Χουντοπασχαλιά [ Με τη ΜΑΡΙΑ ΣΑΜΠΑΤΑΚΑΚΗ ]

Χουντοπασχαλιά [ Με τη ΜΑΡΙΑ ΣΑΜΠΑΤΑΚΑΚΗ ]

1001957_4164835094451_8126895918856937776_n«Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 είχα ξεκινήσει να δραστηριοποιούμαι στον τομέα της παραγωγής ηλεκτρολογικού υλικού. Πιο συγκεκριμένα, είχα φτιάξει μαζί με τα αδέρφια μου μια βιοτεχνία παραγωγής πινάκων. Η δουλειά μας πήγε πολύ καλά. Ημασταν από τους πρώτους στην Ελλάδα που ασχοληθήκαμε με το συγκεκριμένο αντικείμενο και έπειτα από δέκα χρόνια είχαμε να επιδείξουμε πολλές καινοτομίες.

»Ημουν και στέλεχος της ΕΔΑ. Οχι αυτό που λέμε πρωτοκλασάτο, αλλά είχα δράση. Μου άρεσαν τα πολιτιστικά και μ’ αυτά ασχολιόμουνα. Τότε στις τοπικές οργανώσεις σύχναζαν σπουδαίοι άνθρωποι, του πνεύματος, καλλιτέχνες, ο Μίκης, ο Λειβαδίτης, ο Ρίτσος, ο Κατράκης. Εγώ είχα αναλάβει να οργανώνω εκδηλώσεις. Ενιωθα πως κάτι άλλαζε, πως κάτι φτιάχναμε που άξιζε τον κόπο, πως δημιουργούσαμε έναν κόσμο καλύτερο και αισθανόμουν περήφανος που μετείχα. Παρά το κυνηγητό απ’ τους αστυνομικούς -πήγαιναν συχνά-πυκνά σπίτι μου και ρωτούσαν για μένα τη μάνα μου, άλλοτε με τραβολογούσαν στο τμήμα- δεν πτοήθηκα.

Στις εκλογές του ’61 κατέβηκα στο χωριό να ψηφίσω. Είχα εκεί τα εκλογικά μου δικαιώματα. Σάββατο μεσημέρι έφτασα και έκανα μια βόλτα να δω συγγενείς και φίλους. Με πήρε το βράδυ, κουτσοπίνοντας με το θείο μου, και κατά τα μεσάνυχτα που με ‘πιασε η νύστα, τον αποχαιρέτησα κι έφυγα πεζή για το σπίτι μου, λίγο παρακάτω. Φώτα δεν υπήρχαν, ένα φαναράκι που κρατούσα για να βλέπω, ίσα που έφεγγε. Ξάφνου δέχτηκα χτύπημα στο κεφάλι και μια μπάσα φωνή φώναξε «σφάξ’ τον». Ενας δεξιός ξάδερφός μου, τομάρι και υπόκοσμος, μέλος της παρακρατικής «καρφίτσας», μου είχε στήσει την ενέδρα. Στεκόμουν στην άκρη μιας ρεματιάς για καλή μου τύχη και καθώς προσπαθούσα να απωθήσω τους δύο επιτιθέμενους, έσπρωξα τον έναν, γλίστρησε και έπεσε. Ο άλλος φοβήθηκε και το ‘βαλε στα πόδια.

Γλίτωσα απ’ τους φονιάδες, αλλά όχι κι απ’ τη μουρμούρα της μάνας μου, που με παρακάλια και κλάματα με υποχρέωσε να ξεκόψω απ’ τις οργανώσεις της ΕΔΑ. Καταπιάστηκα με τη δουλειά, αφοσιώθηκα σ’ αυτήν και πρόκοψα. Τους συντρόφους όμως δεν τους ξέχασα. Οποιος είχε ανάγκη τον βοηθούσα. Λεφτά, δουλειά, κρησφύγετο, ό,τι χρειαζόταν.

»Το καθεστώς της 21ης Απριλίου -και παρά τις περί του αντιθέτου φοβίες μου- δεν με πείραξε. Βλέπεις, ήμουν σοβαρός επιχειρηματίας πια. Και το χρήμα είναι πάνω απ’ όλα. Ως την άνοιξη του ’70, οπότε και συνέβη κάτι το εντελώς απροσδόκητο. Πλησίαζε το Πάσχα και πήρα ένα τηλεφώνημα στο γραφείο, με το οποίο σημαίνον πρόσωπο της «επαναστάσεως» μου ζητούσε να συναντηθούμε, όπερ και εγένετο. «Λοιπόν κύριε, θα σας μιλήσω ανοιχτά. Εχουμε στη διάθεσή μας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Χρειαζόμαστε μία εταιρεία-βιτρίνα να κόψει εικονικά τιμολόγια για υλικό που δήθεν αγοράστηκε από το Δημόσιο. Αν δεχθείτε να είναι η δική σας, θα λάβετε ως αμοιβή το μισό του συγκεκριμένου ποσού. Το υπόλοιπο θα καρπωθούμε ο γαμπρός μου κι εγώ». Απόρησα και ρώτησα γιατί απευθύνθηκε σε μένα. «Διότι είσθε κομμουνιστής, αγαπητέ μου! Το καλύτερο άλλοθι. Ποιος θα μας υποψιασθεί;».

»Εδωσα αρνητική απάντηση και έφυγα αηδιασμένος. «Δύσκολα θ’ αναστηθεί αυτός ο τόπος», μονολόγησα. Εκτοτε ήταν της μοίρας μου γραφτό να γνωρίσω κι άλλα τέτοια σιχάματα».

Πηγη: fb Nikos Fil

144