Το σύνορο είναι ο άνθρωπος

Το σύνορο είναι ο άνθρωπος

«Να φύγεις Τζαμάλ…» είπε η μάνα και ακούμπησε το δεξί της χέρι στην καρδιά του.
«Να σωθείς εσύ…» είπε ο πατέρας, και ακούμπησε το μέτωπο του στο μέτωπο του Τζαμάλ.
«Να περάσεις τα σύνορα…» είπε ο παππούς με το γλαυκό βλέμμα και ψηλάφησε το πρόσωπο του Τζαμάλ.
«Πίσω να μην κοιτάξεις» είπε η γιαγιά και ένιωσε μια σουβλιά στο δεξί-χαμένο- της χέρι.
Βγήκε στον δρόμο ο Τζαμάλ να ακολουθήσει το καραβάνι των ανθρώπων που θα περνούσε τα σύνορα. Στην στροφή του δρόμου γύρισε να κοιτάξει.
Στήλες άλατος και μόλις χάθηκε το καραβάνι, ήρθε ένας αγέρας να τις σκορπίσει.
«Δεν είμαστε αθώοι Τζαμάλ» είπε το καραβάνι «να προσέχεις»
«Δεν είμαι εγώ το σύνορο Τζαμάλ» είπε ο μεγάλος ποταμός καθώς τον διέσχιζε «κι’ αν ποτέ γυρίσεις δεν θα είμαι ο ίδιος»
«Δεν είμαι εγώ το σύνορο Τζαμάλ» είπε η έρημος “κι’ αν ποτέ γυρίσεις, δεν θα είμαι η ίδια. Κάθε βράδυ ο άνεμος με καθορίζει.”
«Δεν είμαι εγώ το σύνορο Τζαμάλ» είπε το βουνό “κι’ αν ποτέ γυρίσεις τίποτα δεν θα με έχει αλλάξει. Εσύ θα έχεις αλλάξει.”
«Εγώ είμαι το σύνορο Τζαμάλ» είπε ο άνθρωπος «κι’ αν ποτέ με διαβείς, δεν θα με ξαναβρείς για να γυρίσεις πίσω»
Κουράστηκε να περιμένει την άδεια απ’ τον άνθρωπο-συνορο ο Τζαμάλ κι’ ένα βράδυ διάβηκε στα κρυφά.
Όταν πάτησε την νάρκη, χάθηκαν για πάντα τα σύνορα.  Ήταν πια παντού…
Στάθηκε για λίγο μπροστά στην ξύλινη αυλόπορτα, την έσπρωξε απαλά και μπήκε στην αυλή. Πέρασε δίπλα απ’ τον βασιλικό και τον «πήρε» η μυρωδιά του. Η γιαγιά σκάλιζε στον κήπο με τα δύο της χέρια κι’ ένα μικρό παιδί στεκόταν στην εξώπορτα του σπιτιού και στα χέρια του κρατούσε ένα τεράστιο κλειδί.
Ο παππούς καθισμένος στη βεράντα, διάβαζε εφημερίδα και το παιδί τον κοίταγε με τα μεγάλα καστανά μάτια του.
Προχώρησε στο εσωτερικό του σπιτιού και το παιδί τον ακολούθησε. Μα που το ήξερε αυτό το παιδί… Ο πατέρας κάθονταν στο τραπέζι και μόλις τον είδε, τίναξε τα μαλλιά του προς τα πίσω και χαμογέλασε. Το παιδί έκανε το ίδιο με τα σγουρά πυκνά μαλλιά του.
Η μάνα καθόταν δίπλα στο παράθυρο και κοίταγε μακριά. Στα χέρια της κρατούσε μια καρδιά. Το παιδί είχε ένα κενό στο μέρος της καρδιάς.
Γύρισε, τον κοίταξε και τον κάλεσε κοντά της. Πλησίασε και κάθισε στην αγκαλιά της. Κρατούσε στα χέρια του εν τεράστιο κλειδί. Μα που πήγε εκείνο το παιδί…
Γύμνωσε η μάνα το στήθος. «Πεινάς;» τον ρώτησε.  Ήπιε λαίμαργα χωρίς ανάσα, όπως κάνουν τα μωρά. Αποκοιμήθηκε έχοντας το ρογοβύζι της μάνας ακόμα στο στόμα. Χαμογελώντας ευτυχισμένος όπως τα μωρά
Στ’ όνειρο του είδε εκείνο το παιδί να ακολουθεί ένα καραβάνι.
«Που πας; Έχει ένα σωρό εμπόδια εκεί μέχρι να βρεις τα σύνορα» του φώναξε.
«Μην ανησυχείς, εκεί που πάω δεν υπήρξαν ποτέ σύνορα… να έχω ήδη φτάσει» του απάντησε το παιδί γελώντας.
Εκείνος χουχούλιασε στο όνειρο του. Δεν χρειαζόταν τίποτα πια. Και ήταν καλά εκεί.

Πηγή: http://artinews.gr

52

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση