Η ποντικοπαγίδα της “Δουνκέρκης”

Η ποντικοπαγίδα της “Δουνκέρκης”

1της Κικής Σταματόγιαννη

Ένα σχόλιο με αφορμή το κινηματογραφικό έργο “Δουνκέρκη”, σε σκηνοθεσία Κρίστοφερ Νόλαν

Τι κάνει ένας φα­ντά­ρος στον πό­λε­μο; Φο­βά­ται”. Αυτή την εξαι­ρε­τι­κής ση­μα­σί­ας πα­ρα­τή­ρη­ση του Μπρε­χτ παίρ­νει ο Κρί­στο­φερ Νόλαν στην τε­λευ­ταία ται­νία του και την απο­θε­ώ­νει. Ποιο είναι το υλικό που έχει στα χέρια του; Σχε­δόν 400.000 φα­ντά­ροι, πια­σμέ­νοι στην πο­ντι­κο­πα­γί­δα της Δουν­κέρ­κης τον Μάιο του 1940. Στη γαλ­λι­κή κω­μό­πο­λη της Μάγ­χης, απέ­να­ντι ακρι­βώς από τη Βρε­τα­νία, παί­ζε­ται η τε­λευ­ταία σκηνή από το δράμα της κα­τάρ­ρευ­σης του Δυ­τι­κού με­τώ­που στον Β’ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο. Χι­λιά­δες Βρε­τα­νοί και Γάλ­λοι ανα­γκα­σμέ­νοι να υπο­χω­ρή­σουν, εγκλω­βί­ζο­νται στη γαλ­λι­κή ακτή. Πα­γι­δευ­μέ­νοι, βάλ­λο­νται ταυ­τό­χρο­να από τρεις πλευ­ρές: το γερ­μα­νι­κό πε­ζι­κό κα­τα­φτά­νει από στιγ­μή σε στιγ­μή (στε­ριά), γερ­μα­νι­κά στού­κας θε­ρί­ζουν ό,τι υπάρ­χει και κι­νεί­ται στην ακτή (αέρας), τορ­πί­λες ανα­τι­νά­ζουν πλοία (θά­λασ­σα). Πάνω σε αυτή την τρι­πλέ­τα στή­νει ο Νόλαν την κλει­στο­φο­βι­κή ιστο­ρία του. Και τη στή­νει όμορ­φα. Τρεις δια­φο­ρε­τι­κές ιστο­ρί­ες αφη­γη­μέ­νες σε δια­φο­ρε­τι­κό χρόνο (το αγα­πη­μέ­νο παι­χνί­δι του Νόλαν με το στοι­χείο του χρό­νου ξανά), που τα κομ­μα­τια­στά μέρη τους έρ­χο­νται όλα να δέ­σουν σε μία σκηνή.

Ο τρό­πος που επι­λέ­γει να ξε­κι­νή­σει την αφή­γη­σή του είναι ευ­φυ­ής. Δεν πρό­κει­ται εδώ για την εκ­κω­φα­ντι­κή αρχή της “Διά­σω­σης του Στρα­τιώ­τη Ράιαν”, που μέσα στα εί­κο­σι πρώτα λεπτά της ται­νί­ας σού ’χει κοπεί η ανάσα με τον ρυθμό και έχεις δει τόσα δια­με­λι­σμέ­να σώ­μα­τα φα­ντά­ρων όσα δεν έχεις δει σε όλες τις πο­λε­μι­κές και αντι­πο­λε­μι­κές ται­νί­ες μαζί. Ο σκη­νο­θέ­της προ­κρί­νει μια αρχή της ιστο­ρί­ας του, ει­πω­μέ­νης αλ­λιώς. Χα­μη­λό­φω­να – στοι­χείο που γί­νε­ται ακόμα πιο εντυ­πω­σια­κό για τον συχνά φλύ­α­ρο και εντυ­πω­σιο­θη­ρι­κό Νόλαν. Επι­λέ­γει εκεί­νες τις ελά­χι­στες στιγ­μές στις οποί­ες ένας φα­ντά­ρος προ­σπα­θεί μέσα στη φρίκη του πο­λέ­μου να πε­ρι­σώ­σει κάτι από την αν­θρώ­πι­νη υπό­στα­σή του και να ξα­να­θυ­μη­θεί ότι είναι άν­θρω­πος. Βλέ­που­με ένα νέο αγόρι, φα­ντά­ρο του αγ­γλι­κού στρα­τού, που ήρωα της ται­νί­ας δεν τον λες γιατί η ται­νία δεν έχει “ήρωες”, να προ­σπα­θεί να πιει λίγες νερού που είχαν ξε­μεί­νει σ’ ένα πα­ρα­τη­μέ­νο λά­στι­χο, ν’ αρ­πά­ξει βια­στι­κά από ένα ανοι­χτό πα­ρά­θυ­ρο μια μι­σο­σβη­σμέ­νη γόπα σε ένα τα­σά­κι. Και μετά να προ­σγειώ­νε­ται ξανά από­το­μα στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του πο­λέ­μου αρ­χί­ζο­ντας ένα ξέ­φρε­νο τρε­χα­λη­τό μέσα στην άδεια μικρή πόλη για να σώσει την τε­λευ­ταία -μό­λις- στιγ­μή τη ζωή του.

Όσο κι αν γί­νε­ται προ­σπά­θεια να κα­τα­νε­μη­θεί το υλικό ισό­τι­μα (στε­ριά, θά­λασ­σα, αέρας), οι σκη­νές στον Μώλο είναι αυτές που ξε­χω­ρί­ζουν και κά­νουν τη “Δουν­κέρ­κη” ση­μα­ντι­κή ται­νία. Τι είναι αυτό που κάνει εξαι­ρε­τι­κά ο Νόλαν και του πι­στώ­νε­ται σαν το με­γα­λύ­τε­ρο θε­τι­κό στοι­χείο της ται­νί­ας; Επι­λέ­γει να χτί­σει όλη την ιστο­ρία του προ­σπα­θώ­ντας να συλ­λά­βει και να απο­δώ­σει το συ­ναί­σθη­μα των πια­σμέ­νων στη φάκα φα­ντά­ρων. “Τι κάνει ένας στρα­τιώ­της στον πό­λε­μο; Φο­βά­ται”. Είναι εκ­πλη­κτι­κή η σκηνή όπου στον πρώτο ήχο της γερ­μα­νι­κής σει­ρή­νας ση­κώ­νο­νται ένα-ένα τα κε­φά­λια των φα­ντά­ρων προς τον ου­ρα­νό με τα πιο τρο­μαγ­μέ­να μάτια του κό­σμου και σχη­μα­τί­ζουν σι­γά-σι­γά ένα αν­θρώ­πι­νο κύμα, που με­τα­φέ­ρει τον πα­νι­κό από την αρχή ως το τέλος της τε­ρά­στιας σει­ράς των χι­λιά­δων στρα­τιω­τών καθώς πε­ρι­μέ­νουν να επι­βι­βα­στούν στα πλοία. Νέοι -παι­διά σχε­δόν- έχουν μόλις γλι­τώ­σει από μια συ­ντρι­πτι­κή ήττα, ο εχθρός βρί­σκε­ται σε από­στα­ση ανα­πνο­ής, οι σει­ρή­νες των στού­κας τούς πα­ρα­λύ­ουν από τρόμο, ενώ μπρο­στά τους η θά­λασ­σα τούς στε­ρεί τη δυ­να­τό­τη­τα επι­στρο­φής στην Αγ­γλία. Κα­θη­με­ρι­νά είναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νοι να βλέ­πουν τις κο­ρυ­φές των βρε­τα­νι­κών βου­νών κι αυτοί να μην ξέ­ρουν αν θα ζουν το επό­με­νο λεπτό μετά από τις επι­δρο­μές των γερ­μα­νι­κών μα­χη­τι­κών. Δεν έχουν νερό, το φα­γη­τό είναι λι­γο­στό και λι­γο­στεύ­ει κι άλλο, είναι εκτε­θει­μέ­νοι στην ακτή, κά­νουν ό,τι μπο­ρούν για να επι­βιώ­σουν, γί­νο­νται μι­κρό­ψυ­χοι, μο­χθη­ροί, άδι­κοι, κά­ποιοι τρε­λαί­νο­νται από απελ­πι­σία, βγά­ζουν το κρά­νος, πα­ρα­τούν το όπλο και αυ­το­κτο­νούν βου­τώ­ντας στη θά­λασ­σα.

Όταν η δράση με­τα­φέ­ρε­ται στον αέρα, πέρα από τις εντυ­πω­σια­κές αε­ρο­μα­χί­ες των γερ­μα­νι­κών στού­κας με τα βρε­τα­νι­κά σπιτ­φάιαρ και το πα­γω­μέ­νο βλέμ­μα των βρε­τα­νών πι­λό­των, δεν έχεις να σχο­λιά­σεις κάτι. Αν δεις τις σκη­νές αυτές απο­κομ­μέ­νες από το σύ­νο­λο, είναι μάλ­λον αδιά­φο­ρες, παρά τους εντυ­πω­σια­κούς ελιγ­μούς. Είναι ο κρί­κος, ωστό­σο, που ενώ­νει τη δράση στη στε­ριά και την αντί­στοι­χη στη θά­λασ­σα. Οι ιστο­ρί­ες που δια­δρα­μα­τί­ζο­νται στην ακτή και τη θά­λασ­σα θα ήταν λει­ψές, αν έλει­πε ο τρό­μος από τον αέρα, που λει­τουρ­γεί κα­τα­λυ­τι­κά.

Στην ενό­τη­τα “θά­λασ­σα” η κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή αφή­γη­ση πε­ριο­ρί­ζε­ται σε όλα όσα συμ­βαί­νουν σε ένα καΐκι. Είναι ένα από τα πλε­ού­με­να που επι­τά­χθη­καν από τη βρε­τα­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση για να δια­σχί­σουν το κα­νά­λι της Μάγ­χης και να πα­ρα­λά­βουν όσους βρε­τα­νούς φα­ντά­ρους ήταν δυ­να­τό, δε­χό­με­να επι­θέ­σεις από γερ­μα­νι­κά πλοία και αε­ρο­πλά­να. Κυ­βερ­νή­της του μι­κρού σκά­φους ένας με­σή­λι­κας βρε­τα­νός που έχει χάσει ήδη τον έναν του γιο στον πό­λε­μο και προ­σπα­θεί με τον μι­κρό­τε­ρο γιο κι έναν πι­τσι­ρί­κο από το ψα­ρο­χώ­ρι τους να φτά­σουν απέ­να­ντι και να επι­στρέ­ψουν ζω­ντα­νοί μέσα σε μια κό­λα­ση φω­τιάς. Και πάλι εδώ δεν πρό­κει­ται για κι­νη­μα­το­γρα­φι­κούς, ολο­κλη­ρω­μέ­νους “ήρωες” με μια ιστο­ρία από πίσω τους. Κι αυτό γιατί ο Νόλαν δεν θέ­λη­σε κάτι τέ­τοιο. Αφή­νει να μά­θου­με ελά­χι­στα πράγ­μα­τα γι’ αυ­τούς, τόσα μόνο όσα χρειά­ζε­ται για να προ­χω­ρή­σει την ιστο­ρία του. Μο­να­δι­κός του άξο­νας, γύρω από τον οποίο πε­ρι­στρέ­φο­νται όλα, είναι το στενό κομ­μά­τι γης στον Μώλο, το τμήμα αέρα που του αντι­στοι­χεί και το επι­κίν­δυ­νο κα­νά­λι της Μάγ­χης. Είναι σα να μας λέει: Δεν χρειά­ζο­νται “ήρωες” με τις μι­κρές προ­σω­πι­κές ιστο­ρί­ες τους σε κάτι τόσο αντι­η­ρω­ι­κό, όπως είναι ο πό­λε­μος.

Ένα από αυτά που σου τρα­βούν αμέ­σως την προ­σο­χή είναι οι έντο­νες αντι­θέ­σεις, πάνω στις οποί­ες δο­μεί­ται όλη η ιστο­ρία: ηρε­μία και βα­θιές ανά­σες/έντα­ση στο φουλ και ασθμα­τι­κός ρυθ­μός δρά­σης. Βλέ­που­με σε μια σκηνή τους βρε­τα­νούς φα­ντά­ρους να τρώνε φρυ­γα­νιές με μαρ­με­λά­δα, να γε­λά­νε και να νο­μί­ζουν ότι σώ­θη­καν πια, έχο­ντας κα­τα­φέ­ρει να μπουν σε ένα πο­λε­μι­κό πλοίο. Στην αμέ­σως επό­με­νη σκηνή αντι­κρί­ζου­με το εσω­τε­ρι­κό μιας κό­λα­σης, καθώς δια­λύ­ε­ται το σύ­μπαν από μια τορ­πί­λη και ακούς φωνές αν­θρώ­πων που ουρ­λιά­ζουν κάτω από τό­νους νερού καθώς πνί­γο­νται. Είναι ο τρό­πος του σκη­νο­θέ­τη να πει: Στον πό­λε­μο δεν μπο­ρείς να βρεις ηρε­μία. Υπάρ­χει μόνο η αγω­νιώ­δης προ­σπά­θεια κάθε στιγ­μή να πα­ρα­μεί­νεις ζω­ντα­νός.

Η ται­νία δεν έχει πολ­λούς δια­λό­γους. Για την ακρί­βεια έχει ελά­χι­στους. Γι’ αυτό και οι διά­λο­γοι που έχουν επι­λε­γεί, έχουν τη ση­μα­σία τους. Όταν στο τέλος έχουν κα­τορ­θώ­σει να φτά­σουν στη Βρε­τα­νία, ένας γε­ρά­κος που τους δίνει κου­βέρ­τες καθώς βγαί­νουν από τα κα­ΐ­κια μου­σκε­μέ­νοι, βρώ­μι­κοι, πει­να­σμέ­νοι και κα­τά­κο­ποι, συ­νο­ψί­ζει όλη τη φρίκη του πο­λέ­μου: “Είσαι ζω­ντα­νός. Αυτό είναι αρ­κε­τό”. Κα­νέ­να με­γα­λείο, κα­νέ­νας ηρω­ι­σμός. Τί­πο­τα.

Υπάρ­χουν σκη­νές με τρο­μα­κτι­κές αν­θρώ­πι­νες απώ­λειες, αλλά δεν περ­νά­ει μπρο­στά από τα μάτια μας ούτε ένα αι­μα­το­βαμ­μέ­νο πλάνο. Ο Νόλαν κα­τα­φέρ­νει και κάνει ένα σχό­λιο για τον πό­λε­μο χωρίς να δούμε στην οθόνη ούτε μια στα­γό­να αίμα. Ούτε καν τη στολή του εχθρού. Κά­ποιες φορές είναι πιο τρο­μα­κτι­κό αυτό που δεν βλέ­πεις σε σχέση μ’ αυτό που έχεις μπρο­στά στα μάτια σου και πρέ­πει να το αντι­με­τω­πί­σεις. Η αδιό­ρα­τη απει­λή εντεί­νει τον πα­νι­κό. Ο εχθρός υπάρ­χει, ωστό­σο, και τους έχει πε­ρι­κυ­κλώ­σει. Και εδώ είναι το ση­μείο που έχει συ­γκε­ντρώ­σει τις πε­ρισ­σό­τε­ρες αρ­νη­τι­κές κρι­τι­κές. Γιατί ο εχθρός δεν κα­το­νο­μά­ζε­ται ως τέ­τοιος; Γιατί σκέτα “εχθρός” και όχι αυτό που πραγ­μα­τι­κά ήταν, δη­λα­δή ναζί; Έχουν φορ­τώ­σει στον Νόλαν ό,τι θα μπο­ρού­σε να του κα­τα­λο­γί­σει άν­θρω­πος. Από αφέ­λεια μέχρι πο­λι­τι­κή σκο­πι­μό­τη­τα και υπο­λο­γι­σμό.

Και εδώ ας κά­νου­με μια μικρή παύση κι ας προ­σπα­θή­σου­με να θυ­μη­θού­με. Είναι η πρώτη φορά που συμ­βαί­νει αυτό στον κι­νη­μα­το­γρά­φο; Όχι. Είχε προ­σπα­θή­σει και κα­τα­φέ­ρει κάτι ανά­λο­γο ο Κιού­μπρικ στο αιχ­μη­ρό αντι­πο­λε­μι­κό σχό­λιο του “Paths of Glory” (Σταυ­ροί στο Μέ­τω­πο). Εκεί βλέ­που­με τα πάντα απο­κλει­στι­κά μέσα από τα μάτια των γάλ­λων στρα­τιω­τών στον Α’ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο. Ούτε ένας γερ­μα­νός φα­ντά­ρος – έστω για δείγ­μα. Ο μόνος γερ­μα­νός που εμ­φα­νί­ζε­ται είναι τε­λι­κά… γερ­μα­νί­δα, μια νεαρή κο­πέ­λα, αιχ­μά­λω­τη πο­λέ­μου, στην τε­λευ­ταία αρι­στουρ­γη­μα­τι­κή σκηνή της ται­νί­ας. Κι επει­δή του άρεσε του Κιού­μπρικ αυτό το εύ­ρη­μα, το επι­χεί­ρη­σε ξανά στο “Full Metal Jacket” (σε δια­φο­ρε­τι­κό βαθμό όμως και όχι με την ίδια επι­τυ­χία), όπου βλέ­που­με τα πάντα μέσα από τα μάτια μιας δι­μοι­ρί­ας αμε­ρι­κα­νών στρα­τιω­τών στο Βιετ­νάμ, που δέ­χο­νται πυρά από “αό­ρα­τους” Βιετ­κόνγκ. Φυ­σι­κά ο Νόλαν δεν είναι Κιού­μπρικ. Φυ­σι­κά η “Δουν­κέρ­κη” δεν είναι “Paths of Glory” ή “Full Metal Jacket”. Η αί­σθη­σή μου όμως είναι ότι η πρό­θε­ση του Νόλαν ήταν ακρι­βώς αυτή. Παίρ­νει σα δε­δο­μέ­νο ότι η ιστο­ρία είναι ήδη γνω­στή. Παίρ­νει σα δε­δο­μέ­νο ότι ο εχθρός των Αγ­γλο­γάλ­λων που τους κυ­κλώ­νει απει­λη­τι­κά, ήταν οι Γερ­μα­νοί Ναζί –γνω­στό αυτό. Και μετά νιώ­θει ελεύ­θε­ρος να κάνει το σχό­λιο που θέλει. Και αυτό στο οποίο επι­λέ­γει να εστιά­σει είναι η ασφυ­ξία και η από­γνω­ση μέσα στην οποία ζού­σαν κα­θη­με­ρι­νά για δέκα μέρες πε­ρί­που οι εγκλω­βι­σμέ­νοι στην πο­ντι­κο­πα­γί­δα. Και το κα­τα­φέρ­νει πε­ρί­φη­μα.

Η μα­στο­ριά τού να με­τα­τρέ­πεις το μειο­νέ­κτη­μα σε πλε­ο­νέ­κτη­μα

Αυτό που δεν μπο­ρεί να απο­φύ­γει, όμως, ο Νόλαν είναι ένας κοι­νό­το­πος πα­τριω­τι­σμός στο τέλος. Όσο χα­μη­λό­φω­να ξε­κι­νά την ται­νία του, με άλλο τόσο πο­μπώ­δη τρόπο επι­λέ­γει να την κλεί­σει. Αλή­θεια είναι αυτό και κα­τα­λο­γί­ζε­ται στα αρ­νη­τι­κά στοι­χεία της ται­νί­ας. Παίρ­νει την ομι­λία του Τσώρ­τσιλ στη Βουλή, που -για την τάξη του και τα συμ­φέ­ρο­ντά της- είναι υπό­δειγ­μα του πώς με­τα­τρέ­πεις μια πα­νω­λε­θρία σε αυτό που χτί­ζει τη δια­τα­ξι­κή εθνι­κή ομο­ψυ­χία, για να ολο­κλη­ρώ­σει έτσι την κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή του αφή­γη­ση.

Επει­δή όμως ο Νόλαν είναι ιδιαί­τε­ρα ευ­φυ­ής με τις ει­κό­νες, έρ­χε­ται να το ανα­πο­δο­γυ­ρί­σει όλο αυτό το σχη­μα­τά­κι. Ακού­με τον Τσώρ­τσιλ να λέει: “Θα τους πο­λε­μή­σου­με στη στε­ριά” και δεί­χνει τα πα­ρα­τη­μέ­να κράνη που ξέ­μει­ναν στην έρημη πια ακτή της Δουν­κέρ­κης. Κράνη νε­κρών στρα­τιω­τών, αλλά και ζω­ντα­νών που έφυ­γαν όπως-όπως για να σω­θούν. “Θα τους πο­λε­μή­σου­με στη θά­λασ­σα” και δεί­χνει τα λεί­ψα­να των πλοί­ων και τα κου­φά­ρια. Κι έτσι, αυτός ο λόγος που εκ­φω­νή­θη­κε για να με­τα­δώ­σει με­γα­λείο και εθνι­κή υπε­ρη­φά­νεια, κα­τα­φέρ­νει εδώ το ακρι­βώς ανά­πο­δο. Να σου με­τα­δώ­σει την αί­σθη­ση ότι αυτό που αφή­νει πίσω του ο πό­λε­μος είναι κράνη σπαρ­μέ­να στο έδα­φος, συ­ντρίμ­μια και νε­κρούς πι­λό­τους στον πάτο της θά­λασ­σας.

Δεν ξέρω αν ήταν αυτή η πρό­θε­ση του Νόλαν. Μπο­ρεί ναι. Το πι­θα­νό­τε­ρο είναι πως όχι. Αυτό που ξέρω είναι ότι κα­τα­λή­γει να λει­τουρ­γεί έτσι. Λει­τουρ­γεί, βέ­βαια, αν επι­λέ­ξεις να εστιά­σεις στην ουσία και όχι να βγά­λεις τε­φτέ­ρι για να κα­τα­γρά­ψεις όλα εκεί­να τα ση­μεία, στα οποία η κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή αφή­γη­ση δεν ται­ριά­ζει με την πο­λι­τι­κή σου εκτί­μη­ση.

Η “Δουν­κέρ­κη” ρί­χνει τον προ­βο­λέα και φω­τί­ζει σωστά. Πα­ρου­σιά­ζει εντε­λώς ωμά και χωρίς κα­νέ­ναν συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό τον φόβο, την απελ­πι­σία και τον πα­νι­κό των απλών φα­ντά­ρων που σέρ­νο­νται στην άμμο, πνί­γο­νται, βου­λιά­ζουν μες στο χυ­μέ­νο πε­τρέ­λαιο και καί­γο­νται σαν μαύ­ρες λα­μπά­δες στη θά­λασ­σα. Και την ίδια στιγ­μή για κο­ντράστ, οι αξιω­μα­τι­κοί, κα­θα­ροί, στη­τοί και ατσα­λά­κω­τοι από την αρχή ως το τέλος. Το μόνο που επι­τρέ­πουν στον εαυτό τους είναι να “βουρ­κώ­σουν” από συ­γκί­νη­ση, όταν η Δουν­κέρ­κη εκ­κε­νώ­νε­ται και από τον τε­λευ­ταίο βρε­τα­νό φα­ντά­ρο. Το λες και αντι­πα­ρά­στα­ση δύο ολό­κλη­ρων κό­σμων με εντε­λώς άλλα συμ­φέ­ρο­ντα. Είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ότι όλες οι κλι­σα­ρι­σμέ­νες πα­τριω­τι­κές ατά­κες, που συ­νο­δεύ­ο­νται από το ανά­λο­γο βούρ­κω­μα για την πα­τρί­δα και την αυ­το­θυ­σία των βρε­τα­νών με τα κα­ΐ­κια και τις βάρ­κες, βγαί­νουν απο­κλει­στι­κά από τα στό­μα­τα των αξιω­μα­τι­κών και όχι των φα­ντά­ρων.

Είναι ση­μα­ντι­κή ται­νία η “Δουν­κέρ­κη”; Για τους λό­γους που προ­σπά­θη­σα να ανα­δεί­ξω, ναι.

Είναι πο­λι­τι­κά σωστή με βάση τις μαρ­ξι­στι­κές μας ανα­λύ­σεις και τις επα­να­στα­τι­κές θε­ω­ρί­ες μας; Όχι.

Θα θέ­λα­με να δεί­χνει τη συμ­με­το­χή πχ και Ινδών που πο­λε­μού­σαν πράγ­μα­τι στον βρε­τα­νι­κό στρα­τό και να μην πε­ριο­ρι­στεί μόνο στους Βρε­τα­νούς; Θα θέ­λα­με.

Θα θέ­λα­με να δούμε τι συ­νέ­βη και με τους Γάλ­λους φα­ντά­ρους που ξέ­μει­ναν στη Δουν­κέρ­κη (που ούτε λίγο ούτε πολύ οι Βρε­τα­νοί τούς πού­λη­σαν και τους άφη­σαν στην τύχη τους); Θα θέ­λα­με.

Θα θέ­λα­με να υπάρ­χει εντο­νό­τε­ρα το αντι­φα­σι­στι­κό στοι­χείο και η αντί­θε­ση στους ναζί; Θα θέ­λα­με.

Θα θέ­λα­με να λεί­πει η κυ­ρί­αρ­χη βρε­τα­νι­κή αφή­γη­ση; Θα θέ­λα­με.

Επει­δή, λοι­πόν, θα τα θέ­λα­με όλα αυτά, καλό θα ήταν να γρά­ψου­με ένα άρθρο για τη Δουν­κέρ­κη-ιστο­ρι­κό γε­γο­νός, κομ­μέ­νο και ραμ­μέ­νο αυτή τη φορά στις πο­λι­τι­κές μας προ­σλαμ­βά­νου­σες και επι­θυ­μί­ες, και κυ­ρί­ως στα πο­λι­τι­κά μας συ­μπε­ρά­σμα­τα.

Αυτό που πε­τυ­χαί­νει η “Δουν­κέρ­κη” είναι να ανοί­γει και πάλι τη συ­ζή­τη­ση πάνω στην κε­ντρι­κή ιδέα πως ο πό­λε­μος δεν είναι παρά μόνο φρίκη, τρό­μος, φόνος και βρω­μιά.

Και ερ­χό­μα­στε να προ­σθέ­σου­με εμείς με τη σειρά μας πως ήρωας δεν είναι όποιος κάνει την προ­σω­πι­κή υπέρ­βα­ση και θυ­σιά­ζε­ται “για την πα­τρί­δα”. Ήρωας δεν είναι μόνο όποιος ορ­μά­ει στη φωτιά για να σώσει ζωές. Είναι κυ­ρί­ως αυτός και αυτή που βά­ζουν τις δυ­νά­μεις τους για να απο­τρέ­ψουν το φρι­κια­στι­κό εν­δε­χό­με­νο του πο­λέ­μου. Ήρωας και ηρω­ί­δα είναι αυτός και αυτή που πάνε κό­ντρα στο μα­κε­λειό.

Πηγή: https://rproject.gr

194