Το θέατρο στην υπηρεσία της Αντίστασης – Θέατρο του Βουνού

Το θέατρο στην υπηρεσία της Αντίστασης – Θέατρο του Βουνού

Screenshot_35Κι η τέχνη πρέπει, σ’ αυτούς τους καιρούς των αποφάσεων ν’ αποφασίσει. Μπορεί να κάνει τον εαυτό της όργανο µιας µικρής µερίδας ορισµένων που παίζουν τις θεότητες της µοίρας για τους πολλούς και που απαιτούν µια πίστη που πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να είναι τυφλή, και µπορεί να σταθεί στο πλευρό των πολλών και να βάλει τη µοίρα τους στα δικά τους χέρια. Μπορεί να παραδώσει τον άνθρωπο στις συγχύσεις, τις αυταπάτες και τα θαύµατα, και µπορεί να παραδώσει τον κόσµο στον άνθρωπο. Μπορεί να µεγαλώσει την αµάθεια και µπορεί να µεγαλώσει τη γνώση. Μπορεί να κάνει έκκληση στις δυνάµεις που αποδείχνουν τη δύναµη τους καταστρέφοντας, και στις δυνάµεις που αποδείχνουν τη δύναµη τους Βοηθώντας. (Μπρεχτ)
Και αποφάσισε…
Η εξάπλωση της φασιστικής ιδεολογίας στην Ευρώπη, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1930, η εισβολή της Ιταλίας στην Ελλάδα το 1940, ένταξη της χώρας στο πλευρό αυτών που πολεμούσαν ενάντια στον Αξονα, οι ένοπλες συγκρούσεις στα βόρεια συνορά της, η συνακόλουθη κατοχή της χώρας αποτελούν το ευρύτερο πολιτικό κοινωνικά και στρατιωτικό πλαίσιο της εποχής. Σ αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκε μια μορφή θεάτρου με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τον αντιστασιακό του χαρακτήρα.Τη στιγμή που η θεατρική σκηνή αποτελεί από τη φύση της χώρο ελεύθερης έκφρασης οι αίθουσες είναι σχεδόν ο μόνος τόπος μαζικής συγκέντρωσης και έκφρασης ελεύθερων ιδεών. Screenshot_36Το ρόλο αυτό ανέλαβε το ελληνικό θέατρο σε οριακές για τη χώρα μας στιγμές, με πρωταγωνιστές τις περισσότερες φορές κομμουνιστές, ΕΑΜίτες και ΕΠΟΝίτες δημιουργούς.
Οι Ελληνες ηθοποιοί ανταποκρίθηκαν με σθένος στους πολλαπλούς ρόλους που κλήθηκαν να υπηρετήσουν, είτε σαν μαχητές, είτε προσφέροντας τη δημιουργική πνοή της τέχνης τους, δημιουργώντας δύο νέες μορφές πολιτικού θεάτρου – το «Θέατρο του βουνού» και το «Θέατρο της εξορίας».
Οι άνθρωποι του θεάτρου, εκτός από τη βοήθεια που προσφέρουν με την τέχνη τους, θέτουν και την ίδια τους τη ζωή στην υπηρεσία του αγώνα, επιλέγοντας την οργανωμένη πάλη. Πολλοί εντάσσονται στο ΕΑΜ, τυπώνουν προκηρύξεις με αυτοσχέδιο πολυγράφο στα καμαρίνια του ΡΕΞ και εφοδιάζουν όλα τα θέατρα, μοιράζοντας σε σπίτια και στους δρόμους.
Στην κατοχική περίοδο σημαντική δράση αναπτύσσει και ο θεατρικός συγγραφέας Βασίλης Ρώτας, ο οποίος δημιουργεί τον «πολεμικό θίασο», αλλά η άδεια που ζητάει από το κράτος για να πάει στο μέτωπο και να δίνει παραστάσεις, απορρίπτεται. Στη γενική διεύθυνση Τύπου και Ραδιοφωνίας λειτουργεί από τη μεταξική δικτατορία η διεύθυνση Λαϊκής Διαφωτίσεως, μέσα στην οποία λειτουργεί και επιτροπή ελέγχου θεατρικών έργων, με μέλη – στην πλειονότητά τους – αξιωματικούς της Αστυνομίας.
Στη διάρκεια της κατοχής είχε το κουράγιο να ιδρύσει το φημισμένο Θεατρικό του Σπουδαστήριο. Το 1943 είχε 500 σπουδαστές με δασκάλους τον ίδιο, το Μάρκο Αυγέρη, το Γιάννη Σιδέρη, τον Αντωνάκη Φωκά, το Γιάννη Τσαρούχη, το Σίμωνα Καρά και άλλους επιφανείς της εποχής.
Screenshot_38Το Θεατρικό σπουδαστήριο λειτούργησε μέχρι τις αρχές του 1944 με ευθύνη της Ε.Π.Ο.Ν.
Μαθητές και δάσκαλοι στο τέλος του 1944 σκόρπισαν άλλοι στα βουνά αντάρτες και άλλοι στην Αθήνα. Όλοι όμως ενταγμένοι στο Ε.Α.Μ.
Από την άνοιξη του 1942, σύμφωνα με προσωπική μαρτυρία του Γεράσιμου Σταύρου, κάθε περιοχή της Ελλάδας που ελευθερωνόταν οργάνωνε μαζί με την αντίσταση και την ψυχαγωγία της. “Με τραγούδια κατέβαιναν στα χωριά οι πρώτοι αντάρτες με χορούς τους υποδέχονταν. Τα νιάτα πρωτοστατούσαν σε όλα. Βάλθηκαν ν’ ανοίξουν πάλι τα σχολειά, να φτιάσουν στο χωριό τους παιδικό σταθμό, ν αντιμετωπίζουν τα ζητήματα της καθαριότητας και της υγείας, να οργανώσουν λέσχη με με εφημερίδα τοίχου, με μια μικρή βιβλιοθήκη, με ραδιόφωνο για τις ειδήσεις. Απέραντες οι δυσκολίες, απέραντες κι οι δυνάμεις. Το θέατρο λογαριάστηκε σα βάση για τα προγράμματα ψυχαγωγίας.
Screenshot_39Ετσι το καλοκαίρι του 1944 ο Βασίλης Ρώτας με υπόδειξη της ΠΕΕΑ ιδρύει το «Θεατρικό όμιλο της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας», ανταποκρινόμενος στο επίμονο αίτημα των αγωνιστών για θέατρο. Το θίασο αποτελούν επαγγελματίες ηθοποιοί, αλλά και ερασιτέχνες από τους αντάρτες. Μεταξύ αυτών ο συγγραφέας Γεράσιμος Σταύρου, ο ηθοποιός Γιώργος Δήμας, οι Βάσης και Αννα Ξένου, Νικηφόρος Ρώτας, Αλ. Ξένος.
Ο Γεράσιμος Σταύρου θυμάται χαρακτηριστικά: “Ζύγωνε καλοκαίρι. Στη Ρούμελη βρισκόταν από μερικούς μήνες ο ποιητής Βασίλης Ρώτας, ο αδάμαστος μπάρμπα Βασίλης. Ηρθε εδώ με τη γκλίτσα, τις αρβύλες, το μπερεδάκι και τη λεβεντιά του για ν’ αγωνιστεί πιο ελεύθερα απ όσο αγωνιζόταν μυστικά, μα πάντα μπρος, στην κατεχόμενη Αθήνα. Τον θυμάμαι στητό, πάνω στ αγριοβούνια, καθώς έτσι δα είναι και σήμερα, με περηφάνια παλικαριού, πότε ν΄αστραποβολά χαρούμενος για τα θαύματα του μεγάλου αγώνα, πότε να στοχάζεται το τραγούδι της Ευρυτανίας χαιδεύοντας απλά τα γκρίζα γένια του, αντάρτης του νου και της καρδιάς, θρεμμένος απ΄τους Κολοκοτρωναίους του Μοριά.”
Screenshot_40Ο θίασος, που απαρτιζόταν από περίπου δέκα άτομα, πορευόταν πεζή από χωριό σε χωριό και τα σκηνικά τα κουβαλούσε κάποιο μουλάρι. Κάτω από αυτές τις δύσκολες συνθήκες διέσχισαν τον θεσσαλικό κάμπο, πέρασαν από τα Φάρσαλα και έφτασαν στον ελεύθερο κάμπο του Αλμυρού. Σε κάθε χωριό που έφταναν τους υποδέχονταν η ΕΠΟΝ του χωριού που φρόντιζε για τη διαμονή τους και για την παράσταση. Η αναγγελία για την παράσταση γινόταν από το καμπαναριό και από τον ντελάλη. Το εισιτήριο αυτό ήταν κάποιο είδος, άλλος πλήρωνε με πατάτες, άλλος με σιτάρι, με καλαμπόκι, με λάδι.
Ο Βασίλης Ρώτας σε σχετική αφήγησή του λέει χαρακτηριστικά.
“Οι παραστάσεις μας είχαν τον ενθουσιασμό του αγώνα. Οι χωριάτες έρχονταν από παντού κουβαλώντας καθίσματα και καρέκλες ..πότε στα προπύλαια μιας εκκλησιάς πότε στην αυλή ενός σχολείου, είσοδος δεν υπήρχε γιατί ο χώρος ήταν ανοικτός ..το εισιτήριο ήταν τις περισσότερες φορές σε είδος ..παιδιά της ΕΠΟΝ με τσουβάλια και άλλοι με τενεκέ για το λάδι να εισπράττουν είδη που αποτελούσαν το τίμημα για το εισιτήριο. .

Screenshot_41Την ίδια περίοδο, δρα στα βουνά της Ηπείρου ένας ακόμη σημαντικός θίασος που συγκρότησε το συμβούλιο της ΕΠΟΝ Νομού Αρτας, με επικεφαλής τον ποιητή και φιλόλογο Γ. Κοτζιούλα, και με την υποστήριξη της VIII Μεραρχίας του ΕΛΑΣ. Ο θίασος έγινε γνωστός ως «Λαϊκή Σκηνή». Για την αξία των έργων του Γιώργου Κοτζιούλα, η Ελλη Αλεξίου γράφει στο περιοδικό Θέατρο τεύχος 53-54/1976: «Η πατριωτική έξαρση του Γιώργου Κοτζιούλα και η ανεβασμένη πίστη για λευτεριά στο αντάρτικο, υποχρέωνε τον Κοτζιούλα να γίνει διδαχός του αγρότη. Το καθήκον αυτό δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί πάνω στα χνάρια του Τσέχωφ ή στις ανέσεις του Γκαίτε. Εδώ ο Κοτζιούλας θα δίδασκε το αλφαβητάρι τέχνης στον άμαθο Ελληνα αγρότη. Οι δυσκολίες δεν αγκάλιαζαν μόνο τη γραφή του ίδιου του έργου, μα και τα συνακόλουθα μιας παράστασης μέσα στις αετοφωλιές των έρημων βουνών, δίπλα στην ένδεια των πάντων, από τα στοιχειώδη σκηνικά, μέχρι το ψωμί που θα μπορούσε να στυλώσει τους ξενηστικωμένους μαχητές – ηθοποιούς».
Screenshot_42Η απελευθέρωση βρίσκει τους ηθοποιούς στην πρώτη γραμμή. Ανάμεσα σ αυτούς η Καίτη Ντιριντάουα, η Αννα Λώρη και ο Σπ. Πατρίκιος, πρόεδρος τότε του ΣΕΗ. Εκτός όμως από τους επώνυμους θιάσους αξιόλογη δραστηριότητα αναπτύσσουν και οι ερασιτεχνικοί θίασοι που λειτουργούν στα μορφωτικά τμήματα της ΕΠΟΝ σε όλη την Ελλάδα. Μια ακόμη σελίδα στην ιστορία του θεάτρου στην περίοδο της Αντίστασης είναι και οι παραστάσεις κουκλοθεάτρου, με επικεφαλής τον Γ. Ακίλογλου.
Το θέατρο του βουνού αν και αναπτύχθηκε κάτω από τις πιο αντίξοοες συνθήκες κατόρθωσε να τονώσει το φρόνιμα των αγωνιζόμενων Ελλήνων. Κι αν οι ηθοποιοί της γενιάς μας διαλαλούν “Το θέατρο του βουνού ξεχάστηκε αλλά η Αμοργός του Γκάτσου επέζησε” θα πρέπει πρώτα από όλα να κατανοήσουν πως σε μια εποχή που τον Ελληνα τον έζωναν κίνδυνοι, στερήσεις, βία και τρομοκρατία το θέατρο του βουνού τόνωσε το αίσθημα της πίστης, συναδέλφωσης, έξαρσης και θυσίας και ακριβώς γι αυτό το λόγο η παρακαταθήκη που άφησε πίσω του ενέπνευσε πολλές γενιές ανθρώπων του θεάτρου αλλά και απλού λαού.

πηγή:Επαναστατικό Λάβαρο

1.685