ΑΠΟΣΤΟΛΗ
Της Ντορίτας Λουκίσσα
ΦΩΤΟ ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ


Η νύχτα στην Ειδομένη αφήνει βαριά σημάδια πάνω σε αμέτρητες χιλιάδες ψυχές και σκοτώνει σιγά σιγά την ελπίδα.
Η νύχτα στην Ειδομένη είναι εχθρική και αφιλόξενη.
H νύχτα στην Ειδομένη είναι σκοτεινή, υγρή και αδυσώπητη.
Εφτά παρά. Το σκοτάδι απλώνεται γρήγορα πάνω από τον καταυλισμό των προσφύγων στο συνοριακό φυλάκιο Ελλάδας-Σκοπίων. Εκεί που ο χρόνος έχει σταματήσει , το μαύρο σκεπάζει τα πάντα μέσα σε ελάχιστα λεπτά.
Κάποιοι άναψαν φωτιές με υγρά ξερόκλαδα, άλλοι δεν τα κατάφεραν. Υγρασία, ομίχλη, πάχνη και βαριά μυρωδιά καπνού. Τα μάτια τσούζουν. Οι ψυχές απόκαμαν πια.


Η φωτιά ζεσταίνει , αλλά μόνο για λίγο και φωτίζει αχνά μικρές περιοχές στα λιβάδια που είναι στημένες οι σκηνές. Κάποιοι μαζεύονται γύρω και πιάνουν την κουβέντα. Γελούν. Ακόμη.
Οι υπόλοιποι ψάχνουν με το ένστικτο και το φωτάκι κάποιου κινητού να βρουν τη σκηνή τους, τους δικούς τους.
Θεόσταλτα τα τηλεοπτικά συνεργεία που κάνουν τα τελευταία ρεπορτάζ της ημέρας. Τα φώτα από τους προβολείς τους κάπως βοηθούν τις μανάδες να βάλλουν τα παιδιά για ύπνο. Ενας ανάπηρος μπαίνει στο πλάνο τους για να βρει το δρόμο προς τη σκηνή του.


Την ησυχία σπάει ένα μοιρολόι. Ένας άντρας τραγουδά σαν να προσεύχεται. Και τα κλάματα των παιδιών. Αυτά τα κλάματα που δεν σταματούν. Ούτε το βράδυ.
Ξαφνικά ακούγονται κάποιες φωνές. Κάποιοι καινούριοι έφτασαν με τα πόδια. Ρωτούν που πρέπει να πάνε. Ζαλώνονται μια σκηνή και κουβέρτες. Κούραση, απελπισία. Πώς να στήσεις σκηνή μέσα στο υγρό κατασκότεινο λιβάδι;
Δύο παιδιά κυκλοφορούν μέσα στο δρόμο, με έναν διερμηνέα. Χάθηκαν κι εκείνος καλεί με μια ντουντούκα τους γονείς τους.


Στην «πλατεία» του καταυλισμού εκεί που έχουν τα αρχηγεία τους η ελληνική αστυνομία, η Ύπατη Αρμοστεία και οι ΜΚΟ η κίνηση συνεχίζεται μέχρι αργά και υπάρχει σχεδόν «ζωή». Οι ουρές για το συσσίτιο είναι μεγάλες και το βράδυ. Υπομονετικά, χωρίς να διαμαρτύρονται, χωρίς να σπρώχνουν, περιμένουν πολλές ώρες για ένα μπολάκι σούπα κι ένα φρούτο για τα παιδιά.
Οι νέοι περπατούν πάνω κάτω σε ομάδες, για να κυλήσει η νύχτα. Μιλούν, παρατηρούν. Κάποιοι θέλουν να μιλήσουν στις κάμερες.
Ένας εθελοντής από την Βόρεια Ευρώπη με ένα ραδιόφωνο στα χέρια τους ξεσηκώνει. Μουσική, φωνές. Κάποιοι χορεύουν μαζί του έναν χορό που θυμίζει τον ποντιακό πυρρίχιο. Εικόνες παράταιρες. Εκτόνωση για λίγα λεπτά. Ένας κύκλος ζωντανών νέων μέσα στο κουρασμένο στρατόπεδο που ψυχορραγεί.



Το σφύριγμα του τρένου σκεπάζει κάθε θόρυβο. Ακόμη και τις ανάσες. Είναι η βραδινή αμαξοστοιχία που μεταφέρει εμπορεύματα από την Ελλάδα στα Σκόπια. Για λίγο όλα σταματούν, μέχρι να περάσει.


Την κοιτούν σαν υπνωτισμένοι. Το ίδιο σκέφτονται όλοι. Να μπορούσαν να ανέβουν σ το τρένο της μεγάλης φυγής. Το δικό τους εξπρές του μεσονυχτίου. Ακόμη και ανάμεσα στα εμπορεύματα.
Ας ήταν αυτή η τελευταία νύχτα στην Ειδομένη.
Πηγή:http://www.presspublica.gr/63928-2/
408







