Στην Λατινική Αμερική η πανδημία απειλεί την ισότητα πιο πολύ από ποτέ

Στην Λατινική Αμερική η πανδημία απειλεί την ισότητα πιο πολύ από ποτέ

Η Σάντρα Αμπέλο μεγάλωσε φτωχή, εγκατέλειψε το σχολείο στα 11 και πέρασε τα εφηβικά της χρόνια καθαρίζοντας δάπεδα ως υπηρέτρια. Αλλά μέχρι φέτος, τα είχε καταφέρει.

Η κα Αμπέλο, τώρα 39 ετών, είχε ένα σπίτι σε μια αξιοπρεπή γειτονιά. Μία από τις κόρες της, η Κάρολ, ήταν έτοιμη να τελειώσει το γυμνάσιο. Μια άλλη, η Νικόλ, επρόκειτο να γίνει 15 ετών, και σχεδίαζαν ένα πάρτι με πολλούς καλεσμένους και ένα νέο φόρεμα. Έκαναν οικονομίες για ένα πλυντήριο. Η κα Αμπέλο ήταν περήφανη για όλα όσα είχε επιτύχει

Στη συνέχεια, η πανδημία εμφανίστηκε και η κα Αμπέλο έχασε τη δουλειά της. Τον Μάιο εκδιώχθηκε από το σπίτι της, και αναγκάστηκε να μεταφέρει τα παιδιά της σε ένα υπόστεγο σε έναν παράνομο οικισμό ψηλά στην πόλη. Το βράδυ το κρύο έκανε και αυτό την εμφάνισή του. Προσπάθειες ζωής εξατμίστηκαν μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Η μεγαλύτερη κόρη της κα Αμπέλο, η Κάρολ, που θέλει να γίνει νοσοκόμα, ονόμασε την κατάσταση «μεγάλη παλινδρόμηση».

Πριν από λίγο καιρό, η Κολομβία – και η Λατινική Αμερική ευρύτερα – βρισκόταν στη μέση ενός ιστορικού μετασχηματισμού: η μάστιγα της ανισότητας συρρικνώθηκε όπως ποτέ άλλοτε. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 20 ετών, εκατομμύρια οικογένειες έπαψαν να νιώθουν φτώχεια σε μια περιοχή της γης, που προηγουμένως η ανισότητα κάλπαζε. Το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών στη Λατινική Αμερική έπεσε στο χαμηλότερο σημείο του ρεκόρ.

Τώρα, η πανδημία απειλεί να αντιστρέψει αυτά τα κεκτημένα, όπως τίποτα άλλο στην πρόσφατη ιστορία, λένε οι οικονομολόγοι, ενδεχομένως ανατρέποντας τις πολιτικές αλλά και ολόκληρες τις κοινωνίες για τα επόμενα χρόνια.

Δυο δημοσιογράφοι των New York Times μαζί με τον φωτογράφο τους, θέλοντας να κατανοήσουν καλύτερα αυτές τις αλλαγές γέμισαν ένα αυτοκίνητο με μάσκες και ταξίδεψαν από την μια άκρη της Κολομβίας στην άλλη παίρνοντας συνεντεύξεις από δεκάδες ανθρώπους σχετικά με τον τρόπο που η πανδημία άλλαζε την πορεία της ζωής τους. Όσο απομακρύνονταν από την Μπογκοτά, τόσο γινόταν πιο σαφές ότι οι μηχανισμοί απέτυχαν και οι οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας ήταν πιο μεγάλες στους φτωχούς εργαζόμενους και στους ευάλωτους της μεσαίας τάξης.

Οι μικρές επιχειρήσεις είχαν κλείσει για πάντα. Τα πανεπιστήμια ήταν άδεια. Τα σχολεία που μετέτρεψαν τα παιδιά των κατασκευαστών σε μηχανικούς ήταν σε κατάρρευση, δεν μπορούσαν να πληρώσουν δασκάλους. Οι αγρότες έκαψαν τις σοδειές τους, αφού καταστράφηκαν από την διατάραξη των αγορών.

Έφηβοι είχαν στραφεί στην πώληση ναρκωτικών για να ταΐσουν τα αδέλφια τους. Νέες γυναίκες και κορίτσια είχαν ωθηθεί στην πορνεία για να πληρώσουν τους λογαριασμούς. Οι γονείς έδιναν φάρμακα με το σταγονόμετρο στα παιδιά τους, χωρίς να είναι σίγουροι πότε θα έχουν χρήματα για να αγοράσουν περισσότερα. Πλούσιοι άνθρωποι κατέφυγαν σε εξοχικά σπίτια, ενώ άλλες οικογένειες πούλησαν τα κινητά τους τηλέφωνα για να αγοράσουν δείπνο.

