Κώστας Βάρναλης: Το Φως που πάντα Καίει…

Κώστας Βάρναλης: Το Φως που πάντα Καίει…

Screenshot_52ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ (1884-1974). Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε το 1884 στον Πύργο της Βουλγαρίας (τότε Ανατολικής Ρωμυλίας), όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897.

Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο και γράφτηκε στα Ζαρίφεια Διδασκαλεία. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του το 1902 και διορίστηκε δάσκαλος στο σχολείο του Πύργου σε ηλικία δεκαοχτώ ετών. Τον ίδιο χρόνο έφυγε για σπουδές στην Αθήνα με υποτροφία του κληροδοτήματος του Νικόλαου Παρασκευά από τη Βάρνα.

Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή και πήρε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών.

Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ το οποίο κυκλοφόρησε δέκα τεύχη.

Το 1908 αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή και διορίστηκε ελληνοδιδάσκαλος στην Αμαλιάδα. Από εκεί έστειλε στο περιοδικό Νέα Ζωή της Αλεξάνδρειας το ποίημα Θυσία. Μετά από άρνηση του περιοδικού να το δημοσιεύσει, μέλη της Νέας Ζωής αποχώρησαν και δημιούργησαν το περιοδικό Γράμματα, όπου και δημοσιεύτηκε η Θυσία.  Τρία χρόνια αργότερα έγινε σχολάρχης στην Αργαλαστή του Πηλίου και μετά από κατηγορίες εναντίον του για εμπλοκή στην υπόθεση των Αθεϊκών του Βόλου μετατέθηκε στα Μέγαρα. Μετά το δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος με τους «απαλλαγέντας και αγυμνάστους του 1900-1902», φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Γληνού και το 1915 διορίστηκε σχολάρχης στην Κερατιά Αττικής.

Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση και ως το 1916 ολοκλήρωσε τους Ηρακλείδες του Ευριπίδη, τον Αίαντα του Σοφοκλή, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Φλωμπέρ.

Το 1916 επιστρατεύτηκε ξανά, αυτή τη φορά στη Λήμνο (είχε προηγηθεί η λήξη της Βουλγαρικής ουδετερότητας). ο 1917 διορίστηκε καθηγητής στο Γυμνάσιο Πειραιά, και το 1919 έφυγε με υποτροφία για μετεκπαίδευση στην αισθητική και τη νεοελληνική φιλολογία στο Παρίσι.

Η εκεί παραμονή του σηματοδότησε την ιδεολογική προσχώρησή του στο μαρξιστικό διαλεκτικό υλισμό, καρπός της οποίας στάθηκε το ποίημα Προσκυνητής. Μετά την πτώση της κυβέρνησης Βενιζέλου η υποτροφία του διακόπηκε και ο Βάρναλης επέστρεψε στην Αθήνα, όπου στις αρχές του 1821 διορίστηκε καθηγητής στο Γ΄ Γυμνάσιο του Πειραιά. 99395

Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου έγραψε στην Αίγινα Το Φως που καίει, που εξέδωσε ένα χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας (δέυτερη αναθεωρημένη έκδοση πραγματοποίησε το 1933).

Το 1922 δημοσίευσε επίσης τους Μοιραίους στο περιοδικό Νεολαία και τη Λευτεριά στο περιοδικό Μούσα.

Το φθινόπωρο του 1923 μετά από ανάκληση της διακοπής της υποτροφίας του ξαναπήγε στο Παρίσι, όπου έμεινε στο σπίτι του φίλου του χαράκτη Γιάννης Κεφαληνού. Το 1924 γύρισε στην Αθήνα και δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία υπό τη διεύθυνση του Γληνού.

Ένα χρόνο αργότερα σημειώθηκε η κριτική διαμάχη του Βάρναλη με τον Γιάννη Αποστολάκη. Ο Βάρναλης δημοσίευσε το δοκίμιο Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική, αντιτιθέμενος στην ιδεαλιστική ποιητική θεωρία που είχε εκφράσει ο Αποστολάκης στο έργο του

Η ποίηση στη ζωή μας. ο 1926 παύτηκε από τη θέση του ως καθηγητή της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, αρχικά προσωρινά και στη συνέχεια οριστικά, με αφορμή ένα δημοσίευμα της Εστίας που δημοσίευσε ως παράδειγμα της αντεθνικής δράσης των μεταρρυθμιστών Παιδαγωγών ένα απόσπασμα από Το φως που καίει.

Ο Βάρναλης στράφηκε στη δημοσιογραφία και έφυγε για τη Γαλλία ως ανταποκριτής της Προόδου. Το 1927 επέστρεψε στην Αθήνα και τύπωσε τους Σκλάβους Πολιορκημένους. Το 1929 παντρεύτηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου. Untitled-12_111 Εξόριστοι στον ‘Αι-Στράτη. Αναμεσά τους και ο Γιάννης Ρίτσος. Ο Κώστας Βάρναλης εξορίστηκε στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά 

Το 1932 εξέδωσε την Αληθινή απολογία του Σωκράτη . Το 1935 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος των ελλήνων συγγραφέων στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα μαζί με το Γληνό και μετά από εντολή του Κονδύλη εξορίστηκε στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο. Παρέμεινε πιστός στην ιδεολογία του κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου, το 1856 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν.

Είχαν προηγηθεί μεταξύ άλλων εκδόσεις των έργων του Ζωντανοί άνθρωποι, Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης, Ποιητικά, Διχτάτορες, Αισθητικά- Κριτικά (δύο τόμοι).

Το 1965 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του με τίτλο Ελεύθερος κόσμος και το 1972 το θεατρικό έργο Άτταλος ο Γ΄.

Πέθανε το Δεκέμβρη του 1974.

Μετά το θάνατό του κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Οργή Λαού, γραμμένη κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου και τα Φιλολογικά Απομνημονεύματα, συγκεντρωτικός τόμος δημοσιευμάτων του στην εφημερίδα Ανεξάρτητος από το Φεβρουάριο ως τον Αύγουστο του 1935.

Η πορεία του Βάρναλη στο χώρο της ποίησης ξεκίνησε το 1904, όταν εξέδωσε τις Κηρύθρες, την πρώτη του ποιητική συλλογή με πρόλογο του Στέφανου Μαρτζώκη. Στα πρώτα του βήματα συμπορεύτηκε πνευματικά με τον Άγγελο Σικελιανό και το Νίκο Καζαντζάκη με έντονες επιρροές από το ρέυμα του παρνασσισμού και τις διονυσιακές και ανθρωπιστικές ιδέες.

Με τον Προσκυνητή πέρασε σε μια νέα ιδεολογική κατεύθυνση και υιοθέτησε ένα μεσσιανικό πρότυπο της ποιητικής ιδιότητας, ενώ με το Φως που καίει σηματοδοτήθηκε η τελευταία ιδεολογική του μεταστροφή, αυτή τη φορά προς την κοινωνικά και πολιτικά στρατευμένη λογοτεχνία με τη παράλληλη όμως παρουσία σατιρικών, λυρικών, δραματικών και συμβολιστικών στοιχείων. τελευταίος αυτός προσανατολισμός του τον συνόδεψε σ’ όλη τη ζωή του και κυριαρχεί και στα κριτικά του κείμενα.

Γενικά το έργο του Βάρναλη αντικατοπτρίζει τη δεκτικότητά του απέναντι σε νέες ιδέες και η συνύπαρξη αντιθετικών στοιχείων στο έργο του αποτελεί έναν από τους λόγους της ιδιαίτερης γοητείας του.

Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Κώστα Βάρναλη, βλ. Μαλάνος Τίμος, «Βάρναλης Κώστας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας12, σ.731-738. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Μιχαηλίδη Θεανώ Ν., «Βάρναλης Κώστας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984 και Παπαγεωργίου Κώστας Γ., «Εργο-βιογραφικό χρονολόγιο του Κώστα Βάρναλη», Διαβάζω88, 22/2/1984, σ.6-11.

Ποιος είναι, όμως, ο Κώστας Βάρναλης και πόσο άγνωστος μας είναι;

Καταρχήν είναι ένας από τους κορυφαίους προοδευτικούς διανοουμένους του τόπου μας. Έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική, δοκίμια   και μεταφράσεις με διαλεκτική υλιστική οπτική της τέχνης. Με άλλα λόγια είναι  θεμελιωτής της αγωνιστικής μας λογοτεχνίας.

Το μέγεθος του τολμήματος γίνεται πιο χειροπιαστό, αν αναλογιστεί κανείς το φορτίο που σήκωσε στους ώμους της η πρωτοπόρα προσωπικότητα αυτού του πνευματικού ηγέτη. Για να γίνει κονταρομάχος των φτωχών και ν’ ανοίξει δρόμο στις νέες ιδέες, υποχρεώθηκε να αντιπαρατεθεί με αντιλήψεις και προκαταλήψεις αιώνων, να αποκαθηλώσει πανάρχαιες θεότητες του ιδεαλισμού και της θρησκείας, όπως ο Πλάτωνας κι ο Σωκράτης, να αναμετρηθεί με κορυφαίες ποιητικές και πνευματικές αξίες της ανερχόμενης αστικής τάξης, όπως ο Παλαμάς κι ο πρότερος Σικελιανός, ν’ αντιπαλέψει όχι μόνο τον παντοδύναμο εθνικισμό, αλλά και τις σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις, που ευδοκιμούσαν στους κόλπους του βενιζελισμού.

Το έργο του Κώστα Βάρναλη είναι γραμμένο στη δημοτική και έχει καλά επιμελημένη μορφή και πλαστικότητα στην έκφραση. Χαρακτηρίζεται από θερμή λυρική φαντασία και σατιρική διάθεση με ενδιαφέρον για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η ποίηση του, ιδιαίτερα, χαρακτηρίζεται από έντονο «διονυσιασμό», παιχνιδιάρικη διάθεση και βαθύ μουσικό αίσθημα που συνδυάζεται άριστα με τη σάτιρα. Για την ποίησή του, άλλωστε, θα γράψει ο Μενέλαος Λουντέμης πως δεν μύριζε ποτέ γάλα: «Μύριζε από την αρχή μπαρούτι· κατέβηκε δηλαδή στο στίβο χωρίς πάρα πολλά ‘γυμνάσματα’ και δοκιμές και περιπλανήσεις στους ‘λειμώνες [4] των ασφόδελων’ [5]. Μ’ άλλα λόγια, χωρίς αυτές τις πεισιθάνατες κραυγές που έβγαζαν όλοι οι λυρικοί του καιρού του. Όχι. Η Ποίηση του Βάρναλη ήταν από την αρχή αρσενική, λάσια [6], μια βολίδα πούπεσε μες στα στεκούμενα νερά του μελίπηχτου [7] λυρισμού [8]».

Βαθύς μελετητής της αρχαίας ελληνικής σκέψης και των νέων ιδεών και ρευμάτων της σύγχρονης εποχής, στοχαστικός και ανήσυχος, και συγχρόνως  δεξιοτέχνης της ποιητικής μαεστρίας και του ορμητικού ζωντανού λόγου, ο Βάρναλης είδε την τέχνη σε συνάρτηση με τα κοινωνικά φαινόμενα, που τη δημιουργούν. Όπως γράφει και ο Ηρακλής Κακαβάνης στο βιβλίο του:

«…Ο Βάρναλης δεν είναι ένας συνηθισμένος ποιητής. Καταρχήν, δεν είναι μόνο ποιητής. Πάνω απ’ όλα είναι διανοητής. Η δημοσίευση ποιημάτων δεν ήταν αυτοσκοπός για κείνον. Το πολύπλευρο ταλέντο του και η μεγάλη του μόρφωση του έδωσαν τη δυνατότητα να έχει πολλά εκφραστικά μέσα πέραν της ποίησης. (…) Έγραφε για να εκφραστεί. Και σε ό,τι αφορά ειδικά την ποίηση, ο Βάρναλης δεν έγραφε με σκοπό να δημοσιεύσει, όπως και κανένας ποιητής και γενικά καλλιτέχνης δεν καταφεύγει στην τέχνη του με αυτοσκοπό τη δημοσίευση· αυτή έρχεται μετά…»[9].

Δεν υπάρχει βέβαια ούτε καν η σκέψη να γίνει έστω και απλή αναφορά στις σημαντικότερες πλευρές απ’ το πολυσχιδές του έργο. Στην παρούσα εισήγηση θα γίνει μια προσπάθεια να σκιαγραφηθεί σε αδρές γραμμές ο Κώστας Βάρναλης κυρίως ως ποιητής και μάλιστα σ’ αυτήν τη περίοδο της λογοτεχνικής του παραγωγής που η κριτική χαρακτήρισε ως την πιο δημιουργική του δεκαετία, από τη συγγραφή δηλαδή, το 1921, και δημοσίευση τον επόμενο χρόνο της ποιητικής του συλλογής: «Το Φως που καίει» έως και την έκδοση στα 1931 του αριστουργήματός του με τίτλο: «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη».

Αξίζει να σημειωθεί πως αυτά τα έργα που κοσμούν την ελληνική αλλά και την παγκόσμια αγωνιστική λογοτεχνία τα έγραψε σε ώριμη ηλικία, ήδη ήταν 40 χρονών, δημοσίευσε το Φως που καίει, έχοντας εμφανιστεί πολύ πριν στα Ελληνικά γράμματα. Συγκεκριμένα πήρε το βάφτισμα του λογοτεχνικού πυρός μόλις το 1905 με την ποιητική του συλλογήΚΗΡΗΘΡΕΣ, που προλόγιζε ο ποιητής Στέφανος Μαρτζώκης, γράφοντας γι’ αυτόν επί λέξει: «Ο νέος, τον οποίον παρουσιάζω, ημπορώ να πω με μεγάλη μου χαρά, ότι είναι αληθινός ποιητής»

Στα πρώτα του ποιητικά βήματα συμπορεύτηκε πνευματικά με τον Άγγελο Σικελιανό και το Νίκο Καζαντζάκη με έντονες επιρροές από το ρεύμα του παρνασσισμού και τις διονυσιακές και ανθρωπιστικές ιδέες.

Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ, το οποίο κυκλοφόρησε δέκα τεύχη «κάτω από τη βαρειά σκιά του Παλαμά».   Δημοσιεύει ακόμα ποιήματά του και στα ΓΡΑΜΜΑΤΑ και στη ΝΕΑ ΖΩΗ της Αλεξάνδρειας, στο ΒΩΜΟ, στον ΠΥΡΣΟ, στο ΛΟΓΟ κ.α.

Screenshot_56    Το 1917 συνθέτει και το 1919 επιστρέφοντας απ’ το Παρίσι δημοσιεύει στο περιοδικό ΜΑΥΡΟΣ ΓΑΤΟΣ το μεγάλο ποίημα Ο ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ, που ήταν αφιερωμένο στο Ν. Πολίτη, σύνθεση αριστουργηματική, ένας αληθινός ύμνος στην αιώνια Ελλάδα, που μέσα του «αστράφτει η γλώσσα του λαού», σηματοδοτώντας τη στροφή του, τη νέα πορεία του ποιητή.

Με τον ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ κλείνει η πρώτη περίοδος της ποιητικής διαδρομής του Βάρναλη. Μια περίοδος στην οποία ο ποιητής έδειξε το μεγάλο του ταλέντο, αλλά το έργο του κινείται στα κυρίαρχα ιδεολογικά μοτίβο, χωρίς συγκρούσεις με τις κατεστημένες αντιλήψεις. Ο αισθησιασμός, ο διονυσιασμός, η αρχαιολατρία, ακόμη και ο εθνικισμός είναι στοιχεία που σφραγίζουν το ποιητικό του έργο αυτής της περιόδου. Ο ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ όμως είναι το μεταίχμιο. «Αποτελεί τη σύντομη μετάβαση από την πρώτη περίοδο στη δεύτερη», γράφει ο Μ. Μ. Παπαϊωάννου.

Την ίδια χρονιά που ο Βάρναλης δημοσίευσε τον Προσκυνητή, πήγε στοΠαρίσι με υποτροφία. Τότε ο Βάρναλης συγκέντρωνε τα προσόντα για να τον τιμήσει με εξαιρετική διάκριση το κατεστημένο: φιλομοναρχικός, βαθύς γνώστης της αρχαιότητας και αρχαιολάτρης, έξοχος καθηγητής, θαυμαστός ποιητής, οπαδός του Παρνασσισμού. Δυστυχώς για το κατεστημένο, ο Βάρναλης είχε και «ελαττώματα». Ήταν πνεύμα ανήσυχο, με μεγάλη οξυδέρκεια, μεγάλος στοχαστής με λεπτότατη ποιητική ευαισθησία στα μηνύματα των καιρών, κι έδινε σαν άνθρωπος γενναίος κι ανιδιοτελής πάντα το «παρών».

Στο Παρίσι ο Βάρναλης παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας,φιλολογίαςκοινωνιολογίας και αισθητικής. Τότε προσχώρησε στονμαρξισμό και αναθεώρησε τις προηγούμενες απόψεις του για την ποίηση, τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Είχαν μεσολαβήσει οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, το μακελειό του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και η Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση που έδωσε τεράστια αναγεννητική δύναμη στους λαούς όλου του κόσμου, φλόγισε τις ψυχές και τα μυαλά των ανθρώπων.

Σε τέτοιες συνθήκες εξωτερικών ερεθισμάτων και εσωτερικής πνευματικής επανάστασης ο Κώστας Βάρναλης ολοκληρώνει την ιδεολογική, πολιτική και αισθητική μεταστροφή του και από ανανεωτής της παλαμικής παράδοσης γίνεται ποιητής- οδηγητής του λαού. Κι αυτό δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση.

Screenshot_53   Το καλοκαίρι του 1921 γράφει στην Αίγινα τους τελευταίους στίχους απόΤο Φως που καίει, την περίοδο δηλαδή που η Ελλάδα βιώνει τη Μικρασιατική εκστρατεία που σε λίγο θα εξελιχθεί σε καταστροφή.

Κάτω από τον τίτλο της πρώτης έκδοσης υπήρχε μια επιγραφή: «Εν αρχή ην η τάσις προς πράξιν». Το ίδιο το ψευδώνυμο που διάλεξε ο Βάρναλης για να δημοσιεύσει είχε στόχο να τονίσει αυτή τη στροφή. Υπέγραψε ως Δήμος Τανάλιας.

Η καλλιτεχνική πραγμάτευση αξιοποιεί μυθικά και ιστορικά πρόσωπα με ισχυρά φορτία σημασίας στο πολιτικό και το κοινωνικό πεδίο, όπως είναι ο Προμηθέας, ο Ιησούς και ο Μώμος. Κι ενώ, στην αρχή, τα πρόσωπα αυτά εμφανίζονται να αντιστοιχούν με τις διαλεκτικές σχέσεις, Προμηθέας-«θέση», Ιησούς-«αντίθεση», Μώμος-«σύνθεση», στην πορεία ολοκλήρωσης του έργου προκύπτουν νέες σχέσεις και πρόσωπα, όπως: Προμηθέας και Ιησούς αποτελούν τη «θέση», ο Μώμος την «αντίθεση» και τα πρόσωπα Οδηγητής και Λαός τη «σύνθεση», όπου η πάλη των αντιθέσεων οδηγεί εξελικτικά και νομοτελειακά στην προλεταριακή επανάσταση [10].

Τα συμβολικά πρόσωπα του Προμηθέα και του Ιησού γίνονται τα μέσα για να δείξει ο ποιητής τη σχέση ανάμεσα στην εξουσία (πολιτική και κοινωνική) και στη φιλοσοφία που καλλιεργεί την ψευδή συνείδηση και στηρίζει την εξουσία. Έτσι, η Σταύρωση, ως κοινή τύχη και του Προμηθέα και του Ιησού, και ενώ υπαγορευόταν από το ζωτικό συμφέρον της εξουσίας (του Δία ή των Φαρισαίων) στο λαό περνάει αντίστροφα και εμφανίζεται ως δικό του αίτημα και συμφέρον.

Μετά το δεύτερο μέρος, το Ιντεμέδιο δηλαδή, στο τρίτο μέρος του ποιήματος ακούγεται για πρώτη φορά η φωνή του Οδηγητή. «Έρχεται η Επανάσταση, ο λυτρωμός», θα γράψει στους Νέους Πρωτοπόρους, ο Δημήτρης Γληνός:

«Και ανάμεσα στις φωνές, που ζυγώνουνε ρυθμικά, ξεχωρίζει μπροστά μια πιο βαριά, πιο δυνατή», είναι η φωνή του οδηγητή. Ο Οδηγητής δεν είναι κανένας Μεσσίας, που στάλθηκε από τους Ουρανούς, για να λυτρώσει τους ανθρώπους, δεν είναι παιδί του Μυστηρίου ή της Τέχνης, είναι η συνείδηση του ίδιου του λαού, που ξεκίνησε ορμητικά για τον τελειωτικό αγώνα. Είναι η πρωτοπορία της μάζας που μάχεται και γκρεμίζει το σάπιο κόσμο, για να πλαστουργήσει τη Νέα Ζωή μέσα στο βασίλειο της Δουλιάς και της πανανθρώπινης αγάπης. Τ’  αντρίκια του γοργά λόγια αστράφτουνε σα σπαθιές [11]».

Ο Βάρναλης από την πρώτη στιγμή της συνειδητοποίησής του δεν αρκείται στην αναγνώριση της άθλιας πραγματικότητας. Επιδιώκει να την επηρεάσει, να διεγείρει την επιθυμία της πάλης για την ανατροπή της. Όσο αλύπητο είναι το σφυροκόπημά του στους αδικητές, άλλο τόσο γίνεται πολλές φορές για τους αδικημένους. Κανένα δεν εξιδανικεύει. Σε κανένα δε χαρίζεται, αν είναι μ’ αυτόν τον τρόπο να ταράξει τα λιμνασμένα νερά της «αρμονίας των τάξεων».

Ένα – ένα και με ανεπανάληπτη ψυχογραφική δύναμη παρελαύνουν μέσα στην ποίησή του τα παραδείγματα προς αποφυγή. Μια ολοζώντανη πινακοθήκη από πορτρέτα αντιηρώων, τόσο προκλητικά ρεαλιστικά μέσα στην ασκήμια, τη γελοιότητα και συνάμα την τραγικότητά τους, που να σκανδαλίζουν ακόμη και κάποιους ομοϊδεάτες του.

Το 1922 δημοσίευσε εκτός από το πασίγνωστο ποίημά του Οι μοιραίοικαι τη Λεφτεριά στο περιοδικό Μούσα.

Σ’ αυτό του το ποίημα ο Βάρναλης, δε δίστασε να έρθει και σε ανοιχτή σύγκρουση με τον Παλαμά, το δάσκαλό του. Τα κίνητρα δεν ήταν προσωπικά. Ο Παλαμάς πέρασε μέσα από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο χωρίς να υποστεί καμιά σημαντική ιδεολογική αλλαγή. Έμεινε ο εκφραστής της αστικής τάξης. Η Οχτωβριανή Επανάσταση του 1917 τον διέθεσε εχθρικά – για τότε τουλάχιστον – απέναντι στο εργατικό κίνημα.
«Βοσκοί, στη μάντρα της Πολιτείας οι λύκοι!

Οι λύκοι! Στα όπλα, Ακρίτες!

Μακριά οι φαύλοι και οι περιττοί,

καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι

για λόγους άδειους ή για του ολέθρου τα έργα βαλτοί»… (Παλαμάς).

 

Την απάνηση του ο Κώστας Βάρναλης τη συνέθεσε στο ποίημά του: «Λεφτεριά».

Screenshot_54       Το 1923, πάλι, ως Δήμος Τανάλιας, ο Βάρναλης εκδίδει, πάλι, στην Αλεξάνδρεια έναν τόμο με τρία διηγήματα και με τον τίτλο «Ο λαός των Μουνούχων».

Το βιβλίο περιέχει τρία, αρκετά εκτεταμένα, διηγήματα. Το πρώτο που έδωσε και τον τίτλο στη συλλογή, μια αλληγορική αφήγηση για ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία, όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα από τις περιπέτειες της ταξικής πάλης. Το δεύτερο, Η Ιστορία του Αγίου Παχωμίου, όπου με έναν διαλογικό και διαλεκτικό τρόπο περιγράφεται η διαπάλη, από τη μια μεριά, ανάμεσα στον ιδεαλισμό, το μυστικισμό, την υποτίμηση του σώματος και των αναγκών του κ.ο.κ., και από την άλλη σε αυτό που θα ορίζαμε ως «καρναβαλική» αντίληψη του κόσμου, με την εξύμνηση του υλικού, του σωματικού, του «χαμηλού», του αναγκαίου και όλων εκείνων των αποκηρυγμένων –και πολλές φορές επικηρυγμένων– από την επίσημη ηθική και ιδεολογία στοιχείων. Και το τρίτο, Οι φυλακές, στο οποίο ο Βάρναλης προσπαθεί να αποδείξει, όπως λέει, «μια κοινότατη αλήθεια: πως εκείνοι που ζούνε από την ανθρώπινη δυστυχιά, γίνονται θεριά, αν πρόκειται να τους την πάρουνε, να τους λείψει…».

Στην ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον επίκουρο καθηγητή του ΑΠΘ Βασίλη Αλεξίου, με αφορμή την επανέκδοση αυτού του βιβλίου του Κώστα Βάρναλη [12] και στην ερώτηση του δημοσιογράφου για ποιο λόγο πιστεύετε ότι έχει αξία να διαβάζουμε, σήμερα, Βάρναλη, απαντά ο επιμελητής της έκδοσης τα εξής:

«Ο Βάρναλης νομίζω πως είναι μια μοναδική, εντελώς ιδιόρρυθμη και ιδιόμελη περίπτωση, στη νεοελληνική λογοτεχνία. Εξοπλισμένος ο ίδιος με μια στέρεα θεωρητική και αισθητική σκευή και έχοντας μια βαθιά γνώση των αντιφάσεων του ποιητικού πράττειν, συλλαμβάνει ταυτόχρονα τα όρια και τις δυνατότητες της λογοτεχνίας, στο πλαίσιο του συγκεκριμένου κοινωνικού καταμερισμού εργασίας. Στην πραγματικότητα, είναι ο πρώτος νεοέλληνας λογοτέχνης που ξυστρίζει, για να παραφράσω μια ρήση του Βάλτερ Μπένγιαμιν, το σώμα της λογοτεχνικής γραφής κόντρα στα «νερά» του και διεκδικεί το δικαίωμα και τη δυνατότητα μιας λογοτεχνίας, η οποία θα παρεμβαίνει ως κοινωνική πρακτική, ως δημόσιος λόγος, ως αισθητική της αντίστασης και ως αντίσταση στην επίσημη αισθητική της κυριαρχίας, αμφισβητώντας έτσι τον κατεστημένο καταμερισμό εργασίας ανάμεσα στους ποικίλους σχηματισμούς λόγου. Και, μάλιστα, αυτή η προσπάθεια γίνεται σχεδόν «εκτός έδρας», δηλαδή χωρίς να υπάρχει μια εγκαθιδρυμένη παράδοση, μια λιγότερο ή περισσότερο συγκροτημένη «γλώσσα», παρά μόνο μια μπουκωμένη με καταπίεση σιωπή, ρινίσματα απόκρυφου καρναβαλικού γέλιου και λιγοστά θραύσματα ετερολογίας. Αυτή την αξία και δραστικότητα της βαρναλικής γραφής φαίνεται να κατανόησαν περισσότερο οι ιδεολογικοί του αντίπαλοι, οι οποίοι διέγνωσαν ευκρινώς αυτή την άκρως «ενοχλητική», βέβηλη καρναβαλική διάσταση του έργου του και τον απέπεμψαν, μετά το σάλο που ξεσήκωσε το Φως που Καίει, από τη δημόσια εκπαίδευση, τιμωρώντας τον, όπως γράφει ειρωνικά ο ίδιος ο Βάρναλης στα Φιλολογικά Απομνημονεύματά του, «ως δημόσιο υπάλληλο, ενώ είχε φταίξει ως ποιητής».

Screenshot_57 Το 1925 θα εκδώσει τη μελέτη «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική».   Και ο Βάρναλης έχοντας όλα τα εφόδια για το εγχείρημα καταπιάστηκε να ξεκαθαρίσει την κριτική της ψευδολογίας για το Σολωμό και το έργο του. Και το βιβλίο του ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική θέτει τα πράγματα στη θέση τους.

Γράφει ο Βάρναλης: «Δύο είναι οι θεμελιακές αισθητικές και γενικότερα φιλοσοφικές αρχές του Σολωμού: το απόλυτο και το υψηλό, δηλ. η πνευματική ελευθερία». Και τις δύο αυτές αρχές ο Σολωμός τις μορφοποίησε στα ποιήματά του, και κυρίως στους «Ελεύθερους πολιορκημένους» με τρόπο μεγαλοφυή και ανεπανάληπτο.

Το 1927 τύπωσε τους Σκλάβους Πολιορκημένους, ποιητική σύνθεση εμπνευσμένη από το Εικοσιένα, που την αντιπαρατάσσει στους «Ελεύθερους πολιορκημένους» του Σολωμού. Ωστόσο ο Βάρναλης, συνεπής στις ιδέες του, με το νέο του ποιητικό έργο, μας δίνει το ιστορικό και ψυχολογικό ντοκουμέντο της εποχής του. Με το έργο του αυτό «αναλαβαίνει να ερμηνέψει τη ζωή ρεαλιστικά, δηλαδή όπως είναι: με τις ασκήμιες της, τους φόβους, τις πλάνες, τις ανθρώπινες αδυναμίες». Κι από τη βάση αυτή ξεκινώντας, «ανεβαίνει – όπως ο ίδιος λέγει – στο ιδανικό της ελευθερίας όλων των ανθρώπων, και όχι μιας τάξης ανθρώπων».

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της βαρναλικής δημιουργίας είναι η εναλλαγή της επικής έξαρσης με την καταλυτική σάτιρα και το βαθύ λυρισμό. Απαράμιλλο σε λυρισμό είναι το ποίημά του «Οι πόνοι της Παναγιάς», από τους «Σκλάβους πολιορκημένους», όπου δίνεται ο πόνος της μάνας για το παιδί της σε μια υψηλή πανανθρώπινη συγκινησιακή δόνηση, που σπάνια συναντά κανείς.

Το τρίτο μέρος των «Σκλάβων Πολιορκημένων» αποτελείται, όπως και το προηγούμενο, από δυο ποιήματα με θέμα τον πόλεμο. Στο πρώτο ποίημα ένας πληγωμένος οραματίζεται τη Δεύτερη Παρουσία, ενώ, στο δεύτερο, ο Θεός μιλάει και λέει τα λόγια που ευνοούν τους ισχυρούς της γης:

– δεν έχει ο πόνος τελειωμό, δεν έχ’ η άβυσσο, βυθό!

Αν μια στιγμή βασίλευε κάτω στη Γης ισότητα,
η βασιλεία Μου Θάπαυε, δε θάχα εγώ, πού να σταθώ 
[13].

Σ’ αυτόν τον άδικο, τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, τα θύματά του πρέπει ν’ απαντήσουν με έναν άλλον, ένα δίκαιο πόλεμο ενάντια στη μόνιμη – σε πολεμικούς κι ειρηνικούς καιρούς – αιτία της δυστυχίας τους, λέει στη συνέχεια ο Βάρναλης με τη φωνή της Καμπάνας [14], το σύστημα της εκμετάλλευσης.

Screenshot_55  Το 1931 ο ποιητής εξέδωσε την Αληθινή απολογία του Σωκράτη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Βάρναλης ήταν ένας κριτικός αναγνώστης του Πλάτωνα, ένας εμπνευσμένος μεταφραστής του Αριστοφάνη (και των Νεφελών του) και είχε παρακολουθήσει ως κριτικότατος «παρατηρητής» την κρίση των αστικών – καπιταλιστικών καθεστώτων στην Ελλάδα και την Ευρώπη από τον πρώτο μεγάλο Πόλεμο (1914/18) ως τη Μικρασιατική Καταστροφή (1919/22) και την πανευρωπαϊκή προέλαση των «εθνικών» φασιστικών δικτατοριών.

Η απολογία του Σωκράτη, που μας κληροδότησε η Αρχαιότητα, είναι κατά τον Βάρναλη κατασκευασμένη από τον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα, για να στηρίξουν το κατεστημένο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.

Ο «Σωκράτης» του Βάρναλη μεταβάλλεται σε μια persona της νέας κοσμοθεωρητικής γνώσης και ιστορικοκοινωνικής εμπειρίας του δημιουργού του, όπως εξηγούσε ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα.

Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη είναι μια παρωδία, μια «αντιστροφή» του «αντίστοιχου» έργου του Πλάτωνα. Η ανατροπή του πρωτοτύπου υποδηλώνεται από τους, ηθελημένους βέβαια, αναχρονισμούς του νέου έργου: Από τον Πλάτωνα παραλαμβάνονται μεν τα απαραίτητα realia. Πολύ εντονότερα είναι όμως τα «σύγχρονα» realia: Οι αρχαίοι τόποι και οι δήμοι της αρχαίας Αθήνας αναφέρονται με τα σημερινά, «εκβαρβαρισμένα», ονόματά τους· οι αρχαίοι ιερείς έχουν γίνει ελληνορθόδοξοι παπάδες και ο Περικλής μένει στο Κολωνάκι· επιπλέον, η αττική αβρότητα της γλώσσας του Πλάτωνα έχει δώσει τη θέση της στη χυμώδη, λαϊκή τραχύτητα της γλώσσας του «ανατροπέα» του [15].

Στη συνέχεια ο Σωκράτης περνάει στην επίθεση κατά των δικαστών του και αποφενακίζει το φαρισαϊσμό τους ­ και, στα πρόσωπά τους, τη «δικαιοσύνη» της πατρίδας του: Ο Πανάρετος από την Πλάκα, πρόεδρος του «Συλλόγου για την προστασία της Ηθικής», που παραδίνει κρυφά τη γυναίκα του στους αγαπητικούς του· ο Χοιρέας από τη Λεψίνα, «που ξηγάει τα μυστήρια της Θεάς, μα δεν ξηγάει και το πώς γενήκανε φαμελικά του τα χωράφια και τα λιοστάσια της»· οι Σαρανταδάχτυλοι, «σταρέμποροι και καραβοκυρέοι του Περαία, που γίνονται κάθε χρόνο ‘σιτοφύλακες’, για να κανονίζουν αυτοί την τιμή των γεννημάτων»· ο Ξηνταβελόνης, τοκογλύφος από την Κηφισιά, «που ρήμαξε τη φτωχολογιά, μα χτίζει βωμούς στον Έλεο»· ο Παρθενίας από τον Κολωνό, αγοραστής κάθε χρόνο του πορνικού φόρου, «που του τόνε πλερώνουνε κι’ ο αδελφός του κ’ η τσατσά του» [16].

Η σάτιρα του Βάρναλη αντιστρέφει τα γεγονότα και το κατηγορητήριο με μαεστρία θαυμαστή, δείχνοντας το βάθος της αρχαιογνωσίας του.

Στο τέλος της «Απολογίας» του ο βαρναλικός Σωκράτης λέει:

    «Γι’ αυτά που δίδαξα θα έπρεπε να με κάνετε χρυσόνε και να με προσκυνήσετε. Γι’ αυτά που θα ’κανα αν εζούσα θα έπρεπε, με το δίκιο σας, όχι να με σκοτώσετε μονάχα, μα να με κοπανίσετε ζωντανό μέσα στο γουδί…Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ατιμία και προδοσία από το να λες την αλήθεια…».

Αυτά που θα ’κανε βέβαια ήταν ο ξεσηκωμός δούλων κι ελεύθερων για την ανατροπή της δουλοκτητικής δημοκρατίας.

    «Θα πήγαινα, που λέτε, στους λαϊκούς μαχαλάδες της Αθήνας στα βρωμοχώρια της Αττικής από τις Κάβο Κολόνες ίσαμε τα Κούντουρα κι από την Κούλουρη ίσαμε το Καπαντρίτι. Θα κατέβαινα στα σκοτεινά χαμόσπιτα, γεμάτα κοριούς και χτίκιασμα, θα μπαινα στα μικρομάγαζα της φτωχολογιάς, στα καρβουνιάρικα του λιμανιού, γιομάτα λέρα και βόχα. Και θα λεγα: Λέφτεροι πολίτες: Αφτός ο τόπος, κι αν ακόμα βρισκόταν στη Σκυθία, όπου σπάνια ξεμυτίζει ο γήλιος ανάμεσ’ από μάβρα σύνεφα και πάνου σ’ άλιωτα χιόνια, πάλι θα τανε ο καλύτερος απ’ όλους, γιατί το θέλ’ η καρδιά σας. Είναι η πατρίδα. Δικιά σας η πατρίδα, μα τίποτα δικό σας μέσα σ’ αφτήνε: χωράφια και παλάτια, καράβια και χρήμα, Θεοί κι εξουσία, σκέψη και θέληση – όλα ξένα! Λιγοστοί σας έχετε τόσο μέρος, όσο να τρυπώνετε ζωντανοί και να θάβεστε πεθαμένοι και τόση λεφτεριά, όσο να κάνετε τη φυσική σας ανάγκη στη ρεματιά, όταν δε σας βλέπει χωροφύλακας…

Κι όταν βυθίζεται το μάτι σας πέρα στο γαλάζιο πέλαγος, όπου πάνε κι έρχονται καΐκια και φρεγάδες κουβαλώντας από το στόμα του Νείλου κι απ’ τον Κιμμέριο Βόσπορο κι απ’ τις Ηράκλειες στήλες σιτάρι, χάλκωμα, μετάξι και γυναίκες, περηφανέβεστε, πως είναι δικά σας, γιατί ναι «εθνικά»! Και κανένας δε συλλογάται, πως όλα τ’ αγαθά μαζέβονται σε λίγα χέρια. Ατζέμηδες, Μοραΐτες, Θηβαίοι και Κορθιώτες σας σκοτώνουνε μια φορά μα τα χέρια τ’ αδερφικά σας σφίγγουνε το καρύδι του λαρυγγιού σ’ όλη σας τη ζωή και σας δολοφονούνε κάθε μέρα. Όχι μονάχα τίποτα δικό σας γύρα, μα κι όλος ο εαφτός σας κι η ψυχή σας είναι δικά τους»  [17].

Το θαυμάσιο αυτό κομμάτι της απολογίας του βαρναλικού Σωκράτη εκδόθηκε το 1931, σαν ένα είδος διαμαρτυρίας ενάντια, όπως λέει κι ο ίδιος, «στην τοτεσινή δημοκρατία του ιδιώνυμου, του Καλπακίου και των διαφόρων στρατιωτικών κινημάτων» [18].

Screenshot_58

***

    Ο Βάρναλης έφυγε πλήρης ημερών και διατήρησε την πνευματική του διαύγεια και την όρεξη για ζωή μέχρι τα  στερνά του, δίνοντας αξιόλογο έργο και ως χρονογράφος, κριτικός, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, θεατρικός συγγραφέας, μα πάνω απ’ όλα ως ανατρεπτικός, τολμηρός και επίκαιρος διανοητής. Είδε τα έργα του να μεταφράζονται σε πολλές γλώσσες, γνώρισε την αγάπη του λαού, των απλών ανθρώπων, άκουσε –αν και ήταν βαρήκοος- τους στίχους του να γίνονται τραγούδι στα χείλη της εργατιάς κι αν έβλεπε τους χιλιάδες και χιλιάδες που τον συντρόφευσαν στην τελευταία του κατοικία φωνάζοντας: «Γίνε οδηγητής για μας – ποιητή της εργατιάς» σίγουρα άφηνε να κυλήσει απ’ το σπινθηροβόλο βλέμμα του ένα δάκρυ. Ίσως, όμως, να ’κανε κάτι άλλο, να σηκωνόταν και να ‘λεγε στα συγκεντρωμένα πλήθη αυτά τα λόγια:

Βάστα καρδιά

Να με ξεριζώσεις χάρε,

σ’ αντιστέκομαι σαν δρυ,
όση φόρα θέλεις πάρε,

να με πάρει δεν μπορεί.

Να με ξεριζώσεις, όχι,

δεν το θέλω και βαστώ,
όσο η καρδιά μου το ’χει,

το κουράγιο της σωστό.

Στ’ αγιασμένο τούτο χώμα,

που ’πιεν αίμα ποταμό
μας κρατάει το χρέος ακόμα,

για το μέγα λυτρωμό.

Δεν το θέλω άλλοι να φτάσουν,

δίχως μου, στην κορυφή,
στ’ άκρον ύψος να γιορτάσουν

οι γενναίοι μου σύντροφοι.

Θα γιορτάσουμε σαν ένας

τη μεγάλη Ανατολή,
κάθε τόπου, κάθε γέννας,

κάθε γλώσσας οι καλοί.

Να με ξεριζώσεις τώρα

μην σε τρώει αποθυμιά,
όλη η γη είναι μια χώρα,

ένα δρυ και ρίζα μια.

[1] Δάφνη Πασχάλη, Ο «ξεχασμένος» Λουντέμης, εφημερίδα Το ποντίκι, Πέμπτη 3 Γενάρη 2013.

[2] Βλ. την ομιλία του Νίκου Σαραντάκου στην παρουσίαση του βιβλίου:«Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του» που έγινε στην Αθήνα (Αίθουσα εκδηλώσεων ΕΔΟΕΑΠ) 17 Δεκέμβρη 2012.

[3] Ο Νίκος Μπογιόπουλος ήταν ο συντονιστής της συζήτησης στην παρουσίαση του βιβλίου του Ηρακλή Κακαβάνη «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του» (20 Νοέμβρη 2012).

[4] λειμώνας < αρχαία ελληνική λειμών, (αρσενικό): λιβάδι.

[5] ασφόδελος < αρχαία ελληνική ασφόδελος, (αρσενικό): (βοτανική)κρινοειδές ποώδες φυτό). Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι οι νεκροί κατοικούσαν σε ένα λιβάδι με ασφόδελους…

[6] λάσιος, -ια, -ιο (επίθετο) [ετυμολογία: ΑΜΝ λάσιος*]: ο δασύτριχος, ο πυκνόμαλλος, ο μαλλιαρός: Κρυστ. «κι όταν αναστενάζουνε τα λάσια του τα στήθια, σαν να μουγκρίζει ακούγεται σύγνεφο φορτωμένο»∙ αντίθετα: άτριχος.

[7] μελίπηχτος, -η, ο (επίθετο): αυτός που έχει πήξει (πήγνυμι) στο μέλι, (συνεκδοχικά) ο γλυκερός∙ μελίπηκτον, το (ουδέτερο): ΑΕ γλύκισμα με μέλι.

[8] Βλ. Μενέλαος Λουντέμης, Ο κονταρομάχος (Κ. Βάρναλης), εκδόσεις Δωρικός, έκδοση Τρίτη, Αθήνα 1977, σελ. 9.

[9] Ηρακλής Κακαβάνης, «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του», εκδόσεις ΕΝΤΟΣ, Αθήνα 2012, σελ.

[10] Γεωργία Λαδογιάννη,  Οι επαναστατικές ιδέες στο «Φως που καίει» του Κώστα Βάρναλη, 25/11/2007.

[11] Βλ. τη μελέτη του Δ. Γληνού για το «Φως που καίει» στους «Νέους Πρωτοπόρους» (1938) , στην οποία εξετάζει με κοινωνιολογικά κριτήρια τον«Οδηγητή».

[12] Κώστας Στοφόρος, Ένα επίκαιρο βιβλίο 87 ετών!, εφημερίδα Δρόμος,Σάββατο, 31 Ιούλιος 2010. Συνέντευξη με τον επίκουρο καθηγητή Θεωρίας Λογοτεχνίας στο ΠΤΔΕ (Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης) του ΑΠΘ Βασίλη Αλεξίου.

[13] Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ, «ΣΚΛΑΒΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ»,  από άρθρο του Τ. Μαλάνου στο περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1.163, Χριστούγεννα 1975.

[14] Η ΚΑΜΠΑΝΑ είναι ένα ποίημα του Κώστα Βάρναλη, από την  σύνθεση ΣΚΛΑΒΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Φιλική Εταιρεία» το 1925 με τον   ποιητή να υπογράφει με το ψευδώνυμο Κώστας Γιαβής.  Σε βιβλίο εκδόθηκε δυο χρόνια αργότερα (1927) από τις εκδόσεις «ΣΤΟΧΑΣΤΗ».

[15] Γιώργος Βελουδής, Ο «Σωκράτης του Βάρναλη, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 08/07/2001.

[16] Γιώργος Βελουδής, Ο «Σωκράτης του Βάρναλη, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 08/07/2001.

[17] Κώστας Βάρναλης, η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη, 4η Έκδοση, Κέδρος, Αθήνα, 1974, σελ. 95-99.

[18] Βλ. την ομιλία του Νίκου Κυτόπουλου για τον Κώστα Βάρναλη,«Ποιητής – οδηγητής του λαού»,  σε εκδήλωση που οργάνωσε η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, με αφορμή τη συμπλήρωση 30 χρόνων από το θάνατο του.

kostas-varnalis-poiimata.blogspot.gr, biblionet.gr

1.308