Μια άγνωστη πτυχή της αντιφασιστικής πάλης με τον Vidal Sassoon, από το Ready Steady, Go! του Shawn Levy

Μια άγνωστη πτυχή της αντιφασιστικής πάλης με τον Vidal Sassoon, από το Ready Steady, Go! του Shawn Levy

vidal1

Μεταφράζοντας το βιβλίο του Shawn Levy με τίτλο Ready Steady, Go! Η υπέροχη άνοδος και η ιλιγγιώδης πτώση του Swinging London, το οποίο εκδόθηκε πρόσφατα στα ελληνικά από τον οίκο «Κουκίδα», έπεσα επάνω σε ένα απόσπασμα σχετικό με τα νεανικά χρόνια του γνωστού κομμωτή και μετέπειτα επιχειρηματία της κομμωτικής Vidal Sassoon (1928-2012), που μου έκανε εντύπωση. Ο Sassoon ήταν ένα εβραιόπουλο που μεγάλωσε στις βομβαρδισμένες από τους ναζί γειτονιές του Ανατολικού Λονδίνου αντιμέτωπο με την φτώχεια και τις φασιστικές επιθέσεις. Η ιστορία του φωτίζει μία πτυχή της αντιφασιστικής πάλης στη Βρετανία για την οποία δεν γνώριζα, και πιστεύω ότι αξίζει να διαβαστεί.

vidal2Σε αντίθεση με τις λεγεώνες φιλόδοξων κομμωτών, ο Σασούν ήταν εβραίος –όχι ορθόδοξος, αλλά σίγουρα αρκετά τυπικός σε ζητήματα λατρείας– και είχε πλήρη επίγνωση αυτής της ιδιαιτερότητάς του. Στο κάτω κάτω, είχε μεγαλώσει σε μια εβραϊκή γειτονιά η οποία, ειδικά πριν από τον πόλεμο, είχε πολιορκηθεί από φασίστες που έκαναν πορείες ενάντια στους εβραίους, τους οποίους κατηγορούσαν ότι δηλητηρίαζαν την παγκόσμια οικονομία. «Το Ιστ Εντ του Λονδίνου ήταν μια έντονα πολιτικοποιημένη περιοχή», θυμάται, «μια περιοχή ταραγμένη, με ισχυρά στοιχεία αντισημιτισμού. Έπρεπε να προσέχεις πού κυκλοφορούσες. Δεν πήγα ποτέ στο Μπέθνολ Γκριν, επειδή ήταν μια περιοχή όπου κυριαρχούσαν οι φασίστες». Λίγο πριν τον πόλεμο, το Αγγλικό Φασιστικό Κόμμα είχε τεθεί εκτός νόμου και κάποιοι από τους ηγέτες του είχαν μπει φυλακή. Όμως μετά τον πόλεμο αποφυλακίστηκαν και, όσο εκπληκτικό και αν ακούγεται, χρησιμοποίησαν την ελευθερία τους για να στραφούν ξανά εναντίον των εβραίων της Αγγλίας. Ο Σασούν λέει: «Άρχισαν να κάνουν συναντήσεις και να φορούν φασιστικές στολές – μερικές φορές τους βοηθούσε και η αστυνομία, ανάλογα με την περιοχή όπου βρίσκονταν. Και εσύ έλεγες μέσα σου: “Μα καλά, δεν τους νικήσαμε αυτούς;”»
Υπήρχαν και άλλοι που είχαν την ίδια αντίδραση – και όχι μόνο νεαροί, αλλά και βετεράνοι του πολέμου από τo εβραϊκό Ιστ Εντ που είχαν επιστρέψει από τα μέτωπα του πολέμου στη Γερμανία και στην Πολωνία έχοντας μάθει για το Ολοκαύτωμα. Αυτοί οι άνδρες ήταν παρασημοφορημένοι ήρωες πολέμου –σκληραγωγημένοι από τις μάχες– και δεν είχαν διάθεση να καθίσουν με σταυρωμένα χέρια μπροστά στην παραμικρή νύξη αντισημιτισμού στις γειτονιές τους. Όταν οι επανακάμψαντες φασίστες άρχισαν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στο Ιστ Εντ και στο Βόρειο Λονδίνο, αυτοί οι βετεράνοι, που ανήκαν σε μια χαλαρή συνομοσπονδία οργανώσεων με την ονομασία Ομάδα 43, (43 Group) αποφάσισαν να τους αντιμετωπίσουν στους δρόμους.

Ο Σασούν δεν ήταν γεννημένος μαχητής, αλλά γνώριζε ορισμένους από τους «σκληρούς» της συνοικίας, όπως ένα γίγαντα με το όνομα Μπιγκ Τζάκι Μιέροβιτς. Ο Μιέροβιτς εργαζόταν ως μπράβος για έναν γκάνγκστερ του Σόχο και μια νύχτα του χειμώνα του 1947 πήγε και βρήκε τους αδελφούς Σασούν για να τους καλέσει σε μια συνάντηση εβραίων του Λονδίνου, οι οποίοι είχαν αποφασίσει να συσπειρωθούν για να αντιμετωπίσουν τη φασιστική απειλή. Το σημείο συνάντησης ήταν ένα μικρό διαμέρισμα κοντά στην πλατεία Λέστερ και είχαν μαζευτεί εκεί νέοι εβραίοι άνδρες από όλη την πόλη – «Όσοι από μας ήταν αρκετά δυνατοί και μπορούσαν να τρέξουν αρκετά γρήγορα και να χαλιναγωγήσουν το φόβο τους, τον αλλόκοτο φόβο ότι ήσουν ξένος στην ίδια σου τη χώρα», θυμάται ο Σασούν. «Όταν ήμουν παιδί, μας έκαναν να νιώθουμε λες και ήμασταν ξένοι στη χώρα όπου είχαμε γεννηθεί. Έπρεπε να επιβληθείς στο φόβο σου προτού καταφέρεις να επιβληθείς στους φασίστες».

Λίγες νύχτες αργότερα, κάμποσα μέλη της Ομάδας 43 επιτέθηκαν σε μία συγκέντρωση φασιστών στο Χάκνεϊ∙ όταν οι εβραίοι μαχητές συνελήφθησαν, εμφανίστηκαν στο δικαστήριο φορώντας τα παράσημα που είχαν κερδίσει πολεμώντας τους ναζί. Ο Σασούν και τα άλλα παιδιά από το Ιστ Εντ που αποφάσισαν να προσχωρήσουν στην Ομάδα 43 διδάχθηκαν πώς να μάχονται – και όχι με το στιλ του μαρκήσιου του Κουίνσμπερι,αλλά βρόμικα και άγρια: μιλάμε για αληθινό αστικό ανταρτοπόλεμο. Συμμετείχαν σε επιθέσεις εναντίον φασιστών στην οδό Γουαïτσάπελ, την Κίλμπερν Χάι Ρόουντ και το Γουέστ Εντ. Οι επιθέσεις τους ήταν προϊόν σχολαστικού σχεδιασμού, με ολόκληρα φορτηγά γεμάτα εφεδρικούς μαχητές που εμφανίζονταν σε καίριες στιγμές της αναμέτρησης και άλλες τακτικές κανονικού πολέμου. Ο Σασούν έφαγε ξύλο –μερικές φορές εμφανίστηκε στη δουλειά του με επιδέσμους και μώλωπες–, μια φορά μάλιστα δεν απέφυγε τη σύλληψη. Όμως τον γοήτευε η αντιφασιστική δράση και οι ήττες που δοκίμαζαν οι φασίστες –«τους τσακίσαμε στους δρόμους, τόσο απλά»– όπως και η αίσθηση ότι συμμετείχε σε κάτι που υπερέβαινε τις στενές προσωπικές επιδιώξεις του.

Ο Shawn Levy είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου.

Πηγή: fb Happy Crasher

EX_FΣτο Ready, Steady, Go! ο Σον Λέβι συλλαμβάνει και αποτυπώνει το πνεύμα της δεκαετίας του ’60 σε όλη του την πληθωρικότητα. Αυτό το πορτρέτο του Swinging London από το 1961 μέχρι το 1969 καταγράφει την έκρηξη της δημιουργικότητας -στην τέχνη, τη μουσική και τη μόδα- και τις επαναστάσεις -τη σεξουαλική, την κοινωνική και την πολιτική- που αναδιαμόρφωσαν τον κόσμο. Ο Λέβι συνδυάζει τον ενθουσιασμό ενός φαν, το διεισδυτικό βλέμμα κοινωνικού σχολιαστή και την αντικειμενικότητα ιστορικού, καθώς αναπλάθει τον ταραχώδη ρυθμό της εποχής, τον απόλυτο πειραματισμό στο πεδίο του ροκ εν ρολ από τους Beatles και τους Rolling Stones, τη νέα αισθητική που εισήγαγαν σχεδιαστές μόδας σαν τη Μαίρη Κουάντ, κομμωτές σαν τον Βιντάλ Σασούν, φωτογράφοι σαν τον Ντέιβιντ Μπέιλι, ηθοποιοί σαν τον Μάικλ Κέιν και τον Τέρενς Σταμπ και κινηματογραφιστές σαν τον Ρίτσαρντ Λέστερ και τον Νίκολας Ρεγκ, τις τρέλες και τα πρωτοποριακά κλαμπ που έκαναν την Κάρναμπι Στριτ και την Κινγκς Ρόουντ τους πιο μοδάτους δρόμους στον κόσμο. Διανθισμένο με τις αναμνήσεις ορισμένων από τα είδωλα εκείνης της περιόδου, των φαν και των οπαδών, το Ready, Steady, Go! είναι μία ακαταμάχητη αναπαράσταση μιας εποχής και μιας πόλης που φαίνεται να είχε απίστευτη πλάκα.

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκίδα, σε μετάφραση Αλέξη Καλοφωλιά)

517