Για ορισμένους η ρίζα του Κυπριακού προβλήματος βρίσκεται στην «προαιώνια εθνοτική» σύγκρουση ανάμεσα σε Ε/κ και Τ/κ. Ω-στόσο η ιστορική εμπειρία δεν επιβεβαιώνει αυτή την άποψη. Επί αιώνες συνυπήρχαν αρμονικά, χωρίς ιδιαίτερες συγκρούσεις, οι δυο εθνότητες στο νησί. Μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα Ε/κ και Τ/κ διαβίωναν ειρηνικά δίπλα-δίπλα σε μικτά χωριά και πόλεις. Τα μικτά χωριά το 1891 ήταν 346, ακόμα και το 1931 ήσαν 252 αλλά έκτοτε μειώνονταν με αυξανόμενο ρυθμό. Το 1960 ήσαν 114 και μόνο 48το 1970.
Η θρησκεία δεν αποτελούσε εμπόδιο για την συνύπαρξη.Υπήρχαν μέχρι τον 19ο
αιώνα αρκετές περιπτώσεις μικτών γάμων. Επιπλέον:«Χαρακτηριστικό της αρμονικής αλληλόδρασης και της μηύπαρξης αγεφύρωτου χάσματος μεταξύ των δυο κοινοτήτων είναι και η εμφάνιση μιας ιδιότυπης, ίσως μοναδικής στο είδοςτης, θρησκευτικής κοινότητας, οι Λινοβάμβακες, οι οποίοι ήσαν ταυτόχρονα και χριστιανοί και μουσουλμάνοι, δηλαδή χριστιανομουσουλμάνοι. […] Ακόμη και γλωσσικά, η ελληνική κυπριακή διάλεκτος που χρησιμοποιούσαν οι χριστιανοί και ητουρκική κυπριακή διάλεκτος των μουσουλμάνων δεν απείχαν μεταξύ τους τόσο, όσο τα φιλολογικά Ελληνικά από τα φιλολογικά τουρκικά που διδάχθηκαν οι κάτοικοι επί αγγλοκρατίας».
Η ενότητα των δυο κοινοτήτων σφυρηλατήθηκε σε κοινούς αγώνες. Στην ιστορία της Κύπρου έγιναν πολλές κοινές αγροτικές εξεγέρσεις, χριστιανών και μουσουλμάνων, ενάντια στους προύχοντες (και ενάντια στην εκκλησία, που ήταν ο μεγαλύτερος φεουδάρχης του νησιού). Στα 1665, 1680, 1712, 1764-1765, 1783, 1804, 1833, πραγματοποιήθηκαν οι μεγαλύτερες κοινές εξεγέρσεις.
Η «εθνοτική σύγκρουση» ήταν άγνωστη στη Κύπρο, επί αιώνες,και για ένα επιπλέον λόγο. Πριν την επικράτηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής οι κοινωνίες δεν διαχωρίζονταν με βάση την εθνότητα, αλλά με θρησκευτικά κριτήρια. Ήταν ο καπιταλισμός, ιδιαίτερα από τα τέλη του 18 ου
αιώνα (από την Γαλλική Επανάσταση του 1789 και μετά), που διαχώρισε τους λαούς του πλανήτη σε εθνότητες. Οι καπιταλιστές δημιούργησαν το έθνος εξαλείφοντας τον φεουδαρχικό κατακερματισμό, χτίζοντας μια ενιαία εσωτερική αγορά για τα εμπορεύματά τους. Με την ανάπτυξη ενός πανεθνικού εκπαιδευτικού συστήματος, εξάλειψαν τις απειράριθμες τοπικές διαλέκτους, κυριολεκτικά δημιουργώντας τις διάφορες εθνικές γλώσσες – αρχικά για τις ανάγκεςτης παραγωγής. Με αυτό τον τρόπο τέθηκαν οι βάσεις για την ανάπτυξη των «εθνικών διηγήσεων» – του εθνικισμού. Τον εθνικισμό οι καπιταλιστές τον χρειάζονται βασικά για δυο λόγους: Στον ανταγωνισμό τους με τους «αλλοεθνείς» καπιταλισμούς, ιδιαίτερα όταν οι οικονομικοί ανταγωνισμοί μετατρέπονται σε πολεμικές συγκρούσεις. Και δεύτερον, σαν μέσο διάσπασης των αγώνων των εργαζομένων στο εσωτερικό, ανάμεσα σε ντόπιους και ξένους, πολύ περισσότερο ανάμεσα σε«κυρίαρχη εθνότητα» και σε μια μειονότητα. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού δημιούργησε, και στην περίπτωση της Κύπρου, την εθνοτική σύγκρουση. Στον 20ο αιώνα οι εθνικές διαφορές Ελλάδας – Τουρκίας μεταφέρονται στην Κύπρο, ιδιαίτερα με τους Βαλκανικούς Πολέμους και την Μικρασιατική εκστρατεία. «Ο ελληνικός εθνικισμός διαμορφώθηκε από τον αγώνα ενάντια στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ο δε τουρκικός ως αντίδραση στη Μεγάλη Ιδέα».
Από εκείνη την περίοδο, η ε/κ άρχουσα τάξη επιβάλει στα σχολεία της Κύπρου κανονισμούς και βιβλία που είναι ίδια με αυτά της Ελλάδας. Στους τοίχους των τάξεων υπήρχαν τα πορτρέτα του βασιλιά Κωνσταντίνου, του Βενιζέλου καθώς και ο χάρτης της Ελλάδας. Με αυτούς τους τρόπους αρχίζει συστηματικά να καλλιεργείται η ιδέα της ένωσης Ελλάδας – Κύπρου στους Ε/κ. Η τ/κ κοινότητα αγνοείται, παραβλέπεται από την ε/κ άρχουσα τά-ξη. Σε αντίδραση από την τ/κ πλευρά, και υπό την ηγεσία της τ/κ άρχουσας τάξης, αρχίζει να καλλιεργείται έντονα ο τουρκικός εθνικισμός.
Η απαίτηση της ένωσης Κύπρου – Ελλάδας δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει αποδεκτή από τους Τ/κ.
Το βεβαρημένο παρελθόν Ελλάδας– Τουρκίας σε ανταλλαγές πληθυσμών, δεν άφηνε καμιά αμφιβολία στους Τ/κ τι θα συνέβαινε σε περίπτωση πραγματοποίησης της ένωσης Ελλάδας – Κύπρου: απλά και καθαρά θα τους μετέτρεπαν σε πρόσφυγες. Άλλωστε οι Τ/κ είχαν δυο πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα να τους υπενθυμίζουν το τι θα γινόταν, σε περίπτωση ένωσης Ελλάδας – Κύπρου. Στην Κρήτη, πριν την ένωση της με την Ελλάδα το 1913, το 30% του πληθυσμού ήσαν Τούρκοι. Δεν απέμεινε κανείς από αυτούς λίγα χρόνια μετά. Ακόμα πιο πρόσφατα, τα Δωδεκάνησα «παραχωρήθηκαν» στην Ελλάδα το 1947 από την Ιταλία. Συνολικά οι Τούρκοι αποτελούσαν το 6,1% του πληθυσμού (στη Ρόδο το 10,8% και στη Κωτο 12,2%).
Όπως και στην περίπτωση της Κρήτης, η τουρκική μειονότητα των Δωδεκανήσων απλώς εξαλείφθηκε. Επιπλέον ούτε η Τουρκία ήταν διατεθειμένη να επιτρέψει την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Θεωρούσε ότι μια ένωση θα ανέτρεπετις «λεπτές ισορροπίες» μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας. Με δεδομένο ότι το Αιγαίο ήταν διάσπαρτο από ελληνικά νησιά, και η θαλάσσια επικοινωνία της ήταν «εκ των πραγμάτων προβληματική», σε περίπτωση ένωσης και της Κύπρου με την Ελλάδα θα αντιμετώπιζε το ίδιο πρόβλημα και στο νότο. Τα λιμάνια της Μερσίνης και της Αλεξανδρέττας θα έχαναν μεγάλο μέρος της στρατηγικής τους αξίας.
Σε κάθε περί-πτωση, η Τουρκία θεωρούσε ότι μια ενδεχόμενη ένωση Ελλάδας – Κύπρου, θα έβλαπτε τα «ζωτικά εθνικά συμφέροντά» της. Επομένως, η απαίτηση της ένωσης εγκυμονούσε εξ’ αρχής την σύγκρουση Ελλάδας– Τουρκίας. Η προπαγάνδα Ελλήνων και Ε/κ καπιταλιστών, υποστήριζε ότι το αίτημα της ένωσης ήταν «δίκαιο», από τη στιγμή που η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού ήσαν Ε/κ (80% του πληθυσμού έναντι 18% τωνΤ/κ). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμιστεί η διεθνής εμπειρία: Όταν μια εθνική μειονότητα είναι κάτω από 5% του πληθυσμού, τότε για να μην υπάρχει «εθνοτική ένταση», πρέπει να γίνουν σεβαστά τα μειονοτικά δικαιώματα: μειονοτικά σχολεία, σεβασμός της γλώσσας,της θρησκείας κ.λπ.. Όταν όμως η μειονότητα είναι μεγάλη, όπως στην περίπτωση της Κύπρου, τότε σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να υποβιβαστεί στο επίπεδο της απλής μειονότητας, αλλά πρέπει, εκ των πραγμάτων, να αναγνωριστεί σαν ξεχωριστή εθνότητα εντός των συνόρων ενός κράτους. Τότε χρειάζονται πολύ περισσότερα από απλά μειονοτικά δικαιώματα: κάποια μορφή τοπικής αυτοδιοίκησης και αυτονομίας σε μειονοτικές περιοχές, και επιπλέον, μεγαλύτερη του αναλογικού εκπροσώπηση στο κοινοβούλιο και τον κρατικό μηχανισμό.Το ιστορικό παράδειγμα της Ελβετίας, όπου οι Γερμανοελβετοί αποτελούν το 63,7% του πληθυσμού, οι Γαλλοελβετοί το 19,2% και οι Ιταλοελβετοί το 7,6% του ελβετικού πληθυσμού, δείχνει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει ένα πολυεθνικό κράτος ως πολυεθνικό κράτος (κι όχι ως το κράτος μιας μόνο εθνότητας στο εσωτερικό του οποίου υπάρχουν άλλες εθνικές μειονότητες) είναι να «υπερεκπροσωπούνται» στον κρατικό μηχανισμό οι μειονότητες. Και οι τρεις γλώσσες (Γερμανικά, Γαλλικά και Ιταλικά) θεωρούνται ισότιμες και είναι ταυτόχρονα και οι τρεις επίσημες γλώσσες της Ελβετίας. Η Ελβετία αποτελείται από 23 καντόνια (τρία από τα οποίαυποδιαιρούνται στο εσωτερικό τους σε μικρότερα καντόνια), τα οποία έχουν μεγάλη αυτοδιοίκηση στο εσωτερικό τους, εκπροσωπούνται όλα στην κυβερνητική λειτουργία της χώρας, και οι αποφάσεις παίρνονται από το κοινοβούλιο μετά από μακρές και επίπονες διαπραγματεύσεις και πολύπλοκους συμβιβασμούς:«[η Ελβετία] έχει μια αδύναμη συλλογική εκτελεστική εξουσία, που εκπροσωπεί μεν όλα τα καντόνια, που δυσκολεύεται ό-μως στη λήψη αποτελεσματικών και γρήγορων αποφάσεων.[…] το ελβετικό μοντέλο, που εμείς οι συνταγματολόγοι ονομά-
ζουμε σύστημα της κυβερνώσας βουλής και που είναι το μοναδικό στον κόσμο, λειτουργεί γιατί έχει μια μακρά προϊστορίακαι στηρίζεται στην καλή θέληση συνεργασίας μεταξύ των καντονίων».
Η παρατήρηση που πρέπει να γίνει εδώ είναι ότι παρά την «αδύναμη κυβέρνηση», η Ελβετία είναι μια από τις πλουσιότερες καπιταλιστικές χώρες του πλανήτη, που σημαίνει ότι όσο πολύπλοκες και να είναι οι κυβερνητικές λειτουργίες, παρ’ όλα αυτά λειτουργούν αποτελεσματικά. Όσο για την «μακρά προϊστορία» συνεργασίας των καντονιών, που προφανώς λέγεται σε αντιπαράθεση με την Κύπρο, εκτός από το γεγονόςπου προαναφέραμε, ότι δηλαδή επί αιώνες οι δυο εθνότητες συνυπήρχαν αρμονικά, είναι αναγκαίο να τονιστεί το εξής: Η συνύπαρξη δυο εθνοτήτων μπορεί να είναι το αποτέλεσμα είτε«πολιτικής βούλησης» των εκπροσώπων της άρχουσας τάξης, που πη-γάζει από το γεγονός ότι τα ταξικά συμφέροντα των καπιταλιστών τωνδυο πλευρών μπορούν να «συμπορευτούν» και να υπάρξει αμοιβαίο ό-φελος ανεξαρτήτως «προϊστορίας», είτε κοινών «λαϊκών» αγώνωντων δυο εθνοτήτων. Παράδειγμα της πρώτης περίπτωσης είναι η περίφημη «αιώνια ελληνοτουρκική φιλία», την οποία δρομολόγησαν στα 1928, ο Κεμάλ Ατατούρκ και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, λίγα μόλις χρόνια μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα «αβυσσαλέου εθνικού μίσους»και πολέμων ανάμεσα στις δυο χώρες. Η «αιώνια ελληνοτουρκική φιλία» διάρκεσε πάνω από είκοσι χρόνια (θα ανατραπεί από το Κυπρια-κό στα μέσα της δεκαετίας του 1950).Ένα άλλο παράδειγμα αντίστοιχο του ελβετικού είναι το Βέλγιο,που θεωρείται ότι έχει το «πιο περίπλοκο σύστημα στον κόσμο».Πρόκειται για ομοσπονδία τριών κρατών, των Φλαμανδών(5.952.552), των Βαλόνων (3.346.457), και της περιοχής γύρω από τις Βρυξέλες (964.405)
– υπάρχει επιπλέον μια γερμανόφωνη κοινότητα με μεγάλη αυτονομία παρ’ ότι είναι αριθμητικά μικρή (71.036). Ε-πίσημες γλώσσες είναι τα Γαλλικά, Ολλανδικά και Γερμανικά. Σε πολλά θέματα (παιδία, τουρισμό, πολιτισμό) το Βέλγιο εκπροσωπείται στην Ε.Ε. από εκπροσώπους των περιφερειών και όχι από την ομο-σπονδιακή κεντρική κυβέρνηση. Σε άλλα θέματα (δημόσια υγεία, πε-ριβάλλον) εκπροσωπείται τόσο από τον ομόσπονδο υπουργό όσο και από εκπρόσωπο των περιφερειών.
Στον Καναδά οι γαλλόφωνοι αποτελούν το 32% του συνολικούπληθυσμού, ενώ στην περιοχή του Κεμπέκ φτάνουν το 78%. Στο Κεμπέκ τις δεκαετίες του 1960 και 1970, δημιουργήθηκε ένα ισχυρό απο-σχιστικό κίνημα που επιζητούσε την ανεξαρτησία από τον Καναδά. ΤοΑπελευθερωτικό Μέτωπο του Κεμπέκ (FLQ) προχώρησε σε ένοπληδράση, όπως η τοποθέτηση βομβών στο Μόντρεαλ. Μόνο όταν η κυβέρνηση του Καναδά αναγνώρισε την «ξεχωριστή εθνική ταυτότητα»στο Κεμπέκ, παρέχοντας του μεγάλο βαθμό τοπικής αυτονομίας και αυτοδιοίκησης, η «εθνοτική» ένταση υποχώρησε.
Σε αντιπαράθεση με τα προηγούμενα παραδείγματα, τα Βαλκάνια είναι διάσπαρτα από «εθνοτικές συγκρούσεις», όπως συμβαίνει με τιςαλβανικές μειονότητες στα διάφορα νέα βαλκανικά κράτη, ή τους Κούρδους στην Τουρκία. Ο προφανής λόγος είναι ότι όχι μόνο δεν αναγνωρίζονται οι μεγάλες εθνικές μειονότητες σαν ξεχωριστές εθνότητες, αλλά και τους αφαιρούνται ακόμα και τα στοιχειώδη μειονοτικά τους δικαιώματα. Με τον ίδιο τρόπο οι Ε/κ καπιταλιστές (μέχρι το 1974) δεν ήσαν διατεθειμένοι να αναγνωρίσουν στο 18% του πληθυσμού κανένα (ακόμα και) μειονοτικό δικαίωμα. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα θα είναι το «εθνικό» μίσος και η σύγκρουση.Τα παραπάνω θα έπρεπε να αποτελούν «κοινό τόπο», όχι όμως όταν παρεμβάλλονται τα συμφέροντα των καπιταλιστών. Η ελληνική κυβέρνηση είναι εθισμένη στην διγλωσσία. Στο εσωτερικό της Ελλάδας δεν αναγνωρίζεται καμιά εθνική μειονότητα όσο μικρή και να είναι (οι Τούρκοι της Θράκης αποτελούν μόλις το 1,5% του πληθυσμούτης Ελλάδας, αλλά δεν αναγνωρίζονται με τα εθνικά χαρακτηριστικά τους, παρά σαν «μουσουλμανική μειονότητα»). Στα τέλη του 1991 μια ομάδα Ελλήνων βουλευτών, από την Δεξιάως την Αριστερά, επισκέφθηκε την κοιλάδα Μπεκάα στη Συρία και η Ελισάβετ Παπαζώη του ΠΑΣΟΚ (αργότερα αναπληρώτρια υπουργόςεξωτερικών της Ελλάδας) επιδοκίμασε δημόσια την δράση των Κούρ-δων ανταρτών: «Εμείς, οι αντιπρόσωποι του Ελληνικού Κοινοβουλίου υποστηρίζουμε τον δίκαιο αγώνα σας για ανεξαρτησία και ελευθερία».
Οποία υποκρίτρια! Οι Κούρδοι αποτελούν περίπου το 20% τουπληθυσμού της Τουρκίας – όσο σχεδόν και οι Τ/κ στην Κύπρο, στουςοποίους όμως δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα τους να έχουν δικό τους κράτος.
Αλλά η δήλωση της είναι ταυτόχρονα απόλυτα κυνική. Όταν τα συμφέροντα του ελληνικού καπιταλισμού το επέβαλαν, η ελληνική κυβέρνηση παρέδωσε, το 1999, τον ηγέτη των Κούρδων Οτσαλάνστην Τουρκία. Η ελληνική κυβέρνηση «σκίζει τα ιμάτιά της» για τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία – κατά πολύ μικρότερης της τ/κ (το 2002 ο πληθυσμός στην Αλβανία αποτελείτο κατά 95% από Αλβανούς και μόλις 5% από Έλληνες, Αθίγγανους, Σέρ-βους και Βούλγαρους). Επί πλέον η Αθήνα «έκλεινε τα μάτια» στην εθνοκάθαρση των Αλβανών στην πρώην Γιουγκοσλαβία (ο σφαγέας Κάραζιτς έχει τιμηθεί με μετάλλιο από την ελληνική εκκλησία!). Στην Κύπρο, στα τέλη της δεκαετίας του 1940, η κατάσταση που διαμορφωνόταν ήσαν ξεκάθαρη: Αν επικρατούσε η απαίτηση για ένωση Ελλάδας – Κύπρου, τότε αναπόφευκτα θα υπήρχε σύγκρουση Ε/κ – Τ/κ, και παράλληλα εμπλοκή στο Κυπριακό Ελλάδας – Τουρκίας με κίνδυνο ελληνοτουρκικό πόλεμο. Αν αντίθετα επικρατούσε το αίτημα για ανεξάρτητη και δημοκρατική Κύπρο, όπου η τ/κ μειονότητα θα αναγνωριζόταν σαν εθνότητα με όλα τα δικαιώματα που αυτό συνεπά-γεται, τότε και μόνο τότε, θα άνοιγε η προοπτική κοινών αγώνων Ε/κ – Τ/κ κατά της βρετανικής αποικιοκρατίας, και αργότερα ειρηνικής συμβίωσης των δυο εθνοτήτων.
Πηγη:http://www.scribd.com/doc/49090331/Το-Κυπριακό-από-τον-Β΄-Παγκόσμιο-Πόλεμο-μέχρι-και-το-σχέδιο-Ανάν-Πολιτικό-Καφενείο






