«Πώς να πω στη μητέρα μου ότι ο αδερφός μου πέθανε;» Ένα συγκλονιστικό κείμενο ενός διασώστη που περιγράφει τις στιγμές της διάσωσης

«Πώς να πω στη μητέρα μου ότι ο αδερφός μου πέθανε;» Ένα συγκλονιστικό κείμενο ενός διασώστη που περιγράφει τις στιγμές της διάσωσης

Eίμαι σε αποστολή διάσωσης με το Sea-Watch τις τελευταίες εβδομάδες. Νιώθω ότι θέλω να μοιραστώ αυτό που συνέβη με ένα από τα σκάφη που πήγαμε να σώσουμε. Η βάρκα νο 4, μία από τις πέντε βάρκες στα 5 σκάφη διασώθηκε. Μια λαστιχένια βάρκα που βυθιζόταν, με πάνω από 50 άτομα στο νερό, εντοπίστηκε από αεροπλάνο. Ήταν πάνω από 10 μίλια μακριά.

Δέκα μίλια με το ταχύπλοο χρειάζονται λίγο για να τα διασχίσεις. Είχα πατήσει τέρμα το γκάζι. 37 κόμβοι σχεδόν σε όλη τη διαδρομή, σαρώνοντας τον ορίζοντα. Κοιτάζοντας. Όλο αυτό το διάστημα γνωρίζοντας ότι οι άνθρωποι πνίγονταν. Ήξερα ότι δεν θα μπορούσαμε να τους σώσουμε όλους και δεν το κάναμε.

Μετά από λίγο μπορούσαμε να δούμε μικρές κουκκίδες που έγιναν μεγαλύτερες. Πρώτα οι βάρκες και μετά οι άνθρωποι. Μπορούσαμε να δούμε ότι η Λιβυκή Ακτοφυλακή είχε φτάσει εκεί πρώτη. Υπήρχαν ακόμη πολλοί άνθρωποι στο νερό που ούρλιαζαν για διάσωση, αγκωμαχούσαν απεγνωσμένα, οι περισσότεροι δεν μπορούσαν να κολυμπήσουν.

Όταν φτάσαμε εκεί, είδαμε ότι κάποιοι είχαν μικρούς εσωτερικούς σωλήνες από καουτσούκ γύρω τους, που εξακολουθούσαν να κλωτσούν δυνατά για να κρατήσουν το κεφάλι τους έξω από το νερό, οι γαμημένες πανικόβλητες μανιακές απελπισμένες τελικές προσπάθειες επιβίωσης. Ήταν ήδη στο νερό πολλή ώρα. Αυτές ήταν οι τελευταίες τους στιγμές.

Πιάσαμε τους δύο πρώτους ανθρώπους που βρήκαμε και που αγωνίζονταν για τον ίδιο σωλήνα ελαστικού και αρχίσαμε να τους τραβάμε μέσα. Ένας άλλος δίπλα μας κολυμπούσε προς το μέρος μας, τόσο ξέφρενα που μόλις έφτασε στο σκάφος και πλησίασε κοντά τον τραβήξαμε κι αυτόν μέσα.

Αυτοί που είχαν ανέβει στη βάρκα ξάπλωσαν στο πάτωμα εξουθενωμένοι και ούρλιαζαν. Ένας από τους διασωθένες ανέκτησε την αναπνοή του. Έτρεμε δυνατά από υποθερμία. Μέσα από τα χείλη του που έτρεμαν συνέχιζε να λέει «Όχι Λιβύη, Όχι Λιβύη». Φοβόταν τόσο πολύ να τον γυρίσουν πίσω που έλεγε μόνο αυτό.

Ήταν σε κακή κατάσταση. Με υποθερμία και αφρό να τρέχει από το στόμα και τη μύτη τους. Μερικοί από αυτούς άρχισαν να βοηθούν στην διάσωση των άλλων, μόνο να τους μεταφέρουν, να τους βάλουν να καθίσουν. Δεν υπάρχει χρόνος για πρώτες βοήθειες ή κουβέρτες διάσωσης, απλώς τους βάζεις σε μια θέση και φέρνεις τον επόμενο και τον επόμενο και τον επόμενο.

Οι Λίβυοι ήταν ήδη εκεί. Είδα μια γυναίκα στο πλοίο της Λιβυκής Ακτοφυλακής. Πάλεψε με τον φρουρό και μετά πήδηξε στο νερό. Κολύμπησε προς το μέρος μας. Αργότερα έμαθα ότι δεν ήξερε κολύμπι, αλλά επέλεξε αυτό από το να επιστρέψει στη Λιβύη. Ήταν όλοι τόσο τρομοκρατημένοι.

Κοιτάξαμε κάτω από την ξεφούσκωτη βάρκα που βυθιζόταν, καθώς συνεχίζαμε την αναζήτηση. Γύρω μας ακούγαμε το τρίξιμο των δοντιών, τον βήχα, το κλάμα, την προσευχή. Με απίστευτα τραυματισμένους ανθρώπους στο σκάφος μας, απλώς συνεχίσαμε να ψάχνουμε.

Ήταν πολύ περίεργο και δεν το είχα ξαναδεί (προφανώς έχει ξαναγίνει), αλλά η Λιβυκή Ακτοφυλακή μετέφερε τους ανθρώπους σε εμάς. Πρώτα από το φουσκωτό τους και μετά από το μεγάλο τους σκάφος. Κοιτάξαμε γύρω γύρω αλλά δεν μπορούσαμε να δούμε κανέναν άλλο

Τότε κάποιος εντόπισε κάτι. Ένα χέρι που έβγαινε έξω από το νερό. Τρέξαμε όσο πιο γρήγορα γινόταν, αλλά ήταν πολύ αργά. Καθώς φτάσαμε εκεί, είδαμε το άτομο κάτω από το νερό. Πνίγηκε ακριβώς μπροστά μας, αφρός και φυσαλίδες ανέβηκαν στην επιφάνεια. Χάθηκε.

Ένα αγόρι μου είπε ότι είχε χάσει τον αδερφό του. Ψάξαμε όλη την περιοχή αλλά τίποτα. Ρώτησα έναν αό αυτούς πόσα άτομα ήταν στο σκάφος που είχε φύγει από τη Λιβύη. Είπε 55. Κάναμε μια καταμέτρηση. 38. Άρα είχαν πνιγεί 17 άτομα. Οι περισσότεροι είχαν πνιγεί πριν φτάσουμε εκεί, κάποιοι ακριβώς κάτω από τη μύτη μας.

Εκείνη τη στιγμή όμως, τα 38 άτομα ήταν η προτεραιότητά μας. Μερικοί κινδύνευαν να πεθάνουν από υποθερμία, καθώς είχαν μείνει στο νερό για πολλή ώρα. Κάποιοι δεν μπορούσαν καν να καθίσουν όρθιοι, κάποιοι έχαναν κι επανακτούσαν τις αισθήσεις τους, κάποιοι έτρεμαν βίαια, άλλοι καθόλου.

Κάποιοι φορούσαν όλα τα ρούχα τους, κάποιοι είχαν βγάλει τα ρούχα τους στον απεγνωσμένο αγώνα τους να επιβιώσουν. Είχε γαμηθεί το σύμπαν. Τους βάλαμε κουβέρτες διάσωσης και τους πήγαμε πίσω στο πλοίο.

Δύο από τις γυναίκες ήταν έγκυες, με προχωρημένη εγκυμοσύνη. Ένας άντρας έχανε και ξανάβρισκε τις αισθήσεις του. Τους είχαμε σώσει από τη θάλασσα, αλλά αυτό ήταν μόνο η αρχή. Το να τους σηκώσουμε και να τους μεταφέρουμε στο πλοίο μας ήταν δύσκολο. Μετά τους πήρε η ομάδα του καταστρώματος.

Τους έριξαν γλυκό νερό επειδή κάποιοι από αυτούς είχαν τρομερά εγκαύματα που προκλήθηκαν από τα καύσιμα από το σκάφος τους ανακατεμένα με αλμυρό νερό. Μετά τα νοσοκομειακά περιστατικά. Η ιατρική ομάδα εργάστηκε για μέρες με ελάχιστο ύπνο. Ένας Θεός ξέρει πώς το έκαναν. Μάλλον όλοι το κάναμε όμως…
Δεν μπορώ πραγματικά να σταθμίσω τι ακριβώς συνέβη τις επόμενες μέρες με τους διασωθέντες, αλλά υπήρξαν δέκα ακόμα διασώσεις. Κάποιοι από αυτούς είχαν εμφανίσει σημάδια δευτερογενούς πνιγμού.
Ήταν όλοι εξαιρετικά εξαντλημένοι αλλά δεν έφτανε μόνο αυτό. Το σώμα τους πονούσε για μέρες από την περιπέτεια, από ψυχικό τραύμα, από τα πάντα! Τελικά τους πήγαμε στη Σικελία κι εκεί αποβιβάστηκαν. Τώρα θα μπουν σε καραντίνα και μετά θα ζητήσουν άσυλο.
Αργότερα μάθαμε ότι μεταξύ των νεκρών ήταν και ένα αγόρι 16 ετών, ότι κάποιοι από τους νεκρούς ήταν συγγενείς κάποιων από τους επιζώντες. Όλοι έχουν ονόματα, αγαπημένα πρόσωπα. Απλώς δεν μπορώ να περιγράψω πόσο πολύτιμο ήταν το καθένα από αυτά. Γαμημένη Ευρώπη που επιτρέπει αυτό να συμβαίνει.
Εκείνο το βράδυ κουβέντιαζα με έναν από τους επιζώντες, ένα 17χρονο αγόρι από τη Λιβερία. Αυτός και ο αδερφός του, ο Samuel, ο οποίος ήταν 19 ετών, είχαν φύγει από το σπίτι τους πριν τρία χρόνια. Ο Samuel ήταν ένας από αυτούς που είχαν πνιγεί. Του είπα ότι λυπάμαι. Ότι προσπαθήσαμε. Συγγνώμη.
Μετά με ρώτησε «Πώς να πω στη μητέρα μου ότι ο αδερφός μου πέθανε;«
Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη στιγμή. Με πλήγωσε βαθιά. Τι να πεις; Είπα απλώς «Δεν ξέρω φίλε μου, αλλά όταν έρθει η ώρα θα βρεις τις λέξεις». Το καημένο το παιδί. Η καρδιά μου είχε ραγίσει.
Θέλω να ζήσω σε έναν καλύτερο κόσμο. Σε κανέναν δεν αξίζει να πνιγεί στη θάλασσα. Γιατί επιτρέπουμε να συμβεί αυτό; Χρειαζόμαστε μια αλλαγή. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν πνιγεί σε αυτή τη θάλασσα τα τελευταία χρόνια. Δεν είναι τυχαίο. Είναι μια πολιτική απόφαση.
Οι κυβερνήσεις μας έχουν αποσύρει όλα τα πλοία διάσωσής τους. Επιτρέπουν σε ανθρώπινα όντα να πνίγονται για να τους αποτρέπουν από το να έρχονται στην Ευρώπη. Αποτρεπτικό θάνατο από πνιγμό.
Όσο δεχόμαστε τη θέση των κυβερνήσεών μας, όσο επιτρέπουμε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης να μας αποκτηνώνουν και να εξορθολογίζουν το γεγονός αυτό και όσο αφήνουμε τους φίλους μας να λένε ότι αυτό είναι αποδεκτό, τότε αγόρια όπως ο Samuel θα πνίγονται ξανά και ξανά.

855

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση