Από την άδικη φυλάκισή του στον Αυλώνα μέχρι τη δικαίωση: Ο Αμπντό δεν τα παράτησε ποτέ τα τελευταία έξι χρόνια

Από την άδικη φυλάκισή του στον Αυλώνα μέχρι τη δικαίωση: Ο Αμπντό δεν τα παράτησε ποτέ τα τελευταία έξι χρόνια

Ηταν μια ηλιόλουστη μέρα η 6η Οκτωβρίου, όταν ο 23χρονος Αμπντό Αμποσέρ έβγαινε από το κτίριο του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου στη Μυτιλήνη. Ντυμένος στα λευκά, χαμογελαστός, συνοδευόμενος από τον δικηγόρο του, Απόστολο Κόντο και τη διευθύντρια του ΣΜΑΝ (Σύλλογος Μερίμνης Ανηλίκων), Δήμητρα Αδαμαντίδου, έμοιαζε να μην πιστεύει ότι ο εφιάλτης του τέλειωσε. «Τελικά, το σύστημα δούλεψε!» έγραψε σε μια ενθουσιώδη ανάρτηση στο Facebook η Δήμητρα, συνοψίζοντας την αίσια έκβαση μιας -ακόμη- δικαστικής πλάνης στη χώρα μας. Αν αποτελούσε σενάριο αστυνομικής σειράς, η ιστορία του Αμπντό θα μας είχε καθηλώσει. Επειδή όμως πρόκειται για αληθινή ιστορία, οι περιπέτειές του προκαλούν μόνο αποτροπιασμό.

Ήταν πάλι Οκτώβριος, πριν από πέντε χρόνια, όταν ξέσπασε μέσα στη νύχτα φωτιά στον καταυλισμό προσφύγων στη Σούδα της Χίου. Ο 17χρονος τότε Αμπντό βρισκόταν μόλις λίγες εβδομάδες στην Ελλάδα, δεν μιλούσε καθόλου ελληνικά παρά μόνο στοιχειώδη αγγλικά. «Είχαμε πάει εκείνο το βράδυ με μια υπάλληλο σε ξένη ΜΚΟ στο λιμάνι της Χίου, σε απόσταση 15 λεπτών από τον χώρο» διηγείται σήμερα ο ίδιος στο VICE. Όταν, βέβαια, οι δύο νέοι ακούνε τις φωνές και καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, σπεύδουν προς τον αποθηκευτικό χώρο, όπου οι φλόγες κατέστρεφαν όλο τον συγκεντρωθέντα εξοπλισμό για τους έχοντες ανάγκη. Η αστυνομία, τα ΜΑΤ, προχωρούν σε προσαγωγές – μεταξύ των οποίων και ο Αμπντό.

Το κατηγορητήριο που αποδίδεται στον ανήλικο τότε Σύρο είναι εξαιρετικά βαρύ – εμπρησμός τελεσθείς από πρόθεση κατά συναυτουργία, διακεκριμένη περίπτωση φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, απόπειρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία. Οι παραπάνω κατηγορίες επισύρουν κακουργηματικές ποινές, που ισοδυναμούν με φυλάκιση, γι’ αυτό άλλωστε απαιτείται εξονυχιστική εξέταση της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη δικογραφία, ο Αμπντό κρατούσε ένα ρόπαλο. «Ποτέ όμως αυτό δεν προσκομίστηκε ως αποδεικτικό στοιχείο στο δικαστήριο, ώστε να ληφθούν και τα σχετικά δακτυλικά αποτυπώματα» εξηγεί ο μετέπειτα δικηγόρος του, Απόστολος Κόντος, που ανέλαβε αφιλοκερδώς την υπεράσπισή του σε δεύτερο βαθμό, τον Σεπτέμβριο του 2021.

«Ο κατηγορούμενος κατονόμασε συγκεκριμένο πρόσωπο, με το οποίο βρισκόταν μαζί την ώρα του συμβάντος, από το οποίο δεν ελήφθη ποτέ κατάθεση». Η απόφαση του δικαστηρίου στηρίχθηκε σε μαρτυρίες λίγο έως πολύ αυθαίρετες, ο δε δικηγόρος που διορίζεται αυτόματα σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είχε τον χρόνο να μελετήσει την υπόθεση για να αναδείξει τις παραπάνω αντιφάσεις. «Ο ένας αστυνομικός υποστήριζε πως αναγνώρισε τον Αμπντό σε απόσταση 50 μέτρων, μες τα μεσάνυχτα, εν μέσω βροχής, πυρκαγιάς και επεισοδίων να φορά μία μπλούζα παραλλαγής, να κρατάει λοστό και να σπάει τζάμια, ενώ οι συναυτουργοί του έβαζαν φωτιά», παραθέτει την πρώτη μαρτυρία ο κ. Κόντος. «Ο επόμενος μάρτυρας, λιμενικός, δεν αναγνώρισε κάποιον από τους κατηγορούμενους και αρκέστηκε να πει πως είδε κάποιον με κόκκινη μπλούζα». Το κερασάκι στην τούρτα είναι η τελευταία μαρτυρία ενός ιδιωτικού φύλακα στο καμπ, «ο οποίος είπε πως είδε τάχα τον κατηγορούμενο να κρατάει ένα λοστό, τον οποίο μάλιστα πήρε πριν σπάσει κάποιο τζάμι και ξεσπάσει η φωτιά».

Τίποτα από τα παραπάνω δεν προβλημάτισε το δικαστήριο, το οποίο βέβαια δεν έδωσε την παραμικρή βάση ούτε στον ίδιο τον Αμπντό που επέμενε ότι ήταν αθώος. «Με εξαίρεση την απόπειρα για σωματικές βλάβες (δεν υπήρχε καμία περιγραφή που να τον εμπλέκει) που αθωώθηκε, το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για όλα τα υπόλοιπα» εξηγεί ο κ. Κόντος, «αν και αναγνώρισε το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας τον καταδίκασε ομόφωνα με σύμφωνη πρόταση εισαγγελέα σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε ετών και δύο μηνών». Έτσι, ο Αμπντό περνά εννέα μήνες στις φυλακές Αυλώνα. «Έζησα 14 μέρες σε ένα μικρό κελί απομόνωσης» θυμάται ακόμα με τρόμο, «πρόκειται για ένα τραύμα που δεν θα ξεπεράσω ποτέ».

Τις πρώτες μέρες μετά τη σύλληψη, οι αστυνομικοί τον ξυλοκοπούν, τον κατηγορούν ως τρομοκράτη. «Προσπαθούσα να τους εξηγήσω ότι είχα μετατραυματικό πνευμοθώρακα, ο οποίος είχε προκληθεί από έκρηξη βόμβας στο Χαλέπι, δεν μπορούσα να αναπνεύσω και έφτυνα αίμα». Δεν τον πιστεύουν, δεν τον«ακούνε καν. «Όταν αποφυλακίστηκα έκανα εγχείρηση στο ΚΑΤ, τον Ιανουάριο του 2018. Οι γιατροί μού είπαν ότι αν είχα αργήσει δύο μέρες ακόμα, θα είχα χάσει τον έναν πνεύμονα» διευκρινίζει ο ίδιος, που ακόμα και σήμερα πονάει. Φυσικά, το αναπνευστικό πρόβλημα του Αμπντό αυτό καθεαυτό (το οποίο αποδεικνύεται ιατρικά και λόγω του οποίου δεν μπορούσε να καταταγεί στον Συριακό Στρατό) θα έπρεπε να αρκεί για να αποδείξει ότι εκείνος δεν θα μπορούσε να είναι αυτουργός εμπρησμού, «θα ήταν αυτοκαταστροφικό, αφού δεν θα μπορούσα καν να αναπνεύσω από τις αναθυμιάσεις».

Μετά την αποφυλάκισή του, ο Αμπντό έχει υποχρέωση να δηλώνει παρουσία στο Αστυνομικό Τμήμα Ελευσίνας κάθε μήνα, «μια τυπική διαδικασία, την οποία ωστόσο πολλοί αστυνομικοί έκαναν εξαιρετικά εξευτελιστική για εμένα». Το ποινικό του μητρώο έχει πλέον «λερωθεί», το διαβατήριό του έχει παρακρατηθεί από τις Αρχές, συνεπώς η επανένωση με τον αδελφό του στη Γερμανία αποτελεί πλέον όνειρο άπιαστο – το ίδιο και η επιθυμία του για μια «κανονική» ζωή. Ο Αμπντό μοιάζει, ωστόσο, αποφασισμένος να σταθεί στα πόδια του, αφήνοντας πίσω την κόλαση του πολέμου στη Συρία, από τον οποίο έχουν σκοτωθεί δύο αδέλφια του, αλλά και αυτή της ελληνικής φυλακής. Έπειτα από σύντομη παραμονή στο καταυλισμό της Ελευσίνας μεταφέρεται σε ξενώνα για νεαρούς της ηλικίας του, που λειτουργούσε ο ΣΜΑΝ μαζί με το Solidarity Now στην πλατεία Βικτωρίας. Χάρη στο Youtube, το Netflix, αλλά και τη δική του πειθαρχία και επιμέλεια, βελτιώνει τόσο πολύ τα αγγλικά του που γίνεται διερμηνέας αραβικών-αγγλικών, ιδιότητα μέσω της οποίας έως σήμερα βιοπορίζεται. Κατορθώνει να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας, ενώ χάρη στην κινητοποίηση πολλών ενεργών πολιτών προσπαθεί να κάνει πραγματικότητα το μεγάλο, παιδικό του, όνειρο: να σπουδάσει computer sciences στο City Unity College, στην Αθήνα.

«Όταν κάποτε τυχαία ανακάλυψα το βαρύ φορτίο που κουβαλούσε στεναχωρήθηκα πολύ» ομολογεί η Δήμητρα Αδαμαντίδου, που μετά από τόσα χρόνια συνεργασίας και συνύπαρξης, θεωρεί τον Αμπντό οικογένειά της. «Έτσι, αποφασίσαμε να του συμπαρασταθούμε ηθικά και υλικά, ώστε να εξεταστεί σοβαρά η υπόθεσή του από την ελληνική δικαιοσύνη». Στα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν από την αποφυλάκισή του ο Αμπντό, όπως με ειλικρίνεια λέει, είχε την ευκαιρία να διαφύγει παράνομα στην Ευρώπη. «Δεν το έκανα, όμως, γιατί ήθελα να αποδείξω την αθωότητά μου» τονίζει, «ήθελα να δικαιωθώ και για χάρη όσων με βοήθησαν στην Ελλάδα». Άλλωστε, παρά τον ρατσισμό και την αδικία που έχει βιώσει, θέλει να ζήσει στην Ελλάδα, ιδανικά όμως όχι στην Αθήνα. «Αν είναι γραφτό να μείνω στην Ευρώπη, τότε επιλέγω την Ελλάδα, γιατί εδώ συχνά νιώθω σαν το σπίτι μου, ο τρόπος ζωής, το φαγητό, οι ανθρώπινες σχέσεις μου είναι πολύ οικείες».

abdo2.jpg

Στο πρόσωπο του Απόστολου Κόντου, δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω, ο Αμπντό βρήκε τον συνήγορο που με υπομονή, μεθοδικότητα και ενσυναίσθηση έχτισε την υπερασπιστική του γραμμή και κατέρριψε όλα τα έωλα επιχειρήματα, που είχαν υπερισχύσει στην εκδίκαση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό. «Παρά την καταδίκη του, το γεγονός πως πέρασε ένα χρόνο στις φυλακές και τη βία που είχε υποστεί κατά τη σύλληψή του, εκείνος επέμενε στην αθωότητα και ήθελε να είναι παρών στη δίκη για να την διατρανώσει σε κάθε τόνο». Στο ακροατήριο του Εφετείου, εξ αρχής, ανεδείχθησαν οι αντιφάσεις στις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι επιπλέον υποχρεώθηκαν να δώσουν μια σειρά από πληροφορίες που είχαν αποσιωπηθεί σε πρώτο βαθμό. «Ο μεν αστυνόμος, παραδέχθηκε πως ουδεμία ενέργεια έλαβε χώρα για να επιβεβαιωθούν ή όχι τα όσα υποστήριξε στην απολογία του ο κατηγορούμενος και πως ο περίφημος λοστός δεν κατασχέθηκε και δεν βρέθηκε πουθενά», αναφέρει. «Προς έκπληξή μας, η δήθεν επ’ αυτοφώρω σύλληψη του απεδείχθη ότι έλαβε χώρα 20 λεπτά αργότερα, σε μία μαζική προσαγωγή  400 μέτρα μακριά από το συμβάν, ενώ ο μάρτυρας δήλωσε πως δεν αναγνώριζε τον κατηγορούμενο και πως εκείνος θα μπορούσε να βρεθεί εκεί κατά τύχη». Παρά την κατάρριψη του κατηγορητηρίου, η εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή του Αμπντό, αλλά προς έκπληξη όλων το δικαστήριο τον αθώωσε ομόφωνα.

«Μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου υπήρχαν άνθρωποι που χαμογελούσαν, ενώ πολλοί μού εύχονταν “καλή τύχη” καθώς έφευγα», διηγείται συγκινημένος ο Αμπντό από το διαμέρισμά του στην Αθήνα. Ο ίδιος νιώθει απελευθερωμένος από την αθωωτική απόφαση, αλλά και ψυχικά εξαντλημένος. «Τα τελευταία έξι χρόνια τα έχω βιώσει παλεύοντας και θρηνώντας».

«Ο Αμπντό είχε καταφέρει χάρη στην προσωπικότητά του να κερδίσει την υποστήριξη σοβαρών φορέων στην Ελλάδα, ενώ είχε αναγνωριστεί και ως πρόσφυγας» υπενθυμίζει ο δικηγόρος του τα «δυνατά» χαρτιά του πελάτη του. «Παρόλα αυτά, εξαιτίας μιας σειράς λογικών και νομικών ακροβασιών χρειάστηκε να περάσει έναν χρόνο από τη ζωή του στη φυλακή για ένα αδίκημα που δεν έκανε σε μια πολύ ευαίσθητη ηλικία. Χρειάστηκε να φτάσει στο Εφετείο για να αποδειχθεί με τον πιο εμφατικό τρόπο η αθωότητά του. Τι θα συνέβαινε αν στη θέση του ήταν κάποιος άλλος δίχως το παραμικρό υποστηρικτικό περιβάλλον;» αναρωτιέται ο κ.Κόντος. Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό – όσοι συχνάζουν στις δικαστικές αίθουσες και γνωρίζουν το σύστημα και τα κενά του, έχουν την απάντηση.

Πηγή: vice.com

 

202

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση