Συλλογή Κωστάκη: η ρωσική πρωτοπορία του 1910-1930 που χώρεσε όλη σε ένα ταπεινό διαμέρισμα στη Μόσχα

Συλλογή Κωστάκη: η ρωσική πρωτοπορία του 1910-1930 που χώρεσε όλη σε ένα ταπεινό διαμέρισμα στη Μόσχα

1της Κικής Σταματόγιαννη

«Όλη η τέχνη στο λαό!» (σύνθημα του Μαγιακόφσκι)

«Η επα­νά­στα­ση θα είναι το πα­νη­γύ­ρι όλων των κα­τα­πιε­σμέ­νων» έλεγε ο Λένιν. Η ρώ­σι­κη επα­νά­στα­ση του 1917 απο­δεί­χτη­κε επί­σης η γιορ­τή και ο θρί­αμ­βος της ζω­γρα­φι­κής και γε­νι­κά της καλ­λι­τε­χνι­κής δη­μιουρ­γί­ας. Εκα­το­ντά­δες και χι­λιά­δες καλ­λι­τέ­χνες διέ­σχι­σαν όλη τη ρω­σι­κή επι­κρά­τεια με τα τρένα της ΑΓΚΙΤ ΠΡΟΠ (αγκι­τά­τσια – προ­πα­γάν­δα) γε­μά­τα βι­βλία και φυλ­λά­δια, με τα βα­γό­νια ζω­γρα­φι­σμέ­να εξω­τε­ρι­κά με πρω­τό­τυ­πες καλ­λι­τε­χνι­κές ανα­πα­ρα­στά­σεις και μο­ντέρ­νους στί­χους. Τα τρένα της Αγκιτ-Προπ έστη­ναν πα­ντού κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές προ­βο­λές και δια­λέ­ξεις σε αν­θρώ­πους που συ­νή­θως δεν είχαν δει στη ζωή τους κι­νη­μα­το­γρά­φο ούτε άλλη πα­ρά­στα­ση πέρα από τη θρη­σκευ­τι­κή λει­τουρ­γία. Ούτε βέ­βαια είχαν μπει ποτέ σε γκα­λε­ρί. «Από σή­με­ρα, μαζί με την κα­τά­λυ­ση του τσα­ρι­κού κα­θε­στώ­τος, κα­ταρ­γεί­ται η ύπαρ­ξη της τέ­χνης στις απο­θή­κες και τα ντοκ του αν­θρώ­πι­νου πνεύ­μα­τος […] Οι πί­να­κες να απλω­θούν από σπίτι σε σπίτι, πάνω από τους δρό­μους και τις πλα­τεί­ες, σαν ου­ρά­νια τόξα από πο­λύ­τι­μους λί­θους, για να χα­ρο­ποιούν και να εξευ­γε­νί­ζουν το βλέμ­μα του δια­βά­τη. Όλη η τέχνη στο λαό!» (ψή­φι­σμα αρ. 1 «για τον εκ­δη­μο­κρα­τι­σμό των τε­χνών», από την πένα του Μα­για­κόφ­σκι).

Παρά την πείνα και τις τε­ρά­στιες δυ­σκο­λί­ες – στη Ρωσία μαι­νό­ταν ο εμ­φύ­λιος πό­λε­μος και η ει­σβο­λή στρα­τών από 14 χώρες ενά­ντια στο επα­να­στα­τι­κό κα­θε­στώς – το εν­δια­φέ­ρον για γνώ­σεις και για τέχνη ήταν τε­ρά­στιο. Εκα­το­ντά­δες χι­λιά­δες και εκα­τομ­μύ­ρια άν­θρω­ποι προ­σπά­θη­σαν να ανα­κα­λύ­ψουν τις τέ­χνες σε ερ­γα­στή­ρια και κύ­κλους έρευ­νας. Μόνο το κί­νη­μα καλ­λι­τε­χνών της ΠΡΟ­ΛΕΤ­ΚΟΥΛΤ (Προ­λε­τα­ρια­κή Κουλ­τού­ρα) είχε μισό εκα­τομ­μύ­ριο μέλη και ερ­γα­στή­ρια σε όλη την επι­κρά­τεια της χώρας. Και υπήρ­χαν πολλά καλ­λι­τε­χνι­κά κι­νή­μα­τα που εμ­φα­νί­ζο­νταν και απλώ­νο­νταν. Οι ζω­γρά­φοι πει­ρα­μα­τί­ζο­νταν με νέες μορ­φές για να εκ­φρά­σουν το και­νούρ­γιο πε­ριε­χό­με­νο: Ξε­πή­δη­σαν νέα ρεύ­μα­τα: ο σου­πρε­μα­τι­σμός, ο ρω­σι­κός φου­του­ρι­σμός, ο κουν­στρου­κτι­βι­σμός, που πα­ρό­τι δεν ήταν όλα το ίδιο γό­νι­μα, άφη­σαν το απο­τύ­πω­μα της έκρη­ξης του πνεύ­μα­τος. Ένα πνεύ­μα, που πριν ήταν κα­θη­λω­μέ­νο με αλυ­σί­δες.

«Ποιός προ­τι­μά­ει να ζει ρη­μά­ζο­ντας μέσα στον χρόνο;» (Σαίξ­πηρ)

Την έκρη­ξη της καλ­λι­τε­χνι­κής δη­μιουρ­γί­ας μετά την Οκτω­βρια­νή Επα­νά­στα­ση ακο­λού­θη­σε, από τα μέσα της δε­κα­ε­τί­ας του ’30, η κα­τα­βα­ρά­θρω­σή και η εξα­φά­νι­σή της από τον υπο­τι­θέ­με­νο «σο­σια­λι­στι­κό ρε­α­λι­σμό» που επι­βλή­θη­κε δια ρο­πά­λου. Τα μόνα καλ­λι­τε­χνι­κά έργα που επι­τρέ­πο­νταν ήταν αυτά που εξυ­μνού­σαν, με τον πιο απλοϊ­κό και στεί­ρο τρόπο, τους ηγέ­τες του κρά­τους. Από τις Δίκες της Μό­σχας και μετά, εκα­τομ­μύ­ρια άν­θρω­ποι έπαιρ­ναν το δρόμο για τα γκού­λαγκ ή το εκτε­λε­στι­κό από­σπα­σμα και μαζί τους το σύ­νο­λο σχε­δόν των μπολ­σε­βί­κων που είχαν ηγη­θεί της επα­νά­στα­σης.

Η επα­νά­στα­ση δεν είναι πια στην εξου­σία παρά μόνο κατ’ όνομα. Η τέχνη δεν μπο­ρού­σε να έχει δια­φο­ρε­τι­κή μοίρα.

Όλα τα έργα της ρώ­σι­κης πρω­το­πο­ρί­ας, των χρό­νων λίγο πριν και αμέ­σως μετά την επα­νά­στα­ση, ήταν πια απα­γο­ρευ­μέ­να. Ο σο­σια­λι­στι­κός ρε­α­λι­σμός δεν έβγα­λε ποτέ ούτε έναν σο­βα­ρό καλ­λι­τέ­χνη ούτε μία αξιό­λο­γη ζω­γρά­φο, αλλά του­λά­χι­στον εξα­σφά­λι­ζε στους θε­ρά­πο­ντές της τον επιού­σιο. Αντί­θε­τα, οι καλ­λι­τέ­χνες της πρω­το­πο­ρί­ας έπρε­πε απλώς να επι­βιώ­σουν, ερ­γα­ζό­με­νοι σε άσχε­τα επαγ­γέλ­μα­τα και να μην εμ­φα­νί­σουν ποτέ και που­θε­νά τα έργα τους. Τα έργα αυτά στα­μά­τη­σαν να πα­ρά­γο­νται, έστω και στη μο­να­ξιά. Οι καλ­λι­τέ­χνες, και μαζί και η τέχνη τους, απλώς μα­ρά­ζω­σαν και χά­θη­καν.

Πώς δια­σώ­θη­κε η κλη­ρο­νο­μιά της ρώ­σι­κης πρω­το­πο­ρί­ας; Η συλ­λο­γή Κω­στά­κη:

Ο Γιώρ­γος Κω­στά­κης ήταν Έλ­λη­νας που γεν­νή­θη­κε στη Ρωσία. Βιο­πο­ρι­ζό­ταν ως οδη­γός αυ­το­κι­νή­του στην ελ­λη­νι­κή πρε­σβεία της Μό­σχας και δεν είχε κα­νε­νός εί­δους καλ­λι­τε­χνι­κή παι­δεία ή ενα­σχό­λη­ση με τη ζω­γρα­φι­κή. Λόγω της δου­λειάς του συχνά συ­νό­δευε δι­πλω­μά­τες σε σπί­τια αν­θρώ­πων που είχαν σχέση με τις τέ­χνες. Μια μέρα, στα 33 του χρό­νια, βρέ­θη­κε τυ­χαία μπρο­στά σε έναν πί­να­κα που του άλ­λα­ξε τη ζωή για πάντα. Ήταν το έτος 1946 στο σπίτι του ποι­η­τή Κρου­τσό­νιχ και ο πί­να­κας ήταν έργο της Όλγα Ρο­ζά­νο­βα, της κόρης του διευ­θυ­ντή της τσα­ρι­κής αστυ­νο­μί­ας που έγινε πρω­το­πό­ρα ζω­γρά­φος, ποι­ή­τρια και μπολ­σε­βί­κα. Η Ρο­ζά­νο­βα είχε ήδη πε­θά­νει, το 1918, πα­ρό­λα αυτά τούτο το δυ­να­τό πνεύ­μα με το εμπνευ­σμέ­νο πι­νέ­λο ήταν αδύ­να­το να γίνει απο­δε­κτό από τους άξε­στους γρα­φειο­κρά­τες και τους κρα­τι­κούς «κρι­τι­κούς» της τέ­χνης.

Ο πί­να­κας ήταν απρό­σι­τος για το κοινό, όπως και κάθε έργο της ρω­σι­κής πρω­το­πο­ρί­ας που είχε επι­ζή­σει. Δεν υπήρ­χε πε­ρί­πτω­ση να εκτε­θούν τέ­τοια έργα ποτέ σε πι­να­κο­θή­κη, χωρίς να απο­κτή­σει πολλά προ­βλή­μα­τα με τις αρχές όποιος θα το τολ­μού­σε.

Ο Κω­στά­κης δεν είχε ιδέα από μο­ντέρ­να τέχνη, αλλά ήταν αδύ­να­το να πάψει να μα­γνη­τί­ζε­ται από τον πί­να­κα. Από τότε η ζωή του πήρε να αλ­λά­ζει ορι­στι­κά. Σι­γά-σι­γά άρ­χι­σε να συ­γκε­ντρώ­νει έργα των ζω­γρά­φων της πρω­το­πο­ρί­ας, που ήξερε πως θα τα βρει για λίγα χρή­μα­τα σε σπί­τια απο­γό­νων των καλ­λι­τε­χνών, σε απο­θή­κες και σο­φί­τες. Η ενα­σχό­λη­σή του αυτή κρά­τη­σε πάνω από 30 χρό­νια. Τα έργα τα συ­γκέ­ντρω­νε στο δια­μέ­ρι­σμά του. Έφτα­σε να κα­τέ­χει έτσι 1275 πί­να­κες!

Το 1977 ο Κω­στά­κης με­τα­κό­μι­σε μό­νι­μα στην Ελ­λά­δα, μαζί με τα έργα, όπου και πέ­θα­νε το 1990.

«Είναι με­γά­λο κου­μά­σι η ιστο­ρία/πο­νη­ρό­τε­ρη από κάθε νο­μο­τέ­λεια» (Ν. Κα­ρού­ζος)

Η τέχνη που ήταν προ­ο­ρι­σμέ­νη να χαθεί στη λήθη, δια­σώ­θη­κε ως σή­με­ρα χάρη στη με­μο­νω­μέ­νη μυρ­μη­γκί­σια δου­λειά ενός τα­πει­νού σοφέρ, που συ­γκέ­ντρω­σε το απάν­θι­σμά της. Αντί­θε­τα, τα έργα που εξυ­μνού­σαν τους σφε­τε­ρι­στές της επα­νά­στα­σης είναι πλέον πα­ρα­δο­μέ­να στη χλεύη και χρη­σί­μευαν μόνο ως υλικό για τη σά­τι­ρα. «Εί­μα­στε ο κού­φιοι άν­θρω­ποι, οι βαλ­σα­μω­μέ­νοι άν­θρω­ποι» έγρα­φε κά­πο­τε ο Τ.Σ. Έλιοτ. Λε­ζά­ντα που θα μπο­ρού­σε μια χαρά να μπει κάτω από κάθε πί­να­κα και γλυ­πτό του σο­σια­λι­στι­κού ρε­α­λι­σμού.

Η συλ­λο­γή Κω­στά­κη αντί­θε­τα, φαί­νε­ται σαν τμήμα τοι­χο­γρα­φί­ας μιας εκ­πλη­κτι­κής επο­ποι­ί­ας. Αν η προ­λε­τα­ρια­κή επα­νά­στα­ση είναι η έφο­δος στον ου­ρα­νό όπως ση­μεί­ω­νε ο Μαρξ, τότε οι πί­να­κες της συλ­λο­γής Κω­στά­κη είναι σκη­νές και σπα­ράγ­μα­τα από τη ση­μα­ντι­κό­τε­ρη τέ­τοια έφοδο που γνώ­ρι­σε ποτέ η ιστο­ρία, τη Ρώ­σι­κη Επα­νά­στα­ση. Και μας με­τα­φέ­ρουν ένα δείγ­μα από το με­γα­λείο, την αψη­φι­σιά, την απλό­τη­τα και την έμπνευ­σή της. Αξί­ζει να την ανα­κα­λύ­ψου­με.

Πηγή: https://rproject.gr

347