«Δεν ήταν ποτέ το όνειρό μου η οπισθοδρόμηση», είπε ο 32χρονος Ντέιβιντ Αγκουίρε, ο οποίος είχε εξελιχθεί από σωματοφύλακας χαμηλού επιπέδου σε αφεντικό του χωραφιού του.

Έριξε τις αποταμιεύσεις μιας ζωής στην επιχείρησή του, ανοίγοντας λίγους μήνες πριν από την πανδημία. Τώρα δεν ήταν σαφές εάν το αγρόκτημα θα επιβιώσει. Απέλυσε τους τέσσερις εργάτες του και έκαψε το ένα τέταρτο της καλλιέργειάς του – αδύναμος να βρει αγοραστή και να πληρώσει τους υπαλλήλους του. Τα φρούτα ήταν σαπισπένα, δηλητηριασμένα με Roundup και ο ίδιος ανησυχούσε για την επιστροφή του στο επικίνδυνο έργο της προστασίας των πλούσιων. «Τόσες ώρες εργασίας, από τις 6 το πρωί μέχρι τις 6 το βράδυ, στον ήλιο ή στην βροχή, και όλα αυτά για το τίποτα;» είπε.

Μπογκοτά

«Ακόμα και την πρώτη ημέρα του ταξιδιού μας, μπορούσαμε να δούμε το χάσμα μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών να διευρύνεται. Οδηγήσαμε στους λόφους πάνω από την πρωτεύουσα, σε έναν καταυλισμό από βιαστικά χτισμένα υπόστεγα που ήταν από καιρό η τελευταία λύση για απελπισμένες οικογένειες», γράφουν οι δυο δημοσιογράφοι και συνεχίζουν:

«Όταν ξεκίνησε η καραντίνα, ο οικισμός γρήγορα διογκώθηκε με ανθρώπους όπως η κα Αμπέλο, που έχασαν τη δουλειά και τα διαμερίσματα τους. Η πανδημία δεν είχε σταματήσει απλώς την πρόοδό τους. Ξαφνικά τους έκανε πένητες».

Εκείνη την ημέρα, η αστυνομία έφτασε με μπουλντόζες, λέγοντας ότι ο οικισμός ήταν παράνομος και πολύ επισφαλής. Καταστρέφοντάς τον, όμως, επιδείνωσε τον πόνο της πανδημίας.

Τα τείχη του υποστέγου της κας Αμπέλο έπεσαν με τρομακτικό θόρυβο. Για δεύτερη φορά σε σύντομο διάστημα, αυτή και η οικογένειά της ήταν πάλι στον δρόμο.

Μεντεγίν

Οκτώ ώρες έξω από την Μπογκοτά, το σχολείο φάνηκε σαν ιερό σε έναν λόφο, περιτριγυρισμένο από γκαζόν με μια μεγάλη πύλη.

Το ίδρυμα, Mi Segundo Hogar, είχε καταφέρει να αλλάξει τη ζωή για οικογένειες μέτριων μέσων με την πάροδο των ετών, προσφέροντας χαμηλού κόστους, υψηλής ποιότητας εκπαίδευση. Έβγαλε αεροσυνοδούς και φαρμακοποιούς από οικογένειες όπου οι γονείς δεν είχαν παπούτσια όταν ήταν μικροί.

Τώρα, το σχολείο έμεινε άδειο. Οι άνεργοι γονείς είχαν σταματήσει να πληρώνουν δίδακτρα, μερικές φορές ζητώντας συγνώμη μέσω SMS και το σχολείο αδυνατούσε να πληρώνει καθηγητές.

Στο αίθριο, η πρύτανης, Λίνα Καστριγιόν, είπε ότι το Mi Segundo Hogar κινδυνεύει να κλείσει. Τεχνικά, τα μαθήματα γίνονταν μέσω διαδικτύου, αλλά μόνο ένα μικρό μέρος των μαθητών ήταν σε θέση να συνδέονται καθημερινά. Πολλοί δεν είχαν υπολογιστές ή προσπάθησαν να συνδεθούν μέσω κινητού τηλεφώνου και τα δεδομένα ήταν ακριβά.

Δεν είναι απλώς ότι οι μαθητές θα μείνουν πίσω στα μαθήματα, είπε η κα Καστριγιόν. Ανησυχούσε ότι αυτή η διακοπή θα αναμορφώσει ριζικά τη ζωή τους. «Θα εγκαταλείψουν το σχολείο, θα παίρνουν χαμηλότερους μισθούς. Μια ολόκληρη γενιά γενιά θα πάει πίσω. Στο σπίτι, αποσυνδεδεμένα από το σχολείο χάνουν το όραμά τους για ένα καλύτερο μέλλον», είπε.

Για χρόνια, η Κολομβία ήταν ένα λαμπρό παράδειγμα του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών – και των αγώνων για να το περιορίσει.

Ο πολυετής πόλεμος με τους αντάρτες προέκυψε από τον θυμό για την ανισότητα. Οι ταξικές διαφορές είναι τόσο ριζωμένες στην κοινωνία που οι φτωχότεροι άνθρωποι αναφέρονται στους πλουσιότερους ως «η χάρη του» – ένα λείψανο της αποικιοκρατίας. Οι πόλεις χωρίζονται σε «estratos», που σημαίνουν κοινωνική τάξη. Οι πλούσιοι ζουν στο estrato έξι. Οι φτωχοί ζουν στο estrato ένα. Όσοι βρίσκονται σε άτυπους οικισμούς – που νομικά δεν υπάρχουν – ζουν σε αυτό που αποκαλούν «estrato μηδέν».

Αλλά η ζωή είχε αλλάξει σημαντικά. Η Κολομβία μείωσε το ποσοστό της φτώχειας σχεδόν στο μισό, (27%), από το 2002 έως το 2018. Η χώρα υπέγραψε μια ιστορική συμφωνία ειρήνης με την κύρια ομάδα ανταρτών, υποσχόμενη να βοηθήσει χιλιάδες οικονομικά και κοινωνικά περιθωριοποιήμενους.

Το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών ήταν ακόμη πεισματικά ευρύ σε σύγκριση με μεγάλο μέρος του κόσμου. Στη δεκαετία του 1990, το πλουσιότερο 10% στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική κέρδισε περίπου 50 φορές περισσότερα από το φτωχότερο 10%, σύμφωνα με τον Ματίας Μπούσο, οικονομολόγο της Διαμερικανικής Τράπεζας Ανάπτυξης.

Μέχρι και την πανδημία, οι πιο πλούσιοι κέρδιζαν κατά μέσο όρο 22 φορές περισσότερα από τους πιο φτωχούς. Έτσι, ενώ η ανισότητα συνεχίζει να υπάρχει, έχει πέσει σε χαμηλό ρεκόρ, εξήγησε.

Τώρα, η πανδημία θα μπορούσε να ωθήσει τη φτώχεια και την ανισότητα πίσω στα όσα ήταν στα τέλη του 21ου αιώνα στην Κολομβία, σύμφωνα με ανάλυση των καθηγητών στο Universidad de los Andes. «Μια οπισθοδρόμηση δύο δεκαετιών», σχολίασαν.

Η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποιεί ότι περισσότερα από 50 εκατομμύρια άνθρωποι στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική θα μπορούσαν να πέσουν στη φτώχεια μόνο φέτος.

«Η τρέχουσα κρίση είναι πιθανώς η μεγαλύτερη απειλή για την ανισότητα που έχουμε βιώσει», είπε ο κ. Μπούσο.

Στη Μεντεγίν, εκατοντάδες ανύπαντρες μητέρες να παρατάσσονται έξω από μια τράπεζα τροφίμων που επεκτάθηκε σημαντικά όταν ξεκίνησε η κρίση. Μία γυναίκα, η Μαρία Καμίλα Σαλαζάρ, 22 ετών, είπε ότι η μητέρα της, η Μαρία Ευγενία Καρβάλο, 53 ετών, ήταν τόσο υποσιτισμένη που οι λεπτοί ώμοι ήταν ήδη αποστεωμένοι.

«Πηγαίνουμε για ύπνο χωρίς φαγητό, χωρίς να δίνουμε τίποτα στα παιδιά μας», είπε.

Πριν από την πανδημία, η Καρολίνα Ούρντα, 31 ετών, η οποία διευθύνει την τράπεζα τροφίμων, εργαζόταν για να επεκτείνει μια επιχείρηση ραπτικής και πλυσίματος που είχε ως στόχο να μεταφέρει δώσε σε γυναίκες με επισφαλείς εργασίες – νταντάδες, συλλέκτες ανακύκλωσης – κάτι πιο ασφαλές.

Οι γυναίκες δεν είχαν καθόλου δουλειά και η κα Ούρντα περνούσε ώρες κάθε εβδομάδα μαζεύοντας φαγητό για να ταΐσει τις οικογένειές τους.

«Αλλά δεν θέλουμε περισσότερο φαγητό», είπε, κουνώντας τις γροθιές της με απογοήτευση. «Θέλουμε δυναμικές και αυτόνομες γυναίκες».

Μπουκαραμάνγκα

Ίσως η πιο χαρακτηριστική εικόνα της οπισθοδρόμησης της Λατινικής Αμερικής ήταν ο αυτοκινητόδρομος, που ήταν γεμάτος από πομπές μεταναστών της Βενεζουέλας που περπατούσαν τραβώντας βαλίτσες προς το σπίτι.

Ήρθαν στην Κολομβία μόνο λίγα χρόνια ή και μήνες πριν, μέρος μιας εξόδου ώστε διαφύγουν από την πολιτική και οικονομική κατάρρευση της Βενεζουέλας. Πολλοί ήλπιζαν να μάθουν μια τέχνη ή να ολοκληρώσουν ένα πτυχίο στην Κολομβία, ή απλά να βγάλουν αρκετά χρήματα για να βοηθήσουν τις οικογένειές τους πίσω στην πατρίδα τους.

Τώρα, εξαιτίας της πανδημίας, μετανάστευσαν αντίστροφα, επιστρέφοντας σε ένα έθνος όπου ήταν σχεδόν βέβαιοι ότι τους περίμενε η καταστροφή. Οι περισσότεροι είπαν ότι είχαν οικογένεια στη Βενεζουέλα που θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν, ενώ στην Κολομβία δεν είχαν πλέον τίποτα.

«Η ελπίδα τελείωσε, είπε ο Ραφαέλ Ντασένα, 50 ετών.

Από τότε που ξεκίνησε η πανδημία, περισσότεροι από 80.000 Βενεζουελάνοι έχουν επιστρέψει στη χώρα τους, σύμφωνα με τις αρχές της Κολομβίας.

Στη Μπουκαραμάνγκα, μια μεσαίου μεγέθους πόλη στην Κολομβία, εκατοντάδες οικογένειες μεταναστών στρατοπέδευσαν έξω από ένα πάρκο για να ξεκουραστούν. Ένα βράδυ, έφτασε μια παρέλαση λεωφορείων, ένας στόλος που έστειλε η κυβέρνηση της Κολομβίας για να μεταφέρει τους ανθρώπους τα τελευταία 120 μίλια προς τα σύνορα.

Η Ροράιμα Νταβέρσα, 26 ετών, και ο γιος της, Αμάντο, 9 ετών, ανέβηκαν στο λεωφορείο καθώς τα πόδια τους είχαν γεμίσει φουσκάλες.

Είχαν περάσει μέρες να κοιμούνται στην άκρη του δρόμου. Καθώς η κα Νταβέρσα κάθισε, τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν στο πρόσωπό της. Ένιωσε ανακούφιση. Εκείνη και ο Αμάντο δεν χρειαζόταν πλέον να περπατούν. «Κάθε μέρα με ρωτούσε ‘Πόσο ακόμη;’»

Αλλά υπήρχε επίσης θλίψη.

Η κα Νταβέρσα, η οποία είχε σπουδάσει περιβαλλοντική διαχείριση στη Βενεζουέλα, ήλπιζε να εξοικονομήσει χρήματα στην Μπογκοτά και να επιστρέψει στη χώρα της για να ανοίξει μια επιχείρηση. Τώρα βρίσκεται σε χειρότερο σημείο από ό, τι όταν έφυγε.

Κουτούτα

Στην Κουτούτα, μια πόλη στα σύνορα με την Βενεζουέλα, μια 17χρονη στεκόταν με ένα κόκκινο μπλουζάκι και ένα τζιν σορτς, κρατώντας μια μικρή τσάντα με ένα γυαλιστερό τόξο, κουνώντας το τακούνι της νευρικά. Μερικοί άνδρες πλησίασαν. Μια σειρά αυτοκινήτων προσπέρασε.

Όταν ξεκίνησε το lockdown, ο πατέρας της έχασε τη δουλειά του στις κατασκευές και το ψυγείο τους άδειασε. Γεμάτη απελπισία, πήρε την βασανιστική απόφαση να κατευθυνθεί σε ένα τοπικό πάρκο, όπου οι άνδρες άρχισαν να την πληρώνουν για σεξ, 6$ την φορά. Δεν ήταν ούτε καν η νεότερη εκεί που το έκανε.

Κάποιος έπρεπε να φέρει χρήματα, είπε, «και ο κλήρος έπεσε σε μένα».

Πριν από την κρίση, είχε πουλήσει μικρά αντικείμενα – τσιγάρα, καραμέλες – στο δρόμο. Αλλά πάντα ονειρευόταν να επιστρέψει στο σχολείο, να γίνει εγκληματολόγος όπως αυτές οι ισχυρές γυναίκες στην τηλεόραση. Το σεξ με ξένους είναι «φρικτό», είπε, και όταν πρέπει, φαντάζεται τον εαυτό της σε μια τάξη, με τους φίλους της, για να ξεχαστεί.

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, το σχολείο και η αυξανόμενη πρόσβαση στην αντισύλληψη έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη μείωση του χάσματος πλούτου της χώρας, επιτρέποντας σε εκατομμύρια γυναίκες να σπουδάσουν και να εργαστούν, όταν τόσες πολλές μητέρες στο παρελθόν είχαν αναγκαστεί να μείνουν στο σπίτι.

Ωστόσο, όταν η πανδημία χτύπησε, ο αριθμός των γυναικών που εξαναγκάστηκαν στην πορνεία διογκώθηκε στην Κουκούτα, δήλωσε η Αλεάντρα Βέρα, διευθύντρια μιας τοπικής ομάδας υπεράσπισης. Το ίδιο έκανε και ο αριθμός των ανεπιθύμητων κυήσεων, καθώς οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί και οι απώλειες θέσεων εργασίας καθιστούσαν τις μεθόδους αντισυλλήψεις απρόσιτες.

Ένα πρωί, η 17χρονη, της οποίας το όνομα δεν δημοσιεύεται γιατί είναι ανήλικη, ξύπνησε πριν από την αυγή με τις εκκλήσεις του γιου της, έξι μηνών, που ήθελε να παίξει.

Έκανε καφέ και άφησε τον γιο της με τον πατέρα του σε ένα σπίτι που ήταν καθ’ οδόν. Η μητέρα της, 54 ετών, την είδε από μακριά από το αίθριό τους. Ήξερε τι έκανε η κόρη της. Είναι δύσκολο να μιλήσει για αυτό. «Δεν επικρίνω, ούτε καταδικάζω», είπε η μητέρα. «Δεν υπάρχει δουλειά τώρα», πρόσθεσε. «Δεν είναι ζωή αυτή».

Μπογκοτά

Πίσω στην Μπογκοτά, η κα Αμπέλο, η μητέρα που είχε μείνει χωρίς στέγη δύο φορές εν μέσω της πανδημίας, είχε μετακομίσει σε έναν φίλο, και οι δύο οικογένειες ήταν στοιβαγμένες μαζί.

Η Κάρολ, η επίδοξος νοσοκόμα, προσπαθούσε να παρακολουθήσει μαθήματα, αλλά δεν μπορούσε να συνδεθεί στον ιστότοπο του σχολείου χωρίς Διαδίκτυο, οπότε μια φίλη κατέβασε τις εργασίες και της τις έστειλε με μηνύματα. Τις ολοκλήρωσε στο χέρι, τις έβγαλε φωτογραφίες και τις έστειλε πίσω. Αλλά ήταν δύσκολο, και ανησυχούσε ότι μένει πίσω.

Η Νικόλ, η μικρότερη κόρη, έγινε 15 ετών. Είχαν μια μικρή γιορτή, μόνο με την οικογένεια, και φορούσε το παλιό φόρεμα της Κάρολ, μαύρο, με τούλι.

Καθώς η καραντίνα χαλάρωσε, η κα Αμπέλο επέστρεψε τελικά στη δουλειά της καθαρίζοντας ένα φούρνο. Όμως, οι πελάτες της στα σπίτια δεν την ζήτησαν ποτέ πίσω, και κέρδιζε περίπου τα μισά σε σχέση με πριν. Δεν ήταν σαφές πότε η οικογένεια θα μπορούσε να μετακινηθεί σε δικό της μέρος.

«Αυτό ήταν δύσκολο για τη μαμά μου», είπε η Κάρολ. «Μόλις τελειώσει, ελπίζω να βρει νέα δουλειά και να μπορέσουμε να επιστρέψουμε στην ζωή μας. Θεού θέλοντος».

Πηγή:tvxs.gr

43

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση