Βαρβάρα Δουμανίδου:”η μεταμόρφωση του Σταυρού είναι η δική μας προσευχή στις ματαιωμένες ζωές χιλιάδων γυναικών μέσα στους αιώνες”

Βαρβάρα Δουμανίδου:”η μεταμόρφωση του Σταυρού είναι η δική μας προσευχή στις ματαιωμένες ζωές χιλιάδων γυναικών μέσα στους αιώνες”

Μετά τον θάνατο του δεύτερου συζύγου της, η Μπερνάρντα Άλμπα γίνεται τυραννική με τις πέντε κόρες της, που σπάνια είχαν οποιαδήποτε επαφή με το άλλο φύλο. Επιβάλλει πένθος 8 χρόνων και τον εγκλεισμό τους μες στο σπίτι, καθώς η ανώτερη τάξη τους δεν τους επιτρέπει να συγχρωτίζονται με τους απλούς χωρικούς. Η Ανγκούστιας, η μεγαλύτερη κόρη της Μπερνάρντα από τον πρώτο της γάμο, κληρονομεί την περιουσία του πατέρα της κι έτσι προσελκύει το ενδιαφέρον ενός μνηστήρα, του Πέπε Ρομάνο. Τον Πέπε όμως ποθούν κι η Αδέλα, η μικρότερη κόρη, που αρνείται να υποταχθεί στη μητέρα της και συνάπτει ερωτική σχέση μαζί του, αλλά κι η Μαρτίριο, που τη ζηλεύει για κάτι που η ίδια δεν μπορεί να αποκτήσει, λόγω του παρουσιαστικού της. Η ζήλια της Μαρτίριο θα οδηγήσει στο τραγικό τέλος της Αδέλα και στη διατήρηση του πένθους στο σπίτι. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στις 18 Νοέμβρη 1954 στο θέατρο «Κοτοπούλη» σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου, σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, σκηνικά και κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη. Τον ρόλο της Μπερνάρντα Άλμπα ερμήνευσε η Κατίνα Παξινού. Με το σπουδαίο έργο αναμετρήθηκαν έκτοτε πολλοί σκηνοθέτες! Μεταξύ αυτών και η Θεσσαλονικιά καταξιωμένη σκηνοθέτις, Βαρβάρα Δουμανίδου, η οποία κατά γενική ομολογία κέρδισε το στοίχημα, αποσπώντας τις καλύτερες εντυπώσεις από το κοινό και τους κριτικούς. Το αριστουργηματικό λοιπόν αυτό έργο σε σκηνοθεσία της αγαπητής σκηνοθέτιδος θέλησε να μας προσφέρει -ένεκα των πρωτόγνωρων συνθηκών- εντελώς δωρεάν το κέντρο πολιτισμού της περιφέρεια της κεντρικης Μακεδονίας σε μια ζωντανή διαδικτυακή προβολή στις 4 Δεκεμβρίου  μέσω fb η μέσα από την πλατφόρμα του eStage.gr. Μέχρι τότε, ωστόσο, ας δούμε τι απάντησε η ταλαντούχα σκηνοθέτις στις ερωτήσεις που της θέσαμε.

Το έργο επικεντρώνεται στα ζητήματα της καταπίεσης, του συμβιβασμού, του πάθους. Οι εποχές σαφώς αλλάζουν, η φύση των ανθρώπων εντούτοις όχι. Γι’ αυτό και το έργο είναι τόσο επίκαιρο ακόμα και σήμερα. Ταράζει τα λιμνάζοντα νερά και επιδιώκει να αφυπνίσει συνειδήσεις υποδόρια μέσω της θεατρικής γραφής του. Τι σε δυσκόλεψε θα έλεγες στο “Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα”;

Το αριστουργηματικό έργο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα είναι ένα κλειστοφοβικό, τρομαχτικό και σπαραχτικό έργο, που νιώθεις τον κραδασμό του από τις πρώτες φράσεις του κειμένου. Η ενέργεια και η πολύπλευρη δομή του, το κάνουν ένα από τα πιο σημαντικά θεατρικά έργα στην ιστορία του παγκόσμιου θεάτρου. Κι αυτό κυρίως, γιατί ο Λόρκα έχει έναν συγκλονιστικό τρόπο να ξετυλίγει το κουβάρι της ιστορίας που αφηγείται. Διαλέγει προσεκτικά τις ηρωίδες του, τις στολίζει με χρυσές αρετές, νιότη, ομορφιά και φρεσκάδα για να τις ξεφλουδίσει και απογυμνώσει αργότερα και να αποκαλυφθούν οι βαριές αλυσίδες με τις οποίες είναι γερά δεμένες. Η δική μου δυσκολία ήταν να καταφέρω να βγάλω ένα, ένα τα συναισθηματικά τους φορέματα και να τις αφήσω γυμνές με τον χαρακτήρα τους, σαν ορθάνοιχτη πληγή. Το να χτίζεις την προσωπικότητα του ρόλου κομμάτι, κομμάτι είναι εξαιρετικά δύσκολο, ειδικά στο συγκεκριμένο έργο όπου πρέπει να χτίσεις φρούρια συναισθημάτων μόνο και μόνο για να τα γκρεμίσεις μετά. Ο θεατής πρέπει να δει αυτούς τους θεόρατους τοίχους να γίνονται θρύψαλα. Και κάθε πέτρα να του θυμίσει τη δική του πέτρα.

Το εν λόγω θεατρικό είναι το κύκνειο άσμα του δολοφονημένου ποιητή και δραματουργού, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, τον οποίο δολοφόνησαν οι φασίστες στρατιώτες του Φράνκο στη Γρανάδα. Πέρα από έργο έρωτα και καταπίεσης, πρόκειται επίσης για ένα καθαρά πολιτικό κείμενο, αν συσχετίσουμε την Μπερνάρντα με τον φασισμό και την ολιγαρχία, και τις κόρες της με τον λαό. Ποια άποψη έχεις για τη σύγχρονη ελληνική-πολιτικοκοινωνικοικονομική ζωή;

Ο Λόρκα όπως είναι γνωστό δεν πρόλαβε ποτέ να δει το πέσιμο του φασισμού. Ίσως και για αυτό τον λόγο να δίνει το πεσιμιστικό τέλος που δίνει με τη Μπερνάρντα να γίνεται ακόμη πιο ισχυρή. Ναι είναι ένα πολιτικό καθαρά κείμενο που στόχο έχει φαντάζομαι να αφυπνίσει τον λαό και να του δώσει την ώθηση που του χρειάζεται για να βγει από τον λήθαργο. Ο Λόρκα όμως είναι πιο έξυπνος από αυτό. Βλέπει πιο καθαρά και πιο πέρα. Αντιλαμβάνεται πλήρως, και αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο έργο του, πως δυνάστης δεν είναι μόνο η Μπερνάρντα. Είναι και οι κόρες της. Είναι και οι υπηρέτριές της. Είναι κάθε ένας που εκμεταλλεύεται τη θέση εξουσίας που τυχαία έχει πάρει και καταδυναστεύει τους άλλους. Η Μπερνάρντα τις κόρες της, οι κόρες της η μία την άλλη, η μία υπηρέτρια στην άλλη. Κάθε σχέση στο συγκλονιστικό αυτό θεατρικό κείμενο, είναι μία τυραννική σχέση. Και το σχόλιο του συγγραφέα εδώ είναι αμείλικτο. Η δική μου άποψη είναι πως έχουμε όλοι μερίδιο ευθύνης για κάθε φασιστική συμπεριφορά που βιώνουμε ή προκαλούμε. Πρέπει να μιλάμε, να εναντιωνόμαστε, να επαναστατούμε ενάντια σε κάθε μορφή βίας ή φασισμού αφού πρώτα βάλουμε σε σκαμνί τη δική μας συμπεριφορά.

Η Μπερνάντα λειτουργεί περισσότερο ως δυνάστης και λιγότερο ως μάνα, στερώντας από τα παιδιά της την ελευθερία, τον έρωτα και στην ουσία την ίδια τη ζωή. Είναι θα έλεγες κατά βάση η εμμονή της στα χρηστά ήθη και τις αξίες που της επιβάλλουν αυτήν τη στάση ή και κάτι βαθύτερο και ασυνείδητο;

Από την αρχή του έργου αντιλαμβανόμαστε πως και η ίδια η Μπερνάρντα έζησε τη σκληρή ζωή που τώρα επιβάλλει στις κόρες της. Βίωσε τη δύσκολη και βασανιστική ζωή των γυναικών εκείνης της εποχής και από θύμα έγινε θύτης. Λέει χαρακτηριστικά πως το ίδιο συνέβαινε και στο σπίτι του πατέρα της και στο σπίτι του πατέρα του πατέρα της και τίποτα δε θα το αλλάξει αυτό. Ναι είναι προσκολλημένη στα ήθη και έθιμα που πρόσταζε η εποχή γιατί ήταν μια μόνη γυναίκα που έπρεπε να σταθεί βράχος στη σκληρή κριτική της κοινωνίας. Με πέντε κόρες αγρίμια, ένιωθε την αμείλικτη κοινωνία να βαριανασαίνει από πάνω της με κίνδυνο να χάσει την πολυπόθητη υπόληψη του κόσμου. Δεν είναι κάτι ασυνήθιστο και σίγουρα στην Ελλάδα υπάρχουν ακόμη μικρές κοινωνίες που «θάβουν» τα μικρά και μεγάλα μυστικά τους. Δεν μπορώ να την κρίνω γιατί δε βρέθηκα ποτέ στη θέση της. Μπορώ να καταλάβω πως είναι μια αδύναμη στην πραγματικότητα γυναίκα που δεν είναι σε θέση να αλλάξει τη μοίρα της. Μοιάζει σαν να μην έχει επιλογή. Και η ανθρωπότητα έχει βιώσει εγκλήματα βάναυσα και απάνθρωπα από ανθρώπους που ισχυρίστηκαν πως δεν είχαν επιλογή. Η ιστορία όμως θα δοξάζει πάντα εκείνους που αναγνώρισαν πως είχαν τη δυνατότητα και έπραξαν σωστά.

Βαρβάρα αναρωτιέμαι, στο έργο υπάρχουν μόνο γυναίκες, ενώ ο άντρας παρουσιάζεται ως ιδέα. Γιατί θα έλεγες ότι συμβαίνει αυτό;

Πολύ έξυπνα ο Λόρκα αποφασίζει να μην εμφανίσει ποτέ τον Πέπε Ρομάνο. Με αυτό τον τρόπο θέλει να τονίσει την απουσία του άνδρα και να κάνει αισθητή την απουσία του σε ένα σπίτι όπου σφύζει από έρωτα, πόθο και πάθος. Σε όλο το έργο δεν υπάρχει άλλη συζήτηση παρά μόνο του Πέπε. Ωστόσο σαν σκηνοθέτις ήθελα να τονίσω ακόμη περισσότερο την απουσία του κι έτσι αποφάσισα να τον εμφανίσω σαν μία φασματική παρουσία όπου τον αντιλαμβάνονται οι κόρες καθεμία ξεχωριστά και  με διαφορετικούς τρόπους. Έτσι γίνεται ακόμη πιο έντονη η απουσία του αλλά συγχρόνως παίρνει σάρκα και οστά το αντικείμενο του πόθου αυτών των γυναικών και κυρίως ο θεατής γιατί ταυτίζεται ακόμη περισσότερο με το δράμα τους. Επίσης, εμφανίζω στη σκηνή την κόρη της Λιμπράδα μια ανύπαντρη κοπέλα που γέννησε ένα νόθο παιδί και την κυνηγούν να τη σκοτώσουν ενώ ο Λόρκα την παρουσιάζει μόνο διά στόματος Πόνθιας και αυτό το κάνω για να σχολιάσω τη δυστυχία των γυναικών εκείνης της εποχής που δεν όριζαν ούτε το κορμί τους. Διαλέγω παρόλα αυτά να «κρύψω» εντελώς τη Μαρία Χοσέφα που είναι η μητέρα της Μπερνάρντα για να τονίσω την πλήρη απόκρυψη, το απόλυτο κουκούλωμα της τρελής του σπιτιού για την αποφυγή των τόσο ανεπιθύμητων κουτσομπολιών.

Στο σπίτι, βλέπουμε τον έρωτα να γεννιέται σε όλες του τις εκδοχές: ως απωθημένο, ως άρνηση, ως μέσο ιδιοτέλειας, ως αγάπη ανιδιοτελής, ως πάθος, ως επανάσταση, αλλά και ως στέρηση, ως απαγόρευση. Υπάρχει άραγε ελπίδα να ξεφύγει ένας άνθρωπος από την εξουσία της οικογένειας;

Σίγουρα στην Ελλάδα είμαστε πίσω σε αυτό το κομμάτι. Ο απογαλακτισμός των παιδιών είναι μεγάλο θέμα και είμαι βέβαιη πως θα αργήσουμε να φτάσουμε στα επίπεδα άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Ίσως φταίει το ταπεραμέντο μας, η βαθιά ενοχή μας, η άρρηκτη σχέση που έχουμε με τους γονείς μας. Και ο έρωτας παίζει μεγάλο ρόλο στις οικογένειες. Συμπεριφέρονται «ερωτευμένα» πολλοί γονείς στα παιδιά τους. Και το αντίθετο ίσως. Δεν μπορώ να ξέρω αν θα ξεφύγουμε ποτέ αλλά σίγουρα ο καθένας αντιλαμβάνεται τη νοσηρότητα ενός τέτοιου δεσμού.

Στο σπίτι βλέπουμε επίσης την καταπίεση σε όλο της το μεγαλείο: απέναντι στον εαυτό μας, απέναντι στους άλλους, για να διατηρήσουμε θέση ισχύος, απέναντι στην κοινωνία. Και, τέλος, βλέπουμε έναν μικρόκοσμο πολιτικής: τον δυνάστη που επιβάλλει κανόνες, ευνουχίζει συναισθήματα, βάζει παρωπίδες, απαγορεύει, χτυπά, περιορίζει. Η ελπίδα, μέσα σε όλη αυτήντη ζοφερή κατάσταση πού μπορεί άραγε να αναζητηθεί;

Υπάρχει μια ανάλυση που λέει πως ο Λόρκα σκοπίμως δε δίνει την ελευθερία που περιμένουμε στις κόρες και αφήνει τη Μπερνάρντα το ίδιο ισχυρή με πριν. Αυτή η ανάγνωση ισχυρίζεται πως ο συγγραφέας ως μάντης κακών οραματίζεται πως δε θα γλυτώσουμε ποτέ από την τυραννία και πως πάντα θα είμαστε τα θύματα ενάντια στη βία της εξουσίας. Προφανώς και μπορεί να ισχύει και αυτό, αλλά αν κρίνω από την ευαίσθητη και εύθραυστη προσωπικότητα του Λόρκα νιώθω πως απλά δεν έβλεπε το φως στο σκοτεινό τούνελ εκείνης της δύσκολης εποχής. Νιώθοντας λοιπόν αυτή την ευαισθησία του, σκέφτηκα και το συμπληρωματικό τέλος που δίνουμε στη δική μας παράσταση. Έτσι λοιπόν μετά την τελεία που βάζει στο κείμενο του ο σπουδαίος αυτός συγγραφέας, ως σκηνοθέτις κάνω το δικό μου σχόλιο πάνω στην αντίδραση που οφείλουμε να έχουμε στη σύγχρονη εποχή. Κι αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από μία επανάσταση. Επανάσταση όμως όχι μόνο ενάντια στην απρόσωπη εξουσία αλλά κυρίως στη δική μας οπτική, στη δική μας αντίδραση στην αδικία, στη δική μας απάθεια.

Σε αυτό το έργο όλοι γίνονται θύματα και θύτες. Η βία γεννά βία. Η Μπερνάρντα ασκεί βία, οι κόρες ακούν βία η μία πάνω στην άλλη, η Μπερνάρντα έχει υποστεί βία παλιότερα, ενώ έχει μια μάνα «τρελή» κλειδωμένη στο υπόγειο. Ο Λόρκα διαμορφώνει μοναδικά πορτρέτα γυναικών. Εσύ ποια από τις ηρωίδες του έργου βρίσκεις πιο ενδιαφέρουσα και γιατί;

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω καμιά τους. Όλες έχουν μια δική τους ξεχωριστή θέση στο έργο και είναι τοποθετημένες αριστοτεχνικά στο έργο για να παίξουν μοιραία τον ρόλο τους στο δράμα. Η ανελέητη Μπερνάρντα, η σκληρή Πόνθια, η κουρασμένη υπηρέτρια, η αλλοπαρμένη Αγκούστιας, η κομπλεξική Μαρτύριο, η ζωηρή Μαγκνταλένα, η ήσυχη Αμέλια, η ερωτευμένη Αντέλα, όλες τους κομμάτια μιας τραγικής ιστορίας που ξετυλίγεται μπροστά στα υγρά μάτια των θεατών που δεν μπορούν να πιστέψουν τη σκληρότητα της ζωής τους. Και η αλήθεια είναι πως οι ηθοποιοί της παράστασης δημιούργησαν συγκλονιστικούς ιστούς συναισθημάτων, συμπεριφορών και αντιδράσεων. Δεν είναι τυχαίο που οι θεατές των προηγούμενων παραστάσεων μας, μίλησαν για τις εξαιρετικές ερμηνείες και τους ολοκληρωμένους χαρακτήρες που έχτισαν δημιουργώντας έτσι μια άρρηκτη σχέση μεταξύ κοινού και ηθοποιών.

Ολοκληρώνοντας τη συνέντευξη στην παράσταση ο σταυρός πέρα από εμφατικό πολύπτυχο σύμβολο τυραννίας λειτουργεί θα έλεγα και δίκην ένυλης δέησης της σταύρωσης του φασισμού. Με δεδομένο ότι οι άνθρωποι της τέχνης, κατέχετε τη μαγεία να πιάνετε τον παλμό πολύ πριν, από τον παλμό της ίδιας της κοινωνίας, πώς βλέπεις το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας;

Ναι, ο σταυρός είναι το δικό μας προσωπικό σχόλιο πάνω στο τέρας το φασισμού. Είναι η στιγμή που ο θεατής ανοίγει διάπλατα τα μάτια του και αντιλαμβάνεται πλήρως το μέγεθος του φασισμού. Ο σταυρός έχει τη σημασία του. Ορθώνεται πάνω από τα κεφάλια των ηρώων του έργου και τους θυμίζει κάθε στιγμή το χρέος τους. Το χρέος τους στην κοινωνία, στον Θεό, στην οικογένεια. Είναι εκεί για να τους θυμίζει πως η σκληρή, απομονωμένη, στρεβλή πίστη τους δε θα τους αφήσει ποτέ ελεύθερους. Και φυσικά δε σχολιάζουμε την ελευθερία που σου προσφέρει η πραγματική πίστη στον Θεό. Σχολιάζουμε όλα εκείνα τα οικογενειακά εγκλήματα που  διεπράχθησαν στο όνομα μιας αδυσώπητης θρησκείας. Ναι, η μεταμόρφωση του σταυρού είναι η δική μας προσευχή στις ματαιωμένες ζωές χιλιάδων γυναικών μέσα στους αιώνες. Όσο για το μέλλον της κοινωνίας προτιμώ να βλέπω πιο συμπαντικά τα πράγματα. Είναι σίγουρο πως δε βαδίζουμε σωστά από τη στιγμή που κατεβήκαμε από τα δέντρα.

Ευχαριστώ πολύ την αγαπητή Βαρβάρα Δουμανίδου για την πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία μας και της εύχομαι από καρδιάς καλή συνέχεια στην ήδη σπουδαία καλλιτεχνική πορεία της!

Φωτογραφίες: @lambroskazan

Συνέντευξη:Ευθύμιος Ιωαννίδης

 

 

 

Πηγή:thessculture.gr

16

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση