Ενα παλιό «αντίο» για μία πεντάχρονη απουσία.
Ενα από τα πράγματα που το Βατικανό δεν αντέχει να ακούει είναι η Θεολογία της απελευθέρωσης. Εκείνο το ιδεολογικό μονοπάτι του μαρξισμού, που τον παντρεύει με την χριστιανική διδασκαλία. Η μπορεί να συμβαίνει και το αντίστροφο. Η Θεολογία της απελευθέρωσης είναι πολύ δημοφιλής στην Λατινική Αμερική και οι εκπρόσωποί της, ιερείς ή και καρδινάλιοι, μπορούν από την λειτουργία να βρεθούν στην διαδήλωση και το αντίστροφο. Ενσαρκώνουν μία ρήση του Σαρτρ για τον μαρξισμό, σύμφωνα με την οποία «αριστερά, είναι να βλέπεις τα πράγματα από την πλευρά των αδύνατων». Για τους εκπροσώπους της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, η θρησκεία είναι η πρόφαση να μιλήσουν για την κοινωνική ανισότητα και να την πολεμήσουν. Και από ανισότητα και φτώχεια στην Λατινική Αμερική, υπάρχει περίσσευμα.
Αν η Θεολογία της Απελευθέρωσης είχε εκπρόσωπό της στο παιχνίδι, στο ποδόσφαιρο, αυτός δεν μπορούσε να ήταν άλλος από τον Σόκρατες. Δεν ήταν απλά μόνο ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής. Και άλλοι είναι. Ο Βραζιλιάνος αγαπούσε το παιχνίδι, τόσο, που δοκίμαζε τις αντοχές και τα όριά του, κυρίως έξω από τις τέσσερις γραμμές του γηπέδου. Ηταν από τους εμπνευστές της «δημοκρατίας της Κορίνθιανς», ένα πείραμα αυτοδιαχείρησης στο ποδόσφαιρο, μία ουτοπία, όπου όλες οι επιλογές, από το μεσημεριανό φαγητό των ποδοσφαιριστών μέχρι και την σύνθεση της εντεκάδας, ήταν ζητήματα που έμπαιναν σε ψηφοφορία. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του πειράματος, που άρχισε να εφαρμόζεται από το 1978 όταν ο Σόκρατες πήγε στην Κορίνθιανς, ήταν πως επιχειρήθηκε τον καιρό που η Βραζιλία ήταν δέσμια μάς στρατιωτικής χούντας.













