Ένα πρωινό του 1985, στην Αλεξάντερπλατς, την περίφημη πλατεία του τότε Ανατολικού Βερολίνου, μια χούφτα αναρχικοί άρχισαν να μοιράζουν μια προκήρυξη ενάντια στο καθεστώς. Οι μισοί αγόρια, οι μισοί κορίτσια, έκαναν μια ηρωική ενέργεια, για την εποχή, καθώς η σύλληψή τους ήταν ζήτημα δευτερολέπτων. Όμως τα δευτερόλεπτα περνούσαν και έγιναν λεπτά. Και μετά τα λεπτά έγιναν ώρες. Κι όμως ούτε οι μπάτσοι ούτε οι της Stasi, που με τα πολιτικά τους ρούχα είχαν κατακλύσει τον γύρο χώρο, δεν κινούνταν εναντίον τους. Ο λόγος αυτής της απρόσμενης αναμονής και ανοχής είχε να κάνει με το ίδιο το θράσος των νεαρών αναρχικών. Είχαν υπολογίσει ότι θα προλάβουν να μοιράσουν χιλιάδες προκηρύξεις μέχρι οι ασφαλίτες να υποψιαστούν ότι οι αναρχικοί είναι πράγματι αναρχικοί και όχι… συνάδελφοί τους. Γιατί πράγματι μόνον ασφαλίτες υποκρινόμενοι τους αναρχικούς θα μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο με στόχο βέβαια να πιάσουν άκρες με πραγματικούς πολιτικούς αντιπάλους τους καθεστώτος.
Τελικά η ομάδα των αναρχικών τέλειωσε το μοίρασμα και τα μέλη της έφυγαν για τα σπίτια τους. Όμως, παρότι έφυγαν περπατώντας και σφυρίζοντας ικανοποιημένοι για το κάζο που επέφεραν στις δυνάμεις ασφαλείας, το κράτος είχε, όπως πάντα, την τελευταία λέξη.
Κάποια στιγμή έπειτα από κάποιες ώρες και κάποια τηλεφωνήματα η Stasi ανακάλυψε ότι παραπλανήθηκε. Και αυτό είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να πάθει η αξιοπρέπεια της μυστικής αστυνομίας ενός κράτους. Ο μηχανισμός όχι μόνον δεν συγχωρεί, αλλά, σε αυτές τις περιπτώσεις, επιτίθεται με όλο το αμείλικτο και ανελέητο είναι του κατά των αμφισβητιών. Παρότι έφυγαν, οι αναρχικοί είχαν δυστυχώς αφήσει τις φιγούρες τους αποτυπωμένες στις σταθερές και κινητές κάμερες της Stasi. Τις αμέσως επόμενες ημέρες συνελήφθησαν σχεδόν όλα τα μέλη της ομάδας. Ανάμεσά τους ήταν και η Γκάμπι, τότε πιτσιρίκα αλλά αφοσιωμένη αναρχική, ακτιβίστρια κατά του καθεστώτος Χόνεκερ. Το νεαρό της ηλικίας των περισσότερων συλληφθέντων δεν ικανοποιούσε τις ανάγκες αυτοεπιβεβαίωσης της αστυνομίας και του εισαγγελέα. Μια οργάνωση που κατάφερε να εξευτελίσει τους μηχανισμούς καταστολής, δεν μπορούσε να αποτελείται μόνο από μια δράκα πιτσιρικάδων. Το «σενάριο» της δημόσιας παρουσίασης της εξάρθρωσής της απαιτούσε και την ύπαρξη ενός πιο ώριμου αρχηγού που «καθοδηγούσε» την ομάδα από το σκοτεινό του επιτελείο. Ο σκοτεινός αυτός τύπος δεν άργησε να «βρεθεί» στο πρόσωπο της Καταρίνα, μιας εργάτριας που είχε ερωτική σχέση με την Γκάμπι. Η Καταρίνα στην πραγματικότητα, εκτός από τον έρωτά της για την Γκάμπι, δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την αναρχική ομάδα, αλλά και καμία απολύτως σχέση με την πολιτική γενικά. Αυτές οι λεπτομέρειες ωστόσο δεν είχαν καμία σημασία για το σχέδιο του εισαγγελέα ο οποίος διέταξε τη σύλληψή της.
Στο Δ. Βερολίνο ζούσε η μισή οικογένεια της Καταρίνα, καθώς τους είχε χωρίσει το τείχος που κτίστηκε το 1961. Ανάμεσα στους συγγενείς της Καταρίνα ήταν η ξαδέλφη της η Μάρτα, η οποία την επισκεπτόταν πολύ συχνά στο Α. Βερολίνο. Βλέπετε οι Δυτικοβερολινέζοι έπαιρνα σχετικά εύκολα άδεια για να μπουν στο Ανατολικό Βερολίνο, ενώ οι Ανατολικοβερολινέζοι είχαν πιο δύσκολο καθήκον καθώς έπρεπε να πάρουν άδεια από τις σφαίρες που θα τους κυνηγούσαν αν προσπαθούσαν να περάσουν το τείχος.
Σε αυτές τις επισκέψεις τις δύο ξαδέλφες συνόδευε στις εξόδους τους ένας φίλος της Καταρίνα, ο Άξελ. Και οι τρεις περνούσαν πολύ καλά, καθώς τα δυτικογερμανικά μάρκα που είχε η Μάρτα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν απολαυστικές διασκεδάσεις φαγητού και ποτού στο Α. Βερολίνο.
Μετά το συμβάν του 1985 και έπειτα από μια εβδομάδα αναπάντητων τηλεφωνημάτων προς την ξαδέλφη της, η Μάρτα ανησύχησε. Τα κακά μαντάτα ήρθαν μέσω της Γκάμπι, που παρότι φυλακισμένη, είχε το δίκτυο να ειδοποιήσει για τη σύλληψη της αγαπημένης της. Η Μάρτα κινήθηκε αμέσως με δικηγόρους από το Δυτικό και το Ανατολικό Βερολίνο, αλλά Καταρίνα δεν ήταν απλώς φυλακισμένη: είχε εξαφανιστεί. Επί ένα χρόνο, και τα δύο σκέλη της οικογένειας της Καταρίνα (το δυτικοβερολινέζικο και το ανατολικοβερολινέζικο) μάταια αναζητούσαν ίχνη της. Στην πραγματικότητα η Καταρίνα είχε μεταφερθεί σε μυστική φυλακή υψίστης ασφαλείας όπου είχε βασανιστεί για να «αποκαλύψει» τους συνεργάτες της στο εξωτερικό. Δυστυχώς φαίνεται ότι οι ασφαλίτες βασανιστές είχαν πιστέψει και οι ίδιοι το φαντασιακό δημιούργημα του εισαγγελέα. Φυσικά η Καταρίνα δεν αποκάλυπτε τίποτε εφόσον δεν ήξερε απολύτως τίποτε και αυτό τους βούρλιζε ακόμη περισσότερο. Ο βασανισμός ήταν μακροχρόνιος και κυρίως εστιαζόταν στη στέρηση ύπνου: Η Καταρίνα κρατείτο σε ένα κελί 1,5 επί 1 μέτρο, χωρίς κάθισμα, με κρύο νερό να ρέει συνέχεια στο δάπεδο και με παράθυρο χωρίς τζάμια, όταν οι εξωτερική θερμοκρασία μπορούσε να πέσει μέχρι και στους -25 βαθμούς.
Προκειμένου να ολοκληρωθεί το θέατρο της «εξιχνίασης» της αντι-σοσιαλιστικής εγκληματικής ομάδας, η Καταρίνα εμφανίστηκε τελικά σε δικαστήριο του Α. Βερολίνου. Στη δίκη μπόρεσε να παρευρεθεί και η Μάρτα, όπου είδε για πρώτη φορά την ξαδέλφη της αποστεωμένη, καταβεβλημένη, κουρεμένη. Όμως είδε και κάτι άλλο: το πρόσωπό της είχε αλλοιωθεί, όχι από κάποια βασανιστήρια, αλλά εμφανώς από μια εσωτερική αλλαγή. Εκεί μπροστά της δεν ήταν πια η Καταρίνα που ήξερε αλλά ένας απίστευτα πιο σκληρός άνθρωπος. Η χειρότερη έκπληξη της Μάρτα ήταν όμως όταν βασικός μάρτυρας κατηγορίας ενάντια στην Καταρίνα κλήθηκε να καταθέσει, ο καλός τους φίλος, ο Άξελ. Χωρίς καμία ντροπή ο αποκαλυμμένος πλέον ασφαλίτης ισχυρίστηκε ότι η Καταρίνα ήταν αρχηγός αντι-σοσιαλιστικής φιλοϊμπεριαλιστικής οργάνωσης που καθοδηγούνταν από μυστικές υπηρεσίες του εξωτερικού και δη από τη CIA. Στην ερώτηση του προέδρου του δικαστηρίου, αν ο μάρτυρας ήξερε ποιος ήταν ο σύνδεσμος της Καταρίνα με τη CIA, ο Άξελ, με φυσικότητα επαγγελματία ψευδομάρτυρα, απάντησε ότι σύνδεσμος ήταν η ξαδέλφη της, η Μάρτα. Η ίδια η Μάρτα, αλλά και η Καταρίνα, άκουγαν μέσα στην αίθουσα τον Άξελ να εξηγεί πώς οι τρεις τους στα εστιατόρια που επισκέπτονταν δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να απεργάζονται την ανατροπή της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και να επεξεργάζονται σχέδια για χτυπήματα σε στρατιωτικούς στόχους μέσα στη χώρα.
Η Καταρίνα καταδικάστηκε σε πολύχρονη φυλάκιση σε κανονική φυλακή βεβαίως. Η Stasi και οι υπόλοιπες αρχές της Α. Γερμανίας δεν άγγιξαν την Μάρτα παρότι την είχαν μέσα στα χέρια τους, διότι και ο τελευταίος ασφαλίτης ήξερε πια ότι επρόκειτο για μία από τις συνηθισμένες σκευωρίες.
Η οικογένεια της Καταρίνα στη Δ. Γερμανία κινήθηκε όπως είχαν κινηθεί και άλλες οικογένειες σε αντίστοιχες περιπτώσεις, προκειμένου να γλιτώσουν τους δικούς τους που διώκονταν με παρόμοιο τρόπο στην Α. Γερμανία. Το δυτικογερμανικό κράτος, έχοντας να λογοδοτήσει σε ψηφοφόρους, αναγκαζόταν να συμμετέχει στη διάσωση παίζοντας το θέατρο που ενορχήστρωναν οι εισαγγελείς της Α. Γερμανίας: Τελικά η Καταρίνα ανταλλάχθηκε ως κατάσκοπος, έναντι χρημάτων, στη γέφυρα του Πότσνταμ, στη γέφυρα όπου ανταλλάσσονταν και οι υπόλοιποι εκατέρωθεν αληθινοί ή φανταστικοί κατάσκοποι.
Η Μάρτα και η Καταρίνα με φιλιά και δάκρυα ξανάσμιξαν, σε μια συγκινητική επανένωση και μαζί τους γιόρτασε όλο το δυτικογερμανικό σκέλος της οικογένειας. Λίγο αργότερα ανταλλάχθηκε και η Γκάμπι και ξαναβρήκε την αγαπημένη της.
Κατά πάγια τακτική της Δ. Γερμανίας οι άνθρωποι που έφταναν από την Α. Γερμανία προσλαμβάνονταν αμέσως στο Δημόσιο και είχαν και έξτρα παροχές. Η Καταρίνα προσελήφθη ως νοσοκόμα, της δόθηκε έξτρα επίδομα, σπίτι αλλά και εξοχικό σπιτάκι, πράγμα που για τα δεδομένα του Δ. Βερολίνου (που ήταν περικυκλωμένο από το τείχος) ήταν μια ιδιαίτερη πολυτέλεια. Ωστόσο η Καταρίνα δεν ήταν πια η ίδια, όπως είχε ήδη διαπιστώσει η Μάρτα: η ξαδέλφη της, εκτός του ότι είχε γίνει ένας πολύ πιο σκληρός άνθρωπος, «χωρίς ανοχές στις μαλακίες», είχε υποστεί και μία άλλη «αλλαγή». Βλέπετε ο τρόπος που είχε αντισταθεί για να αντέξει τα βασανιστήρια η Καταρίνα ήταν ένας: Επειδή θεωρούσε ότι η πηγή του κακού ήταν η ρωσική κυριαρχία στην Α. Γερμανία, αποφάσισε να ξεχάσει τα ρώσικα, τα οποία μιλούσε σχεδόν τέλεια. Μετά από λίγα χρόνια, η Καταρίνα βρέθηκε για διακοπές στην Ελλάδα με την Γκάμπι. Η Μάρτα είχε ήδη μετακομίσει στην Ελλάδα και είχε παντρευτεί τον Λευτέρη. Η απέχθεια της Καταρίνα για τους άνδρες και ειδικότερα για τους μάτσο μεσογειακούς τύπους ήταν τέτοια που κάθε φορά που ακουμπούσε τον Λευτέρη τινάζονταν και οι δύο από στατικό ηλεκτρισμό. Όμως στην πραγματικότητα διανοητικά συμπαθούσε ο ένας τον άλλο. Και αυτή η οικειότητα ήταν που έκανε κάποτε τον Λευτέρη να δοκιμάσει να επιβεβαιώσει αν η ξαδέλφη της γυναίκας του είχε ξεχάσει τα ρώσικα. Σε ανύποπτη στιγμή, ένα βράδυ μετά από οινοποσία στο Σούνιο, με τις ελάχιστες γνώσεις του ο Λευτέρης τής πέταξε μια ερώτηση στα ρωσικά: η Καταρίνα δεν συσπάστηκε και δεν γύρισε καν προς το μέρος του. «Το έχουν κάνει άλλοι καλύτεροι από σένα στη Γερμανία» παρατήρησε τον Λευτέρη η Μάρτα. «Δεν καταλαβαίνει ούτε λέξη ρωσικά πια».
Τις μέρες που πρωτοσυνάντησε την Καταρίνα ο Λευτέρης, το 1994, πέθαινε στο Σαντιάγο της Χιλής ο Έριχ Χόνεκερ, ο α’ γραμματέας του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και πραγματικός ηγέτης της χώρας. Μετά την πτώση του Τείχους ο Χόνεκερ είχε περάσει κάποιο διάστημα στις φυλακές Μοαμπίτ του Βερολίνου, αλλά σε καμία περίπτωση στις συνθήκες που είχε περάσει η Καταρίνα. Όταν πέθανε -από καρκίνο- ο Χόνεκερ, η Καταρίνα οδηγούσε ένα μεγάλο σπορ αυτοκίνητο, BMW φυσικά.
Ωστόσο, μετά τον πρώτο ενθουσιασμό της πτώσης του τείχους και της επανένωσης τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν καθόλου ρόδινα: η Α. Γερμανία παρέμεινε μια φτωχή χώρα μέσα στη Γερμανία. Έφτασε να χάσει μέχρι και το 25% του πληθυσμού της και ακόμη και σήμερα οι συνθήκες είναι πολύ χειρότερες από αυτές του δυτικού μέρους της ενιαίας Γερμανίας. Εξ ου και η δύναμη που διαθέτουν οι ναζί στις περιοχές αυτές.
Η Καταρίνα ξέφυγε από τον εφιάλτη, με κάποιο κόστος, κι έζησε μια ζωή που της άξιζε. Όπως αξίζει όμως σε όλους τους ανθρώπους. Όχι μόνο σε αυτούς που γλίτωσαν από τα υπόγεια της Stasi και του Χόνεκερ, αλλά και σε αυτούς που έρχονται από την κόλαση της Συρίας. Θα σώσει η Ευρώπη κι αυτούς τους πρόσφυγες; Ή πειράζει το χρώμα και η θρησκεία τους;
Υ.Γ.: Η ιστορία αυτή είναι κατά 90% αληθινή. Την έχω ακούσει από πρώτο χέρι. Τα ονόματα της ιστορίας είναι όλα αλλαγμένα, αλλά το πραγματικό όνομα του Λευτέρη είναι Πέτρος. Και είμαι εγώ.
Πηγή: fb Petros Tsangaris






