, χωρίς καμιά διάθεση εντυπωσιοθηρίας. Όλοι οι συντελεστές της παράστασης δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό σ’ ένα αρμονικά ενορχηστρωμένο σύνολο.

Μ’ αυτή την έννοια το Ζ ανταποκρίνεται με τον καλύτερο τρόπο και στο ελαφρώς ειρωνικό ερώτημα που δεσπόζει στο διετές πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου, στο στίχο «Τι είναι η πατρίδα μας;». Και φωτίζει ένα δρόμο απάντησής του, η πατρίδα μας είναι η ιστορία μας και οι τρόποι που μέσα στα χρόνια επιλέξαμε για να την αφηγηθούμε.

Έφη Γιαννοπούλου

Πηγη:rednotebook.gr

59