Άρχισε «εκπτώσεις» ο Μπάιντεν στις αξίες του στο προσφυγικό

Άρχισε «εκπτώσεις» ο Μπάιντεν στις αξίες του στο προσφυγικό

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ εξελέγη με σημαία τον εξανθρωπισμό των συνθηκών διαβίωσης των προσφύγων και μεταναστών στη χώρα του, τη δραστική μείωση των απελάσεων και την ευκολότερη και δικαιότερη πρόσβαση σε άδειες διαμονής, όμως ήδη έχει υποχωρήσει σε αρκετές από τις προεκλογικές του θέσεις ● Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι μπροστά του, καθώς πρέπει να περάσει από το Κογκρέσο το νομοσχέδιο για τη συνολική μεταρρύθμιση του μεταναστευτικού και τη νομιμοποίηση 11 εκατ. μεταναστών.


Καθώς συμπληρώθηκε ένας χρόνος από τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ και την τεράστια εξέγερση που πυροδότησε, ο Τζο Μπάιντεν καλείται να ανταποκριθεί στις προσδοκίες εκείνων που τον ψήφισαν και που ο ίδιος δημιούργησε σε πολλά επίπεδα. Οχι μόνο σε σχέση με τον ενδημικό, συστημικό ρατσισμό και την αστυνομική βία, αλλά και με το μεταναστευτικό δράμα στα νότια σύνορα των ΗΠΑ που συνεχίζει να εξελίσσεται και επί δικής του προεδρίας.

Γεγονός είναι ότι ο νέος πρόεδρος μέσα στις 100 πρώτες μέρες της θητείας του κατάργησε αρκετές από τις πιο επίμαχες (αντι)μεταναστευτικές πολιτικές του προκατόχου του. Σταμάτησε την κατασκευή του διαβόητου τείχους στα σύνορα με το Μεξικό, ακύρωσε το διάταγμα για την απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ από συγκεκριμένες, στην πλειονότητά τους μουσουλμανικές, χώρες, ίδρυσε ειδική ομάδα κρούσης με αντικείμενο τη γρήγορη επανένωση των παιδιών που χωρίστηκαν με τις οικογένειές τους στα σύνορα, απαγόρευσε τις απελάσεις ασυνόδευτων ανηλίκων, κατάργησε τον νόμο που επέβαλλε στους αιτούντες άσυλο στις ΗΠΑ να παραμείνουν στο Μεξικό έως ότου εξεταστούν οι υποθέσεις τους, προώθησε νομοθεσία για τη συνέχιση της προστασίας των «ονειροπόλων», των νεαρών μεταναστών που βρέθηκαν στις ΗΠΑ ως παιδιά μαζί με τους παράτυπους μετανάστες γονείς τους, ενώ με νέες νομοθετικές διατάξεις διευκολύνει τη νόμιμη είσοδο μεταναστών στη χώρα.

Παράλληλα, όμως, ο Μπάιντεν διατήρησε έναν όχι και τόσο γνωστό νόμο της κυβέρνησης Τραμπ με την ονομασία «Τίτλος 42» που θεσπίστηκε επί πανδημίας και ενθαρρύνει τις απελάσεις στα σύνορα για λόγους υγειονομικής ασφάλειας.

Επίσης, ο πρόεδρος των ΗΠΑ απογοήτευσε τους υποστηρικτές του όταν τον περασμένο Μάρτιο, κόντρα στις προεκλογικές του δεσμεύσεις για υποδοχή 125.000 προσφύγων ανά έτος, ανακοίνωσε ότι θα διατηρήσει το πλαφόν των 15.000 που είχε ορίσει ο Τραμπ, για να το ανεβάσει κατόπιν στις 62.500 μετά την έντονη κατακραυγή.

Επίσης, όπως επισήμαινε το CBS News, «οι συνοροφύλακες εξακολουθούν να απελαύνουν τους περισσότερους ενήλικους μετανάστες και αιτούντες άσυλο, ανάμεσά τους και οικογένειες με παιδιά, στο Μεξικό ή στις χώρες προέλευσής τους». Τέλος, η κυβέρνηση Μπάιντεν, η οποία ήρθε αντιμέτωπη με ένα ασυνήθιστα μεγάλο κύμα εισόδου ασυνόδευτων ανήλικων μεταναστών, εξακολουθεί να κρατά παιδιά κι εφήβους σε εν πολλοίς ακατάλληλα καταλύματα. Και όσο κι αν προσπαθεί, στη θεωρία τουλάχιστον, να τα κάνει καλύτερα από τον Τραμπ στον συγκεκριμένο τομέα, η πραγματικότητα συχνά τη διαψεύδει.

Αθλιες συνθήκες


Πρόσφατο ρεπορτάζ του BBC στα νότια σύνορα των ΗΠΑ και στα κέντρα κράτησης παιδιών «έφερε στην επιφάνεια μαρτυρίες για το κρύο που επικρατεί μέσα σε αυτά, ασθένειες, ψείρες, βρομιά και εγκατάλειψη μέσα από μια σειρά συνεντεύξεων με παιδιά που έζησαν εκεί και με το προσωπικό», όπως ανέφερε το βρετανικό δίκτυο. Συνθήκες που κυμαίνονται από δύσκολες έως άθλιες, όπως επισημαίνεται και από ρεπορτάζ αμερικανικών ΜΜΕ.

«Νωρίτερα φέτος, τα παιδιά που περνούσαν τα νότια σύνορα σε αριθμούς-ρεκόρ στριμώχνονταν σε καταλύματα τύπου φυλακής υπό την αιγίδα του ICE (Υπηρεσία Τελωνείων και Φύλαξης Συνόρων)», έγραφαν οι New York Times. Κοιμούνταν το ένα δίπλα στο άλλο πάνω σε χαλάκια, σκεπάζονταν με κουβέρτες αλουμινίου και παρέμεναν εκεί για διάστημα μεγαλύτερο των 72 ωρών που ορίζει ο νόμος. Οι Ρεπουμπλικανοί έκαναν λόγο για κρίση. Οι Δημοκρατικοί και οι οργανώσεις υπέρ των μεταναστών κατήγγειλαν τις συνθήκες, γεγονός που εξελίχθηκε σε ντροπή διεθνών διαστάσεων για τον πρόεδρο Μπάιντεν που είχε αναγάγει στο επίκεντρο της καμπάνιας του την επιστροφή του ανθρωπισμού στο μεταναστευτικό σύστημα», σχολίαζε η αμερικανική εφημερίδα.

«Νομίζω πως πιάστηκαν εξ απήνης», λέει στους New York Times ο Δημοκρατικός βουλευτής του Τέξας Χένρι Κουέγιαρ σχετικά με την ομάδα μετάβασης του Μπάιντεν και τις πραγματικές διαστάσεις του μεταναστευτικού ζητήματος. Τον Απρίλιο, περισσότεροι από 178.000 άνθρωποι συνελήφθησαν κατά την προσπάθειά τους να περάσουν παράνομα τα σύνορα, ο μεγαλύτερος αριθμός που είχε καταγραφεί μέσα σε ένα μήνα.

Τον ίδιο μήνα, 16.933 παιδιά βρέθηκαν να κάνουν αυτό το επικίνδυνο ταξίδι χωρίς τους νόμιμους κηδεμόνες τους. Ενα νούμερο ελαφρώς χαμηλότερο σε σχέση με τον Μάρτιο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Υπηρεσίας Τελωνείων και Προστασίας Συνόρων (CBP), σίγουρα όμως υψηλότερο από το προηγούμενο μηνιαίο ρεκόρ των 11.000 ασυνόδευτων παιδιών που είχε καταγραφεί τον Μάιο του 2019 επί Τραμπ. Αυτή η μεγάλη εισροή κατέκλυσε τα καταλύματα της CBP που προορίζονταν κυρίως για τη στέγαση ενηλίκων.

Σημαντική αποσυμπίεση παρατηρήθηκε τον Μάιο μετά την απόφαση της κυβέρνησης να μεταφέρει τη μεγάλη πλειονότητα των ασυνόδευτων ανηλίκων σε άλλα καταλύματα υπό την αιγίδα του υπουργείου Υγείας και Ανθρωπίνων Πόρων. Πρόκειται μέχρι στιγμής για 18.187 παιδιά, σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου.

«Ξέρω ότι η κυβέρνηση θέλει να κηρύξει νίκη επειδή μετακίνησε αυτά τα παιδιά από τα κέντρα των υπηρεσιών φύλαξης συνόρων και τους το αναγνωρίζω», λέει στους New York Times η Λίσια Γουέλτς, δικηγόρος και διευθυντικό στέλεχος του Εθνικού Νομικού Κέντρου για τους Νέους (National Center for Youth Law), μιας μη κερδοσκοπικής νομικής εταιρείας που ασχολείται με φτωχά παιδιά.

«Η αλήθεια όμως είναι», συνεχίζει, «ότι χιλιάδες ψυχικά τραυματισμένα παιδιά εξακολουθούν να στοιβάζονται σε πελώρια κέντρα κράτησης σε στρατιωτικές βάσεις ή συνεδριακά κέντρα και πολλά από αυτά είναι εκτεθειμένα σε επικίνδυνες και ανθυγιεινές συνθήκες. Κανένα σύστημα αναδοχής στην Αμερική δεν θα επέτρεπε σε παιδιά να παραμένουν σε τέτοια μέρη για ολόκληρες εβδομάδες ή και μήνες», καταλήγει.

Ηρθαν όλα ανάποδα


Την ίδια στιγμή, στη Βουλή των Αντιπροσώπων παρατηρείται το εξής παράδοξο, όπως επισήμαινε πρόσφατο ρεπορτάζ των New York Times: «Οι Δημοκρατικοί της Βουλής, που εξαπέλυαν άγριες κατηγορίες κατά της διοίκησης Τραμπ για την κακομεταχείριση παιδιών μεταναστών, ακολουθούν μια πολύ πιο ήπια προσέγγιση από τότε που άρχισαν να εκφράζονται ανησυχίες για τις συνθήκες σε ορισμένα καταλύματα έκτακτης ανάγκης που έστησε η κυβέρνηση Μπάιντεν για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με τα ασυνόδευτα ανήλικα στα νότια σύνορα. Αντίθετα», συνεχίζει η εφημερίδα, «αυτοί που είναι εξαγριωμένοι αυτή τη φορά είναι οι Ρεπουμπλικανοί». Με πρώτο και καλύτερο τον επικεφαλής τους στο Σώμα, Κέβιν Μακάρθι, ο οποίος κάνει λόγο για «ανθρώπινο δράμα» και κατηγορεί τους Δημοκρατικούς για υποκρισία. Ο οποίος, βέβαια, δεν έλεγε κουβέντα όταν τα παιδιά χωρίζονταν με τη βία από τους γονείς τους στα σύνορα με εντολή Τραμπ.

Γεγονός είναι ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν έρχεται αντιμέτωπη με μια κατάσταση πολύ δυσκολότερη από ό,τι νόμιζε και οι λύσεις που επιχειρεί να δώσει σίγουρα δεν είναι «μαγικές». Η ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση βέβαια θα έρθει όταν φέρει στο Κογκρέσο το νομοσχέδιο για τη συνολική μεταρρύθμιση του μεταναστευτικού συστήματος και τη σταδιακή νομιμοποίηση των περίπου 11 εκατομμυρίων μεταναστών που ζουν παράτυπα στις ΗΠΑ. Ηδη οι Ρεπουμπλικανοί, που κατέχουν το 50% της Γερουσίας, δεν δείχνουν καμία προθυμία για έναν συμβιβασμό που θα ικανοποιεί και τους Δημοκρατικούς…


Πηγή: efsyn.gr

57